Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί να ρυθμιστεί από μία μόνο χώρα, τόνισε ο Κυριάκος Πιερρακάκης σε συζήτηση με τον Thomas L. Friedman στο Athens Democracy Forum. Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup υπογράμμισε ότι χρειάζεται να επανασχεδιαστούν τα κράτη και οι θεσμοί, ώστε να περιοριστούν οι κίνδυνοι και να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες της νέας τεχνολογίας.
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Athens Democracy Forum, με θέμα «A.I. vs. The World», και συντονιστή τον Patrick Healy, Assistant Managing Editor των «The New York Times».
Ο T. Friedman αναφέρθηκε στις προκλήσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης και στους κινδύνους που μπορεί να εγείρει για την ανθρωπότητα. Μεταξύ άλλων είπε ότι φοβάται ένα ενδεχόμενο «11ης Σεπτεμβρίου της Τεχνητής Νοημοσύνης», κάτι που, όπως σημείωσε, θα μπορούσε να οδηγήσει σε συνολική απαξίωση της τεχνολογίας, παρότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει μεγάλα οφέλη στη γεωργία, την ιατρική, την επιστήμη των υλικών και την ενέργεια.
Πρόσθεσε ακόμη ότι η μεγαλύτερη τραγωδία θα ήταν να έχει δημιουργηθεί μια τεχνολογία ικανή να συμβάλει στην αντιμετώπιση κάθε μεγάλης πρόκλησης της ανθρωπότητας, χωρίς τελικά να μπορεί να αξιοποιηθεί πλήρως, επειδή δεν θα έχουν ξεπεραστεί οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των κοινωνιών.
Από την πλευρά του, ο κ. Πιερρακάκης απάντησε σε σειρά ερωτήσεων για τις ιδιαίτερες πτυχές της Τεχνητής Νοημοσύνης και τα πεδία εφαρμογής της. Εξήγησε ότι το ζητούμενο είναι ταυτόχρονα η αξιοποίηση των τεράστιων δυνατοτήτων της και η διαχείριση των κινδύνων της, μέσα από ένα πλαίσιο που θα ενισχύει την παραγωγικότητα, την ανάπτυξη και την καινοτομία.
Τόνισε ότι η τεχνολογική αλλαγή είναι εκθετική, ενώ η ανθρώπινη αντίληψη παραμένει γραμμική, γι’ αυτό και η ταχύτητα των εξελίξεων δεν έχει ακόμη γίνει πλήρως αντιληπτή. Υπογράμμισε επίσης ότι δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη ένα πλαίσιο διακυβέρνησης ικανό να ανταποκριθεί στον ρόλο που απαιτεί η εποχή.
Σε επόμενη τοποθέτησή του, σημείωσε ότι το ζήτημα δεν είναι η υπερβολική εστίαση στους κινδύνους, αλλά η τάση να δίνεται περισσότερη σημασία στην ορολογία παρά στην ουσιαστική κατανόηση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Πρόσθεσε ότι οι θεσμοί δεν έχουν σχεδιαστεί για την εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης και ότι χρειάζονται προσαρμογή, καθώς είναι το «λογισμικό» της δημοκρατίας.
Αναφερόμενος στην ψηφιοποίηση των κρατών, είπε ότι ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί η μετάβαση που αντιστοιχεί στην προηγούμενη Βιομηχανική Επανάσταση, ενώ τόνισε πως η Ουάσιγκτον δεν είναι Silicon Valley και ότι η ίδια υστέρηση υπάρχει και στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Υπενθύμισε ότι ως υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης στην Ελλάδα, μέσα σε τέσσερα χρόνια, η χώρα ξεκίνησε από την τελευταία ή την προτελευταία θέση και ξεπέρασε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ως επόμενο στόχο έθεσε την πλήρη σύγκλιση με χώρες όπως η Εσθονία, επισημαίνοντας ότι η διαλειτουργικότητα και η ψηφιοποίηση του κράτους είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για να αξιοποιηθεί η Τεχνητή Νοημοσύνη στην παραγωγικότητα, στη φορολογική πολιτική, στην υγεία και στην παιδεία.
Εξήγησε ακόμη ότι σήμερα τρέχουν δύο παράλληλες συζητήσεις: η μία αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις εξυπηρετούν τους πολίτες και η άλλη τη διαχείριση των κινδύνων και των πιθανών αρνητικών συνεπειών της τεχνολογίας. Σε αυτό το σημείο μίλησε για την ανάγκη να συμμετέχουν στη δημόσια διοίκηση και άνθρωποι που κατανοούν την τεχνολογία, τους οποίους χαρακτήρισε «τεχνολόγους δημοσίου συμφέροντος».
Συνέδεσε αυτή την προσέγγιση με την περίοδο της πανδημίας, λέγοντας ότι τότε έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην έγκαιρη υλοποίηση του προγράμματος εμβολιασμού. Παράλληλα, επανέλαβε ότι χρειάζεται να επανασχεδιαστούν τα κράτη και οι θεσμοί, καθώς η πολιτική δεν είναι κάθετη αλλά οριζόντια και απαιτεί διαλειτουργικότητα.
Για τη δεύτερη διάσταση της εξίσωσης, δηλαδή τη διαχείριση των κινδύνων, είπε ότι απαιτείται παγκόσμια διακυβέρνηση. «Καμία χώρα στον κόσμο δεν είναι αρκετά μεγάλη ώστε να ρυθμίσει μόνη της την Τεχνητή Νοημοσύνη», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την πρόκληση ως ταυτόχρονη κούρσα προς τη Σελήνη και κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών.
Απαντώντας σε ερώτηση για τη συνεργασία χωρών με διαφορετικά συστήματα, ανέφερε ένα περιστατικό με αμερικανικό και ευρωπαϊκό μοντέλο Τεχνητής Νοημοσύνης, τα οποία έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις για την Ευρώπη. Πέρα από το χιούμορ, σημείωσε ότι χρειάζεται διαρκής διάλογος, γιατί οι διαφορετικές αξίες και προσεγγίσεις οδηγούν σε διαφορετικές οπτικές, ακόμη και μέσα στην Ευρώπη, ειδικά σε ζητήματα ιδιωτικότητας και ψηφιακής ταυτοποίησης.
Μίλησε επίσης για την κυβερνοασφάλεια, λέγοντας ότι στην Ευρώπη θεωρείται απολύτως πραγματικό ζήτημα και ότι υπάρχουν ήδη οδηγίες, όπως η NIS, για τον προσδιορισμό κρίσιμων υποδομών. Με την Τεχνητή Νοημοσύνη, όμως, όπως είπε, η πραγματικότητα είναι διαφορετική, καθώς τα συστήματα θα μπορούν να εντοπίζουν ευπάθειες σε πρωτοφανή κλίμακα και ταχύτητα.
Προειδοποίησε ότι αυτό θα απαιτήσει διαρκείς και ταχύτερες ενημερώσεις λογισμικού, σε μια περίοδο όπου οι κυβερνήσεις ήδη πιέζονται από τις αγορές ομολόγων, τους προϋπολογισμούς και την ενεργειακή κρίση. Παράλληλα ανέφερε ότι εξακολουθούν να λειτουργούν σε όλο τον κόσμο συστήματα γραμμένα σε COBOL, FORTRAN και άλλες παλιές γλώσσες προγραμματισμού.
Στο ίδιο πλαίσιο, υποστήριξε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την προστασία από την ίδια την Τεχνητή Νοημοσύνη, δημιουργώντας έναν θετικό κύκλο ανατροφοδότησης, αλλά μόνο μέσα σε ένα πολύ ισχυρό πλαίσιο διακυβέρνησης. Παραδέχθηκε ότι η οικοδόμηση ενός συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης είναι δύσκολη, ειδικά σε μια εποχή που η διεθνής συνεργασία δοκιμάζεται.
Σε ερώτηση για τη συμμετοχή των χωρών στις συζητήσεις, απάντησε ότι η Ελλάδα συμμετέχει πλήρως και ότι η σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι παραγωγική, ενώ ως πρόεδρος του Eurogroup τόνισε πως η Ευρώπη θέλει ισχυρότερη παρουσία. Επισήμανε ότι ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Κίνα μπορούν μόνες τους να διαμορφώσουν το πλαίσιο διακυβέρνησης της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Πρόσθεσε ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να μείνει εκτός της διαμόρφωσης της νέας εποχής και ότι χρειάζεται να επενδύσει σε ευρωπαϊκούς πρωταθλητές της τεχνολογίας, χωρίς να περιοριστεί μόνο στη ρύθμιση της τεχνολογίας. Έφερε ως παραδείγματα την Airbus και το Galileo, λέγοντας ότι υπάρχουν ήδη τομείς όπου η Ευρώπη έχει αποδείξει πως μπορεί να πετύχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Απαντώντας στη συνέχεια για τις προειδοποιήσεις προσωπικοτήτων όπως ο Bill Gates και ο Dario Amodei, είπε ότι απαιτείται διττή προσέγγιση. Υπογράμμισε μάλιστα πως ακόμη και μέσα στις ίδιες τις εταιρείες υπάρχει αυτή η αντίφαση, με τον Dario Amodei να προειδοποιεί για τους κινδύνους και ταυτόχρονα να επιδιώκει την εισαγωγή της εταιρείας του στο χρηματιστήριο.
Επανήλθε στην ανάγκη οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να κατανοήσουν ακόμη και το λεξιλόγιο της αλλαγής, τη στιγμή που υπάρχουν χώρες οι οποίες δεν έχουν καν τη δυνατότητα να ανανεώσουν ψηφιακά την άδεια οδήγησής τους. Τόνισε ότι η μετάβαση πρέπει να γίνει με τρόπο ανθρωποκεντρικό και με επίκεντρο τον πολίτη, ενώ επεσήμανε ότι το Eurogroup έχει πλέον διευρύνει το πεδίο των εργασιών του και συζητά, πέρα από προϋπολογισμούς, και για ενέργεια, Τεχνητή Νοημοσύνη και άμυνα.
Στο κλείσιμο της συζήτησης, ο κ. Πιερρακάκης αναφέρθηκε στις δεξιότητες που χρειάζονται οι νέοι ηγέτες και οι επόμενες γενιές. Θύμισε ότι στο παρελθόν διετέλεσε και υπουργός Παιδείας και περιέγραψε το ερώτημα του πώς σχεδιάζεται ένα εκπαιδευτικό σύστημα για έναν κόσμο που δεν υπάρχει ακόμη.
Μίλησε για δύο μεγάλες τάσεις: την επιτάχυνση της τεχνολογικής αλλαγής και την αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Εξήγησε ότι οι νεότερες γενιές θα χρειαστεί να αλλάζουν επαγγελματικές διαδρομές και να επανεκπαιδεύονται πολλές φορές στη διάρκεια της ζωής τους.
Κατέληξε ότι τα βασικά εφόδια είναι η συνεργασία, η ικανότητα ακρόασης, οι κοινωνικές και επικοινωνιακές δεξιότητες, αλλά και η αλγοριθμική σκέψη. Παράλληλα, υπογράμμισε πως η δημιουργικότητα, η τεκμηρίωση των απόψεων και η ταπεινότητα είναι στοιχεία απαραίτητα τόσο για τους μαθητές όσο και για τους ηγέτες του 21ου αιώνα.
![]()
