Η έρευνα του Eteron για την οικονομική δικαιοσύνη και η απόσταση ανάμεσα στην κοινωνική δυσαρέσκεια και την πολιτική εναλλακτική.
Τι συμβαίνει όταν μια μεγάλη πλειοψηφία θεωρεί ότι ζει σε μια άδικη χώρα;
Αρκεί η αναγνώριση της αδικίας για να διαμορφωθεί μια πολιτική δύναμη που θα την αντιμετωπίσει;
Επιπλέον, πόσο αυτονόητο είναι ότι ένας άνθρωπος που ζητά καλύτερους μισθούς, δημόσια υγεία και φορολόγηση του πλούτου θα στραφεί προς την Αριστερά ή τη σοσιαλδημοκρατία;
Τα ερωτήματα αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον με αφορμή την έρευνα «Οικονομική Δικαιοσύνη» του Eteron, που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2026.
Το 80,4% των ερωτώμενων αντιλαμβάνεται την Ελλάδα ως μια άδικη χώρα, ενώ το 88,1% θεωρεί σημαντικές τις ανισότητες μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. Πρόκειται για καταγραφή αντιλήψεων, οι οποίες, ωστόσο, έχουν τη δική τους πολιτική βαρύτητα. Περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες κατανοούν την κοινωνία στην οποία ζουν.
Το εύκολο συμπέρασμα θα ήταν ότι υπάρχει ένα μεγάλο ακροατήριο που περιμένει κάποιον να το εκπροσωπήσει. Ωστόσο, τα πράγματα είναι ελαφρώς πιο σύνθετα.
Η δυσαρέσκεια δεν έχει έτοιμη πολιτική ταυτότητα
Ένας εργαζόμενος μπορεί να θεωρεί άδικο τον μισθό του, να υποστηρίζει την ενίσχυση του δημόσιου νοσοκομείου και να διαφωνεί με την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι εμπιστεύεται κάποιο κόμμα που υπόσχεται να αλλάξει αυτές τις συνθήκες. Ούτε ότι συμφωνεί μαζί του για το μεταναστευτικό, τα δικαιώματα ή την εξωτερική πολιτική.
Στην ίδια έρευνα, το 61,9% τάσσεται υπέρ της αύξησης της φορολογίας των υψηλών εισοδημάτων και του μεγάλου πλούτου. Η υποστήριξη μιας τέτοιας πολιτικής, όμως, δεν αποτελεί δήλωση κομματικής ένταξης.
Οι κοινωνικές πλειοψηφίες γύρω από συγκεκριμένα αιτήματα δεν μετατρέπονται αυτόματα σε εκλογικές πλειοψηφίες. Μεσολαβούν η εμπιστοσύνη, η πολιτική εμπειρία και η εκτίμηση για το αν εκείνος που υπόσχεται μια αλλαγή έχει τη δυνατότητα και την πρόθεση να την πραγματοποιήσει.
Η δυσαρέσκεια μπορεί να οδηγήσει στη συμμετοχή, αλλά και στην αποχή. Μπορεί να ενισχύσει την αλληλεγγύη, αλλά και την αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων. Το πώς θα εκφραστεί αποτελεί αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης.
Από τα επιμέρους αιτήματα σε ένα κοινό σχέδιο
Κάπου εδώ, η σκέψη της Σαντάλ Μουφ μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα το πρόβλημα.
Στην πρότασή της για έναν αριστερό λαϊκισμό, κεντρική θέση έχει η σύνδεση διαφορετικών δημοκρατικών διεκδικήσεων και η συγκρότηση μιας συλλογικής πολιτικής βούλησης. Η κοινή ταυτότητα δημιουργείται μέσα από αυτή τη διαδικασία, χωρίς να προϋποθέτει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν τις ίδιες εμπειρίες ή προέρχονται από τον ίδιο πολιτικό χώρο.
Τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο στην πράξη;
Ο ενοικιαστής που δυσκολεύεται να πληρώσει το σπίτι του, η νοσηλεύτρια που εργάζεται σε ένα υποστελεχωμένο τμήμα και ο νέος εργαζόμενος που δεν γνωρίζει το ωράριο της επόμενης εβδομάδας αντιμετωπίζουν διαφορετικά προβλήματα. Ένα πολιτικό σχέδιο οφείλει να δείξει πώς μπορούν να συνδεθούν οι διεκδικήσεις τους γύρω από την ασφάλεια της ζωής, τις δημόσιες υπηρεσίες και τη δυνατότητα συμμετοχής στις αποφάσεις.
Αυτό απαιτεί συγκεκριμένες δεσμεύσεις.
Ποια στεγαστική πολιτική θα εφαρμοστεί; Πώς θα ενισχυθούν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις; Ποιοι θα χρηματοδοτήσουν τις αναγκαίες δημόσιες δαπάνες; Και με ποια συμφέροντα θα χρειαστεί να συγκρουστεί μια κυβέρνηση που επιλέγει αυτή την κατεύθυνση;
Η γενική επίκληση της δικαιοσύνης παραμένει εύκολη, όσο δεν κατονομάζονται οι επιλογές και οι συγκρούσεις που συνεπάγεται.
Το πρόβλημα της αξιοπιστίας
Εδώ βρίσκεται και μια ουσιαστική πρόκληση για την Αριστερά και τη σοσιαλδημοκρατία. Για να διεκδικήσουν την εκπροσώπηση αυτών των αιτημάτων, χρειάζεται να εξηγήσουν και τη δική τους διαδρομή. Τι έκαναν όταν κυβέρνησαν, ποιες επιλογές υπερασπίστηκαν, πού υποχώρησαν και τι προτείνουν διαφορετικό σήμερα.
Ωραία, θα πει κανείς, χρειάζεται και κυβερνητικός ρεαλισμός. Προφανώς. Αλλά ο ρεαλισμός οφείλει να περιλαμβάνει και την πραγματικότητα του ανθρώπου που δεν βγάζει τον μήνα. Διαφορετικά, μετατρέπεται σε μια μόνιμη εξήγηση για την αναβολή των αναγκών του.
Η αξιοπιστία χτίζεται όταν ο πολίτης βλέπει συνέπεια ανάμεσα στον λόγο, στην παρουσία και στην πράξη. Στον χώρο εργασίας, στη γειτονιά, στους συλλόγους, στη Βουλή. Εκεί όπου ένα αίτημα αποκτά διάρκεια και εκεί όπου δοκιμάζεται η σχέση με όσους υπόσχονται να το εκπροσωπήσουν.
Η έρευνα του Eteron δεν μας δίνει το όνομα του επόμενου πολιτικού φορέα που θα κυριαρχήσει. Μας δίνει, όμως, μια αφορμή να αναρωτηθούμε γιατί το αίτημα της οικονομικής και κοινωνικής δικαιοσύνης δυσκολεύεται να βρει πειστική πολιτική έκφραση.
Και αυτή η έκφραση χρειάζεται να οικοδομηθεί. Με σχέδιο, κοινωνικές σχέσεις και επιλογές που θα έχουν κόστος για όσους ωφελούνται από τη σημερινή κατάσταση.
![]()
