Λαϊκισμος: Φίλος, εχθρός ή αναγκαίος συγκάτοικος;

Λαϊκισμος: Φίλος, εχθρός ή αναγκαίος συγκάτοικος;

«Δεν θα ήταν εύκολο, αλλά ούτε πρακτικό να επιχειρήσει κανείς να ορίσει το λαό. Με το λαό τα πράγματα είναι περίεργα, θυμίζουν πολύ αυτό που λέει ο Αυγουστίνος για τον χρόνο: “Αν κανείς δεν με ρωτήσει, ξέρω τι είναι, αν κάποιος με ρωτήσει, δεν ξέρω τι να του πω”. Το ίδιο συμβαίνει και με τον λαό».

Με αυτά τα λόγια ξεκινάει την ομιλία του ο Γεράσιμος Βώκος, το 2015, σε εκδήλωση του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ για τον λαϊκισμό.

Πώς πρέπει να ορίσουμε τον λαό, ένα από τα κυριότερα σημαίνοντα της πολιτικής νεωτερικότητας;

Είναι οι ομοεθνείς ή και οι πολίτες ενός κράτους με την ευρεία έννοια, δηλαδή και άτομα εκτός του στενού εθνικού πυρήνα;

Μήπως, όταν κάνουμε αναφορά στον λαό, αντί να βρίσκουμε κάποια υποτιθέμενη βαθύτερη ουσία του —προγενέστερη και προσυγκροτημένη της αναφοράς— τον κατασκευάζουμε συγχρόνως;

Πώς τοποθετείται η έννοια του λαϊκισμού σε αυτό το πλαίσιο και, εν τέλει, είναι όλοι οι λαϊκισμοί a priori κακοί και αντιδημοκρατικοί, όπως μας υποστηρίζει πλήθος δημοσιολογούντων που μας βομβαρδίζει καθημερινά; Ή, μάλλον, αποτελεί ένα εγγενές στοιχείο των σύγχρονων φιλελεύθερων (μετα)δημοκρατιών, που ενίοτε μπορεί να λειτουργήσει και ως φάρμακο των παθογενειών τους;

Φιλελευθερισμός, δημοκρατία και λαϊκισμός

Καταρχάς, η σχέση μεταξύ λαϊκισμού και δημοκρατίας δεν είναι μονοσήμαντη, καθώς παίζει σημαντικό ρόλο η πρόσληψη του είδους της δημοκρατίας, δηλαδή αν κάποιος είναι υπέρμαχος της φιλελεύθερης, της συμμετοχικής ή της άμεσης δημοκρατίας. Καλώς ή κακώς, η σύγχρονη μορφή της δημοκρατίας είναι η φιλελεύθερη, χωρίς ωστόσο η συνθήκη αυτή να πρέπει να περιορίσει τη φαντασία των πολιτικών υποκειμένων για στοιχεία δημοκρατικά άλλου τύπου.

Φιλελευθερισμός και δημοκρατία αποτελούν δύο διαφορετικές παραδόσεις που συναντήθηκαν και συναρθρώθηκαν ιστορικά τους τελευταίους αιώνες, με κάθε άλλο παρά αρμονικό τρόπο, οδηγώντας πολλές φορές σε σκληρές συγκρούσεις μεταξύ των οπαδών των δύο οικογενειών. Φυσικά, σε μια ιστορική πορεία αιώνων, ο φιλελευθερισμός από αμιγώς ολιγαρχικός εκδημοκρατίστηκε και, αντίστοιχα, η δημοκρατία ως έννοια και πρακτική πήρε στοιχεία φιλελεύθερα.

Υπάρχει τα τελευταία χρόνια μια μεγάλη, ακαδημαϊκή εν πολλοίς, συζήτηση για το αν ο λαϊκισμός ως στρατηγική κινητοποίησης του «λαού», ως μορφή λόγου, είναι δυνατόν να συμβάλει στην εμβάθυνση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, επαναφέροντας και ενδυναμώνοντας, τρόπον τινά, τη δημοκρατική συνιστώσα της.

Σχηματικά, και σε ένα αναπόφευκτα πιο γενικό πλαίσιο άμβλυνσης των εσωτερικών διαφορών, υπάρχουν δύο θεωρητικές παραδόσεις: μια πιο φιλελεύθερη (Mudde, Kaltwasser, Müller) και μια πιο κοντά στη ριζοσπαστική δημοκρατία (Laclau, Mouffe, Σταυρακάκης).

Φιλελεύθερες ανησυχίες: Μικρή δόση αλήθειας, μεγάλη υπερβολή

Εντός της φιλελεύθερης οικογένειας, υπάρχει έντονη καχυποψία και δυσπιστία ως προς τα όρια του λαϊκισμού, προσλαμβάνοντάς τον ως μια «αβαθή ιδεολογία» (Mudde, Kaltwasser), η οποία είναι ουδέτερη και μπορεί να πάρει είτε δημοκρατικές είτε αυταρχικές μορφές. Επιπλέον, υπάρχει και η διάκριση μεταξύ ενός αποκλειστικού λαϊκισμού, πιο δεξιού και εθνικά περιορισμένου, και ενός συμπεριληπτικού, πιο αριστερού και ανοιχτού προς τους εκτός εθνότητας ανθρώπους.

Κοινή πεποίθηση των φιλελεύθερων θεωρητικών είναι πως ο λαϊκισμός μπορεί να μην είναι per se αντιδημοκρατικός, αλλά είναι οπωσδήποτε αντιφιλελεύθερος και αντιπλουραλιστικός. Εστιάζουν στην επιδίωξη εκ μέρους των λαϊκιστών μιας αδιαμεσολάβητης και άμεσης σχέσης μεταξύ λαού και εξουσίας και, άρα, παράκαμψης των όποιων ιδιαίτερων συμφερόντων και επιθυμιών των ατόμων.

Τέλος, αρκετοί φιλελεύθεροι επικρίνουν τον λαϊκισμό για την έντονη παρουσία του συναισθηματικού στοιχείου και την ηθικοποίηση της πολιτικής. Οι λαϊκιστές κατηγορούνται πως παρουσιάζουν έναν αγνό λαό από τη μια μεριά, χωρίς ευθύνη, και από την άλλη μια διεφθαρμένη ελίτ, υπεύθυνη για όλα τα δεινά.

Ωστόσο, είναι απλουστευτικό να αποδίδεται μόνο στον λαϊκιστικό λόγο αυτή η διάσταση, καθώς επίκληση στο συναίσθημα, λίγο ή πολύ, πραγματοποιείται στην πλειοψηφία των πολιτικών λόγων, αλλά και γενικότερα αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο στις κοινωνικές μας πρακτικές.

Ένας είναι ο εχθρός, ο λαϊκισμός: Αντιλαϊκιστικοί παροξυσμοί

Δεν θα μπορούσε να λείπει από τη συγκεκριμένη συζήτηση ο αντιλαϊκιστικός λόγος. Ένας λόγος, εκφρασμένος συνήθως από τις κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές ελίτ της Ευρώπης, ο οποίος έχει λυμένο το ζήτημα του λαϊκισμού: Ο λαϊκισμός είναι το μεγαλύτερο κακό που θα μπορούσε να μας τύχει, σαν χώρα, σαν λαό, σαν Ευρώπη γενικότερα. Είναι κάτι που θα πρέπει να αποφύγουμε πάση θυσία.

Ειδικότερα, κάποια από τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στον λαϊκισμό στη δημόσια σφαίρα, όπως γράφει αναλυτικά ο Γιάννης Σταυρακάκης στο βιβλίο του «Λαϊκισμός: Μύθοι, στερεότυπα και αναπροσανατολισμοί», είναι τα εξής: «η κοινωνική και πολιτική οπισθοδρόμηση, ο λανθάνων ή ανοιχτός εθνικισμός, η δουλική λατρεία του ηγέτη, η αποστασιοποίηση από το δημοκρατικό παιχνίδι, η χωρίς αρχές συνύπαρξη (άκρο)αριστερών και (άκρο)δεξιών στοιχείων, η ψευδολογία, η δημαγωγία, η ανικανότητα, η ακραία «πολιτικάντικη» και παλαιοκομματική συμπεριφορά» (Σταυρακάκης, 2019, σελ. 14).

Στην ουσία του, το επιχείρημα αποτελεί έναν τρόπο αμφισβήτησης και επίθεσης απέναντι σε πολιτικές θεάσεις που σκέφτονται εκτός του κανόνα της εποχής και αμφισβητούν τη σημερινή κατάσταση ως έχει.

Είναι, κατά κάποιον τρόπο, η επιστροφή του φιλελευθερισμού στις ολιγαρχικές του ρίζες, «ένας ολιγαρχικός ελιτισμός σε απόκλιση από τον πυρήνα αξιών μιας φιλελεύθερης και κοινωνικής δημοκρατίας» (Νικόλας Σεβαστάκης). Σε τελική ανάλυση, η επίθεση στο λαϊκίστικο, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων στον κυρίαρχο λόγο, είναι μια επίθεση στο λαϊκό στοιχείο, νοούμενο ως κάτι επικίνδυνο, ανορθολογικό και, εν πάση περιπτώσει, κάτι το οποίο πρέπει να είναι περιορισμένο.

Ο πυρήνας αυτών των αναλύσεων εντοπίζεται σε διάφορες φιλελεύθερες φαντασιώσεις και φοβίες, όπως η πρόσληψη του λαού ως ανορθολογικής και συναισθηματικά χειραγωγούμενης μάζας, που χρειάζεται τις πεφωτισμένες πολιτικές ελίτ να πάρουν τις κρίσιμες αποφάσεις για αυτόν.

Ωστόσο, παρά τη δυναμική παρουσία τέτοιων προσλήψεων του λαϊκιστικού φαινομένου, υπάρχει και μια οικογένεια θεωρητικών που έχει μια κάπως διαφορετική οπτική επί του θέματος: η Σχολή του Essex.

Η Σχολή του Essex

Σε πλήθος αναλύσεων για φαινόμενα αμφιλεγόμενης σημασίας, σημαντικό ρόλο παίζει ο τρόπος θέασης αυτών ή, καλύτερα, το πού εστιάζει το βλέμμα μας κατά την ανάλυση.

Με άλλα λόγια, η φιλελεύθερη οπτική του λαϊκισμού —σε όποια μορφή της— όπως είδαμε, υστερεί σημαντικά σε βάθος και συναντά τα όριά της, καθώς βλέπει τον λαϊκισμό ως κάτι προσυγκροτημένο, ως μια ιδεολογία ή πολιτικό πρόγραμμα, εν ολίγοις, ως κάτι το οποίο μπορούμε να ορίσουμε με βάση μια ενδότερη ουσία και, άρα, να το κρίνουμε θετικά ή αρνητικά.

Αντιθέτως, η Σχολή του Essex βλέπει τον λαϊκισμό λίγο διαφορετικά, μέσα στη συνθετότητα και την ποικιλομορφία του. Ξεκινώντας από μια αντιουσιοκρατική προσέγγιση του λαϊκιστικού φαινομένου, η προσοχή των θεωρητικών αυτών (Laclau, Mouffe, Σταυρακάκης) κατευθύνεται περισσότερο προς τους λόγους και τις πρακτικές του λαϊκισμού. Δηλαδή, τον προσλαμβάνουν, πρωτίστως, ως μια μορφή πολιτικού λόγου.

Σε μια προσπάθεια ουδετεροποίησης του λαϊκισμού, οι συγκεκριμένοι θεωρητικοί υποστηρίζουν πως μπορεί να πάρει ποικίλες μορφές: είτε δημοκρατικές είτε αντιδημοκρατικές, ανάλογα με τις κοινωνικοϊστορικές συνθήκες στις οποίες αναδύεται. Σημαντικό ρόλο στον δημοκρατικό ή μη χαρακτήρα ενός λαϊκισμού παίζει η πρόσληψη και κατανόηση της δημοκρατίας (φιλελεύθερη, συμμετοχική ή ριζοσπαστική) και του ίδιου του λαϊκισμού (αριστερόστροφος ή δεξιόστροφος, συμπεριληπτικός ή αποκλειστικός).

Ειδικότερα, αποτελεί μια μορφή πολιτικού λόγου η οποία διατείνεται πως εκπροσωπεί τη λαϊκή βούληση και αιτήματα απέναντι σε μια ελίτ, σε ένα κατεστημένο, βλέποντάς τους ως υπευθύνους για την ακύρωση και τη ματαίωση των αιτημάτων αυτών. Αποτελεί την επανεμφάνιση στην πολιτική σκηνή του προτάγματος για λαϊκή κυριαρχία, μιας φράσης γραμμένης σε κάθε σύνταγμα δυτικής δημοκρατίας, η οποία μετατρέπεται με τον χρόνο σε κενό γράμμα.

Σε τελική ανάλυση, είναι η υπεράσπιση του λαϊκού στοιχείου, μια υπεράσπιση που μπορεί να πάρει πολλές και διαφορετικές μορφές.

Ένας ελάχιστος ορισμός

Σύμφωνα με τον Σταυρακάκη (2019), ένας ελάχιστος ορισμός θα μπορούσε να περιλαμβάνει δύο στοιχεία, τον «λαοκεντρισμό» και τον αντιελιτισμό. Εντούτοις, ο λαϊκισμός αναδύεται όταν πληθώρα ανεκπλήρωτων αιτημάτων συναθροίζονται, σχηματίζοντας μια αλυσίδα ισοδυναμίας, με το κάθε αίτημα να είναι καταστατικά διχασμένο, δηλαδή να είναι ταυτόχρονα ο μερικός εαυτός του και να παραπέμπει, μέσω των δεσμών της ισοδυναμίας, στο σύνολο των άλλων αιτημάτων.

Με αυτόν τον τρόπο αναδύεται αυτό που ο Laclau ονόμασε λαϊκή υποκειμενικότητα, δηλαδή ένα υποκείμενο πολλαπλών ισοδύναμων δημοκρατικών αιτημάτων. Απαραίτητη είναι η χάραξη ενός εσωτερικού συνόρου για τον προσδιορισμό της πηγής της δυσφορίας, της μη εκπλήρωσης των αιτημάτων, χωρίζοντας την κοινωνία σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα: την εξουσία (ελίτ) και τους μη προνομιούχους (the underdog), το κατεστημένο (το 1%) και τον «λαό».

Τέλος, σημαντικό ρόλο παίζει το ποιο αίτημα θα πάρει τη μορφή του ηγεμονικού σημαίνοντος, δηλαδή, χωρίς να εγκαταλείπει πλήρως τη μερικότητά του, θα λειτουργεί και ως σημαίνον που αντιπροσωπεύει την ολότητα.

Αριστερός – δεξιός λαϊκισμός

Όχημα κινητοποίησης για τη διεκδίκηση και εκπλήρωση αυτών των αιτημάτων είναι ο λαός, το κεντρικό σημαίνον, δηλαδή η έννοια γύρω από την οποία θα συναρθρωθούν πολλά άλλα μερικής σημασίας αιτήματα και έννοιες, χωρίς φυσικά να χάνουν τη δική τους αυτοτέλεια. Στο σημείο αυτό ακριβώς ανακύπτουν και τα προβλήματα ή, αλλιώς, η ποικιλομορφία του φαινομένου.

Ειδικότερα, άλλα αιτήματα και άλλο λαό εννοεί ένας δεξιόστροφος λαϊκισμός και άλλα ένας αριστερόστροφος λαϊκισμός, όπως και άλλη ελίτ-κατεστημένο, υπεύθυνο για τη δυσφορία του λαού, εννοεί ο ένας και διαφορετικό ο άλλος.

Έτσι, υπάρχει ένας συμπεριληπτικός αριστερόστροφος λαϊκισμός, μη προκαθορισμένος ως προς τον «λαό» και ανοιχτός προς τους μετανάστες και τις μειονοτικές ομάδες, και ένας αποκλειστικός δεξιόστροφος λαϊκισμός, αυστηρά προκαθορισμένος στους εντός του έθνους πολίτες, αποκλείοντας μετανάστες και, πολλές φορές, άλλες μειονοτικές ομάδες.

Καθοριστικής σημασίας ρόλο για τη συνάρθρωση των αιτημάτων αυτών διαδραματίζει η ηγεμονική ιδεολογική διαπάλη, η μάχη δηλαδή για το ποιος θα κατορθώσει να οικειοποιηθεί τα ματαιωμένα αιτήματα του «λαού». Τίποτα δεν εγγυάται πως τα αιτήματα των υποτελών τάξεων θα πάρουν δημοκρατική και προοδευτική μορφή και όχι αυταρχική και αντιδημοκρατική.

Την περασμένη δεκαετία ήταν έκδηλη η άνοδος αριστερών και πιο προοδευτικών λαϊκισμών στην Ευρώπη, ενώ την περίοδο που διανύουμε ζούμε μια νίκη του δεξιού λαϊκισμού ως προς τη διαπάλη για την οικειοποίηση των ανησυχιών και αιτημάτων των λαϊκών τάξεων στις δυτικές κοινωνίες.

Το πρόταγμα του αριστερού λαϊκισμού

Σκιαγραφώντας τα χαρακτηριστικά του λαϊκισμού με αυτόν τον τρόπο, οι θεωρητικοί της Σχολής του Essex έχουν υποστηρίξει πως ένας αριστερός λαϊκισμός μπορεί να ωθήσει τις σύγχρονες κοινωνίες σε δημοκρατικότερες κατευθύνσεις. Έτσι, ο λαϊκισμός μπορεί να δώσει ώθηση σε κοινωνικά αιτήματα και τη δυνατότητα σε αποκλεισμένα μέρη της κοινωνίας να επηρεάζουν τις πολιτικές αποφάσεις.

Είναι εφικτό μέσα από μια λαϊκιστική κινητοποίηση —αριστερού τύπου— να ακουστούν οι αόρατοι της κοινωνίας, οι αποκλεισμένοι και οι «μη προνομιούχοι», να προωθηθούν δημοκρατικά αιτήματα κ.λπ.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η πολιτική παρέμβαση της Chantal Mouffe τα τελευταία χρόνια με τη στρατηγική του αριστερού λαϊκισμού και, πιο πρόσφατα, με τη μορφή της πράσινης δημοκρατικής επανάστασης. Μια παρέμβαση εστιαζόμενη σε ζητήματα εμβάθυνσης της δημοκρατίας, κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά και προστασίας του περιβάλλοντος, πριν να είναι πολύ αργά. Ουσιαστικά, ο αριστερός λαϊκισμός αποτελεί το όχημα, τη στρατηγική μέσω της οποίας αυτή η ριζοσπαστική ατζέντα θα προωθηθεί.

Ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας

Η Chantal Mouffe τις τελευταίες δεκαετίες έχει αναπτύξει —από κοινού με τον εκλιπόντα άνδρα της, Laclau— το θεωρητικό εγχείρημα της ριζοσπαστικοποίησης της δημοκρατίας ως ενός τρόπου επαναπροσδιορισμού του σοσιαλισμού. Η ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας εδώ εννοείται ως μια ριζοσπαστικοποίηση των ηθικοπολιτικών αρχών του φιλελεύθερου δημοκρατικού καθεστώτος, «ελευθέρια και ισότητα για όλους».

Το εγχείρημα αυτό ξεκινάει από το 1985, όταν η Mouffe και ο Laclau γράφουν το βιβλίο «Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική», με σκοπό την επανανοηματοδότηση του σοσιαλισμού ως ριζοσπαστικοποίησης της δημοκρατίας. Υποστήριξαν πως η αριστερά δεν έπρεπε να απορρίψει πλήρως τους φιλελεύθερους θεσμούς, αλλά να τους εμβαθύνει, μέσω μιας κριτικής εμπλοκής με αυτούς.

Σκοπός αυτής της προσπάθειας ήταν η επέκταση των αρχών της ελευθερίας και της ισότητας σε έναν αυξανόμενο αριθμό κοινωνικών σχέσεων, με έναν τρόπο ηγεμονικό. Καθοριστικής σημασίας ρόλο σε αυτή την προσπάθεια διαδραματίζει η σύνδεση της αριστερής λαϊκιστικής στιγμής με τη δημοκρατική παράδοση, καθώς οι αντιστάσεις στη μεταδημοκρατία εκφράζονται με μια γλώσσα δημοκρατική (π.χ. κίνημα πλατειών, δεκαετία 2010).

Χάρη στο δημοκρατικό πολιτικό λεξιλόγιο, υποστηρίζει η Mouffe, οι σχέσεις υποταγής είναι δυνατόν να διαρρηχθούν και να αμφισβητηθούν.

Στο σημείο αυτό εντοπίζεται η (πιθανή) αποτελεσματικότητα της αριστερής λαϊκιστικής στρατηγικής, δηλαδή στην αμφισβήτηση της μεταδημοκρατίας, της νεοφιλελεύθερης TINA (There Is No Alternative) και στην αποκατάσταση της κεντρικής θέσης των δημοκρατικών αξιών της ισότητας και της λαϊκής κυριαρχίας, οι οποίες, παρά την όποια φθορά από τον νεοφιλελευθερισμό, κατέχουν σημαντική θέση στο πολιτικό φαντασιακό των δυτικών κοινωνιών (Mouffe, 2023).

Για επιπλέον μελέτη και εμβάθυνση

Σταυρακάκης, Γ. (2019). Λαϊκισμός: Μύθοι, στερεότυπα και αναπροσανατολισμοί. ΕΑΠ.

Mouffe, C. (2023). Για έναν αριστερό λαϊκισμό. Επέκεινα.

Mouffe, C. (2024). Προς μια πράσινη δημοκρατική επανάσταση. Ο αριστερός λαϊκισμός και η δύναμη των συναισθημάτων. Εκκρεμές.

Loading

Play