Για χρόνια η φράση η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού παρουσιαζόταν ως η αυτονόητη αφετηρία κάθε σοβαρού πολιτικού και κάθε υπεύθυνης πολιτικής δύναμης.
Στην ουσία, αυτό που υπονοούσε δεν ήταν μόνο ότι κάθε κόμμα ή πολιτικός οφείλει να υπόσχεται όσα μπορεί πράγματι να πετύχει. Ήταν και η θέση ότι σωστή πολιτική είναι εκείνη που δεν βγαίνει έξω από τα όρια όσων θεωρούνται συνετά.
Στην πράξη, αυτό σήμαινε πολιτικές που δεν αποκλίνουν από τους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας που απαιτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση – κανόνες που, παρεμπιπτόντως, όχι μόνο δεν συζήτησε πραγματικά η Ευρώπη, αλλά και πλέον ανέχεται συστηματικά να παραβιάζονται -, που δεν ενοχλούν τις αγορές, δηλαδή τις μεγάλες εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων που ενδιαφέρονται κυρίως για άμεσα κέρδη και μετακινούν εύκολα πόρους από τη μία χώρα στην άλλη, και βέβαια που συνυπογράφουν πλήρως πολιτική ιδιωτικοποιήσεων, λιτότητας και ελαστικών εργασιακών σχέσεων για τους μισθωτούς, φοροαπαλλαγών και κάθε είδους διευκολύνσεων για τους εργοδότες και τον μεγάλο πλούτο.
Όλο αυτό καλλιεργήθηκε συστηματικά όχι μόνο μέσα από τις πολιτικές τοποθετήσεις, αλλά και μέσω της αναπαραγωγής του στη δημόσια σφαίρα από διάφορους δημοσιολογούντες, λιγότερο ή περισσότερο σοβαρούς.
Τότε διαμορφώθηκε και ο μπαμπούλας του λαϊκισμού, ως ρετσινιά για οποιονδήποτε, πολιτικό πρόσωπο ή κόμμα, διεκδικούσε διαφορετική πολιτική.
Βεβαίως και κανείς δεν θέλει πολιτικούς που να υπόσχονται πράγματα εξαρχής ανέφικτα ή ανεδαφικά. Όμως κοινωνική πρόοδος δεν υπάρχει με πολιτικούς που απορρίπτουν από πριν κάθε δυνατότητα να αλλάξουν τα πράγματα, δηλαδή με πολιτικούς που στην πράξη υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει καμία ανάγκη προόδου.
Και αυτή η ανάγκη είναι πολύ μεγαλύτερη σε εποχές που απαιτούνται βαθιές τομές και ανατροπές. Αυτή τη στιγμή ένα ολόκληρο κοινωνικό και οικονομικό πρότυπο που κυριαρχεί εδώ και χρόνια στην Ευρώπη και όχι μόνο και που στην Ελλάδα επιβλήθηκε με τα μνημόνια, επειδή η συμφωνία για αυτά προέβλεπε δάνεια με αντάλλαγμα τις διαβόητες μεταρρυθμίσεις, περνά βαθιά κρίση.
Οικονομικά, αυτή η εκδοχή νεοφιλελευθερισμού δεν έχει συμβάλει στην ανάπτυξη και η στασιμότητα κυριαρχεί – η χώρα μας εμφανίζει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, κυρίως επειδή εξακολουθεί να ανακάμπτει από την περίοδο της κρίσης. Παρά τους μεγάλους πόρους των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, υπάρχουν προβλήματα στις υποδομές, ιδίως απέναντι στην κλιματική καταστροφή. Το κοινωνικό κράτος, που σε μεγάλο βαθμό διασφάλισε ότι η Ευρώπη διατήρησε έναν βαθμό κοινωνικής συνοχής, βρίσκεται σε ανοιχτή κρίση και αντιμετωπίζεται ως απλό κόστος που πρέπει να περικοπεί. Οι καλά αμειβόμενες θέσεις στη βιομηχανία αντικαθίστανται ολοένα και περισσότερο από χειρότερα αμειβόμενες και πιο επισφαλείς θέσεις στις υπηρεσίες. Η εκπαίδευση, ένα πεδίο για το οποίο η Ευρώπη πάντα υπερηφανευόταν, σήμερα δέχεται αλλεπάλληλα κύματα υποχρηματοδότησης τη στιγμή που έχει πάψει να λειτουργεί ως μηχανισμός ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας, εξ ου και η εμφάνιση μεγάλων κινημάτων νεολαίας. Η δημοκρατική ανεκτικότητα και το κράτος δικαίου υπονομεύονται ολοένα και περισσότερο, καθώς οι συστημικές δυνάμεις υποκλίνονται στην ατζέντα της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού.
Αν τα πράγματα είναι έτσι στην Ευρώπη, και ίσως ακόμη χειρότερα στην Ελλάδα ύστερα από σχεδόν οκτώ χρόνια διακυβέρνησης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τότε είναι σαφές ότι η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε αυτό που η κυβέρνηση προσπαθεί χρόνια τώρα να μας πείσει ότι είναι εφικτό.
Δεν μπορεί η συζήτηση να περιοριστεί στη λογική ότι η μόνη εφικτή πολιτική είναι τα υπέρογκα πρωτογενή πλεονάσματα και ότι οποιοδήποτε μέτρο ανακούφισης των λαϊκών στρωμάτων απέναντι στην έκρηξη της ακρίβειας θα οδηγήσει σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό.
Δεν μπορεί η κουβέντα για τη φορολογία να περιοριστεί στην εμμονή ότι η μόνη εφικτή φορολογική πολιτική είναι οι φοροαπαλλαγές για τα υψηλά εισοδήματα και οι αυξημένοι έμμεσοι φόροι για τα λαϊκά στρώματα, ούτε μπορεί να αντιμετωπίζει την αναδιανομή ως καταστροφή.
Δεν μπορεί η πολιτική για τα δημόσια αγαθά, την υγεία και την παιδεία να κινηθεί στον εφικτό μονόδρομο της παραπέρα άμεσης και έμμεσης ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης, ακόμη και όταν αυτό σημαίνει ενίσχυση κομπογιαννιτών και σουπερμάρκετ πτυχίων.
Δεν μπορεί η εξωτερική πολιτική να θεωρεί ότι εφικτή είναι μόνο η προσπάθεια να είμαστε με τη σωστή πλευρά της ιστορίας, χωρίς δικές μας πρωτοβουλίες και χωρίς πολυδιάστατες συμμαχίες και συνεργασίες.
Πάνω απ’ όλα, δεν μπορούμε και δεν πρέπει να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι το μόνο εφικτό σήμερα είναι απλώς η διαχείριση μιας πορείας που μετατρέπει όλο και περισσότερο τη χώρα μας σε κοινωνία μειωμένων προσδοκιών και τη σπρώχνει στο περιθώριο των ευρωπαϊκών εξελίξεων.
Όλα αυτά εξηγούν γιατί κάθε προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα μεγάλα προβλήματα της χώρας, από την ακρίβεια και την κρίση του εκπαιδευτικού συστήματος έως την ανησυχία για τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην περιοχή, απαιτεί μεγάλες αλλαγές και ανατροπές. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί και σύγκρουση με όλα τα συμφέροντα που βολεύτηκαν τόσα χρόνια με τη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Όλα αυτά τα γνωρίζει καλά η κυβέρνηση. Γι’ αυτό και αρνείται επίμονα και συστηματικά να μπει στην ουσία της συζήτησης για το τι είδους πολιτικές χρειάζεται η χώρα σήμερα και προτιμά να αναπαράγει τη μυθολογία ότι οποιαδήποτε άλλη πολιτική δεν είναι απλώς ανέφικτη, αλλά και επικίνδυνη γιατί μπορεί να οδηγήσει στο χάος.
Όμως, είναι γελασμένη αν πιστεύει ότι οι πολίτες σήμερα φοβούνται την αλλαγή. Το ακριβώς αντίθετο: αυτό που αναζητούν είναι πολιτικές δυνάμεις και προτάσεις που να εκφράζουν την ικανότητα πραγματικών αλλαγών στο κράτος, την οικονομία και την κοινωνία.
Αν κάτι αποζητούν οι πολίτες, δεν είναι η σιγουριά του εφικτού, ούτε πολύ περισσότερο η αναπαραγωγή της σημερινής κατάστασης, δηλαδή η διατήρηση όλων των λόγων που σήμερα γεννούν τόσο βαθιά δυσαρέσκεια και αγανάκτηση στην κοινωνία. Αναζητούν την πολιτική δύναμη που θα αποδείξει ότι μπορεί να υπάρξει μια άλλη διακυβέρνηση, ικανή να κάνει πράξη τις αλλαγές και τις ανατροπές, τις ρήξεις και τις τομές που χρειάζεται η χώρα για να ξεκολλήσει από τον σημερινό κατήφορο. Γι’ αυτό και οι δυνάμεις που θέλουν να εκπροσωπήσουν την αλλαγή δεν πρέπει να φοβηθούν να πουν ότι φέρνουν την ανατροπή και ότι διαθέτουν το σχέδιο και το πρόγραμμα, την πολιτική βούληση και τα εργαλεία πολιτικής για να την κάνουν πράξη.
Σε τελική ανάλυση, αν κάτι είναι ανέφικτο, αυτό δεν είναι η αλλαγή. Πραγματικά ανέφικτη είναι μόνο η συνέχιση της σημερινής κατάστασης. Αντίθετα, η αλλαγή είναι και αναγκαία και εφικτή.
![]()
