Το ΠΑΣΟΚ δείχνει να έχει χαθεί στη μετάφραση της συγκυρίας, την ώρα που η πολιτική αντιπαράθεση αλλάζει ξανά όρους. Αντί να εστιάζει στην κυβέρνηση, έχει στραφεί σε έναν μονομέτωπο πόλεμο κατά του Αλέξη Τσίπρα και της ΕΛΑΣ.
Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Όσο περισσότερο προβάλλει την εικόνα της απόλυτης κυριαρχίας στο πολιτικό παιχνίδι, τόσο πιο καθαρά αποτυπώνεται η πραγματική της αμηχανία.
Ο λόγος είναι απλός: όλος ο σχεδιασμός της είχε στηριχθεί σε μια αντιπολίτευση μόνιμα διασπασμένη, χωρίς ηγεμονικό αφήγημα και περιορισμένη σε κραυγές χωρίς στρατηγική. Αυτό όμως ανατράπηκε με την εμφάνιση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης του Αλέξη Τσίπρα, που έφερε ξανά την πολιτική αντιπαράθεση σε μια κανονικότητα όπου μια κυβέρνηση που θα οδηγηθεί σε εκλογές στο τέλος οκταετίας οφείλει να απολογηθεί για το έργο της και να αναμετρηθεί με τη σαφή και αρνητική εικόνα που έχει σχηματίσει η κοινωνία.
Εκεί όπου μέχρι πρότινος οι δημοσκοπήσεις είχαν πολύ αρνητικούς δείκτες, με τη διαφορά ότι ήταν ακόμη χειρότεροι για την αντιπολίτευση, η κυβέρνηση βρίσκεται τώρα μπροστά σε ένα νέο τοπίο, κάθε άλλο παρά εύκολο, και καλείται να ασκήσει πραγματική πολιτική.
Στο κυβερνητικό επιτελείο γνωρίζουν ότι οι στατιστικές αλχημείες του κ. Σκέρτσου είναι βολικές για τον Αύγουστο, αλλά δεν αρκούν για να πείσουν τους πολίτες. Δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο οι βουλευτές μπορούν να πάνε στα καφενεία και τις γειτονιές και να πουν «ψηφίστε μας ξανά, γιατί περνάτε πολύ καλά και έχουμε τις στατιστικές που το αποδεικνύουν».
Ούτε μπορούν να υποσχεθούν ότι θα κάνουν τώρα όλα όσα δεν έκαναν τα προηγούμενα οκτώ χρόνια, γιατί θα βρεθούν αμέσως απέναντι στο εύλογο ερώτημα: ποια εγγύηση μπορούν να προσφέρουν ότι θα κάνουν τώρα όσα δεν έκαναν επί οκταετία;
Τι τους μένει; Να επιχειρήσουν να πλήξουν τον αντίπαλό τους. Αυτό παίρνει δύο μορφές: είτε μια μεγάλη επιστροφή στο 2015, με την ελπίδα να ξυπνήσουν φοβικά αντανακλαστικά που δεν ξύπνησαν ούτε το 2019, είτε μια επαναφορά στη ρητορική περί ψεμάτων, στην οποία επιδίδεται συστηματικά, αλλά με παραδειγματική αναποτελεσματικότητα, ο κ. Σκέρτσος.
Η άλλη διαδρομή είναι η προσπάθεια να γκρεμιστεί το ηθικό πλεονέκτημα του αντιπάλου. Και αυτό γιατί γνωρίζουν πολύ καλά ότι, όσα και αν ειπωθούν για την τετραετία 2015-2019, δεν μπορούν να ισχυριστούν πως τότε υπήρχε το είδος διάχυτης και ενδημικής διαφθοράς που υπάρχει σήμερα, με μια κυβέρνηση που είναι όντως ο καλύτερος πελάτης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Έτσι θα ήθελαν να εμπεδώσουν στην κοινή γνώμη την αίσθηση ότι δεν υπάρχει πια ούτε ηθικό πλεονέκτημα και ότι η πολιτική πρόταση της ΕΛΑΣ εκπροσωπεί τη διαπλοκή και τα συμφέροντα.
Η δυσκολία να περάσει μια τέτοια εικόνα είναι προφανής: μια κυβέρνηση που χρεώνεται τα Τέμπη, τις υποκλοπές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, την κακοδιαχείριση ενός Ταμείου Ανάκαμψης που αξιοποιήθηκε πρωτίστως για κομματικούς και μικροπολιτικούς λόγους, καθώς και όλες τις περιπτώσεις επιχειρήσεων που βρέθηκαν να παίρνουν μεγάλο μέρος των έργων και ταυτόχρονα, ως δια μαγείας, να επενδύουν σε φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, δύσκολα μπορεί να κατηγορήσει άλλο κόμμα για διαπλοκή και εξυπηρέτηση συμφερόντων.
Οπότε, ως λύση, μένει να βρεθεί κάποιο άλλο κόμμα που θα αναλάβει αυτόν τον ρόλο.
Κάποιες φορές, μάλιστα, όλα αυτά δεν χρειάζονται καν μεγάλο σχεδιασμό. Αρκεί η πολιτική αμηχανία. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει το τελευταίο διάστημα με το ΠΑΣΟΚ.
Το κόμμα που παραμένει όχι μόνο η αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά και η βασική δύναμη κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης μέσα στη Βουλή, το τελευταίο διάστημα αντί να πιέζει την κυβέρνηση για τα νομοσχέδια που φέρνει κατακαλόκαιρο και τα συμφέροντα που επιχειρεί να εξυπηρετήσει, έχει επικεντρωθεί σε έναν μονομέτωπο πόλεμο κατά του Αλέξη Τσίπρα και της ΕΛΑΣ, ακριβώς πάνω στη θεματική που η κυβέρνηση ξέρει ότι δεν μπορεί να σηκώσει μόνη της: ότι δηλαδή εξυπηρετούν συμφέροντα και δεν πρόκειται να συγκρουστούν με τη διαφθορά.
Και επειδή είναι βυθισμένοι στην αμηχανία, με τις δημοσκοπήσεις να μην είναι ιδιαίτερα ευνοϊκές, δεν κάθονται καν να ελέγξουν όσα λένε και γράφουν. Υιοθετούν, για παράδειγμα, το αφήγημα ότι δήθεν η ΕΛΑΣ δεν πρόκειται να ασχοληθεί με τα σκάνδαλα της ΝΔ, όταν ο Τσίπρας στη συνέντευξή του στο in είπε ακριβώς το αντίθετο: ότι θέλει να διασφαλίσει πως μια πραγματικά ανεξάρτητη δικαιοσύνη θα κάνει τη δουλειά της, χωρίς τις σημερινές παρεμβάσεις και τον ασφυκτικό κυβερνητικό εναγκαλισμό, ώστε να λογοδοτήσουν όσοι εμπλέκονται σε αυτή τη γενικευμένη θεσμική παραβατικότητα. Κοντολογίς, το αυτονόητο. Και μίλησε και για πολύ συγκεκριμένα ζητήματα, ιδίως στον χώρο της ενέργειας.
Αντίστοιχα, μοιάζει σχεδόν σουρεαλιστικό να καταγγέλλει το ΠΑΣΟΚ υποστήριξη από την ολιγαρχία επειδή κάποια ΜΜΕ δεν είναι τόσο ψυχαναγκαστικά φιλοκυβερνητικά, σκέφτονται θεσμικά και προσπαθούν να προβάλλουν ισότιμα και τις θέσεις της δημοκρατικής και προοδευτικής αντιπολίτευσης, του ΠΑΣΟΚ συμπεριλαμβανομένου. Σαν να ήταν κανονικότητα να υπάρχει ένα ασφυκτικά φιλοκυβερνητικό μιντιακό τοπίο, όπου κανένα μέσο δεν θα αντιμετώπιζε θετικά την αντιπολίτευση.
Χαμένο στη μετάφραση της συγκυρίας σε πολιτικό σχεδιασμό, το ΠΑΣΟΚ δεν βλέπει ότι αυτή η επιλογή ενός μονομέτωπου αγώνα κατά της ΕΛΑΣ εξυπηρετεί μόνο τη Νέα Δημοκρατία, που προφανώς θα ήταν ευτυχισμένη να δει έναν εμφύλιο μέσα στην αντιπολίτευση. Χαρακτηριστική είναι η ειρωνική αναφορά του Παύλου Μαρινάκη στην κόντρα αυτή – «να χαίρονται το προοδευτικό μέτωπο, αυτό σε άλλο μέτωπο παραπέμπει, όχι σε προοδευτικό, μάλλον σε πολεμικό, κομματικά πολεμικό» – για να καταλήξει σε παραλλαγή της γνωστής επωδού «Μητσοτάκης ή χάος», λέγοντας ότι πρόκειται για μια σταθερή κυβέρνηση.
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη ζήτημα, από μια άποψη πιο σοβαρό: όταν ένα κόμμα της αντιπολίτευσης επιλέγει να επικεντρωθεί σε συστηματική επίθεση σε άλλη δύναμη της αντιπολίτευσης, τότε αντικειμενικά σχεδόν μοιάζει να επιλέγει ως ενδεχόμενο, ακόμη κι αν δεν το ομολογεί, να συνεργαστεί με την κυβέρνηση. Και αυτό δεν είναι σεναριολογία: αυτή τη στιγμή το μόνο ενδεχόμενο για να υπάρξει μετά τις επόμενες εκλογές κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι να προσφέρει στήριξη το ΠΑΣΟΚ με αντάλλαγμα κάποια υπουργεία, ώστε να ικανοποιηθούν και οι φιλοδοξίες ορισμένων στελεχών του να καθίσουν σε υπουργικό θώκο χωρίς να χρειαστεί να μεταγραφούν στη Νέα Δημοκρατία, όπως έκαναν αρκετά πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ που ήδη στελεχώνουν την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Δεν είναι τυχαίο, επίσης, ότι επιστρέφουν στο προσκήνιο στελέχη του ΠΑΣΟΚ που έτσι κι αλλιώς θα ήθελαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ακόμη κι αν ικανοποιούνταν οι δικές τους φιλοδοξίες, για το ίδιο το ΠΑΣΟΚ μια τέτοια συγκυβέρνηση θα σήμαινε το τέλος του δρόμου.
Γι’ αυτό καλό είναι στο ΠΑΣΟΚ να σταματήσουν να είναι χαμένοι στη μετάφραση, να αποκτήσουν επίγνωση των πραγματικών επίδικων και, τελικά, να κάνουν αυτό που λένε πως θέλουν: να συμβάλουν στο να αλλάξουν τα πράγματα στη χώρα.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
