Δημοσκόπηση: Η πολιτική αλλαγή κερδίζει έδαφος με μικρή πτώση για τη ΝΔ και δεύτερη την ΕΛΑΣ

Δημοσκόπηση: Η πολιτική αλλαγή κερδίζει έδαφος με μικρή πτώση για τη ΝΔ και δεύτερη την ΕΛΑΣ

Η πολιτική αλλαγή κερδίζει έδαφος στη νέα δημοσκόπηση, την ώρα που η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει μικρή υποχώρηση και η ΕΛΑΣ διατηρείται στη δεύτερη θέση.

Την εικόνα διαμορφώνουν η ακρίβεια, η ενεργειακή κρίση και η ανησυχία των πολιτών μπροστά σε έναν δύσκολο χειμώνα.

Η έρευνα της OPINION POLL για λογαριασμό του ACTION 24, που πραγματοποιήθηκε στο διάστημα 7/10-12/10, αποτυπώνει μια σειρά από ενδιαφέροντα ευρήματα.

Στα βασικά συμπεράσματα της μελέτης περιλαμβάνεται η εκλογική συμπεριφορά, μέσα από την εκτίμηση και την πρόθεση ψήφου.

Στην εκτίμηση ψήφου, η Νέα Δημοκρατία καταγράφεται στο 30,3%, σημειώνοντας πτώση 0,7% σε σχέση με τη μέτρηση του Σεπτεμβρίου, ενώ η ΕΛΑΣ ακολουθεί με 15,9% (15,9%). Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στην τρίτη θέση με 12,3% (12,1%) και απέχει 3,5% από τη Συμπαράταξη, από 3,8% τον Σεπτέμβριο.

Ακολουθούν το ΚΚΕ με 7,2% (6,8%), η Ελληνική Λύση με 6,8% (7,3%), η Πλεύση Ελευθερίας με 5,1% (5,4%), η ΕΛΠΙΔΑ με 4,5% (4,8%), η Φωνή Λογικής με 3,5% (3,3%) και η πρωτοεμφανιζόμενη Συμμαχία Ελλήνων με 3,5%.

Το ΜέΡΑ25 καταγράφεται στο 2,7%, ο ΣΥΡΙΖΑ στο 1,7% και η ΝΙΚΗ στο 1,1%, ενώ το Άλλο κόμμα συγκεντρώνει 5,6%. Δεν εμφανίζονται οι ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ, οι ΔΗΜΟΚΡΑΤΕΣ και η ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, καθώς κινούνται κάτω από το 1% και τα ποσοστά τους ενσωματώνονται στο Άλλο κόμμα.

Στην πρόθεση ψήφου επί των εγκύρων, η Νέα Δημοκρατία καταγράφεται στο 25,5%, η ΕΛΑΣ στο 13,3% και το ΠΑΣΟΚ στο 10,4%. Ακολουθούν το ΚΚΕ με 6,1%, η Ελληνική Λύση με 5,8%, η Πλεύση Ελευθερίας με 4,3%, η ΕΛΠΙΔΑ με 3,8%, η Φωνή Λογικής με 2,9%, η Συμμαχία Ελλήνων με 2,9%, το ΜέΡΑ25 με 2,2%, ο ΣΥΡΙΖΑ με 1,5% και η ΝΙΚΗ με 0,9%, ενώ το Άλλο συγκεντρώνει 4,7%. Οι αναποφάσιστοι φτάνουν το 15,7%.

Με βάση τα παραπάνω αποτελέσματα στην εκτίμηση ψήφου, προκύπτει εννιακομματική Βουλή, με τις έδρες να κατανέμονται ως εξής: ΝΔ 122, ΕΛΑΣ 48, ΠΑΣΟΚ 37, ΚΚΕ 21, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ 20, ΠΛΕΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ 16, ΕΛΠΙΔΑ 14, ΦΩΝΗ ΛΟΓΙΚΗΣ 11 και ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ 11.

Σχεδόν 7 στους 10 αξιολογούν αρνητικά τη θητεία της κυβέρνησης

Στην αξιολόγηση της μέχρι τώρα θητείας της κυβέρνησης, θετικές ή μάλλον θετικές απόψεις εκφράζει το 31,7%, ενώ αρνητικές ή μάλλον αρνητικές το 66,3%. Τον Σεπτέμβριο τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 31,7% και 66,3%, με τις θετικές απόψεις να εμφανίζονται μειωμένες κατά 1%.

Στο ερώτημα για τον καταλληλότερο πρωθυπουργό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 27,4%, ενώ το 26,5% απαντά «κανέναν από αυτούς». Ο Αλέξης Τσίπρας καταγράφεται στο 13,1% και ο Νίκος Ανδρουλάκης στο 7,1%. Σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο, η επίδοση του Κυριάκου Μητσοτάκη υποχωρεί από 27,9% σε 27,4%, του Αλέξη Τσίπρα από 13,9% σε 13,1% και του Νίκου Ανδρουλάκη από 7,4% σε 7,1%. Αντίθετα, η επιλογή «κανέναν από αυτούς» αυξάνεται από 24,9% σε 26,5%. Από τους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς, ως καταλληλότεροι για πρωθυπουργός επιλέγονται ο Κ. Βελόπουλος με 3,7%, η Ζωή Κωνσταντοπούλου με 3%, η Μαρία Καρυστιανού με 2,6%, η Αφροδίτη Λατινοπούλου με 2,3% και ο Δ. Κουτσούμπας με 2,2%.

Στη δυνητική ψήφο για ένα κόμμα Σαμαρά, το «πολύ πιθανό» να το ψηφίσουν συγκεντρώνει 3,6% και το «αρκετά πιθανό» 8,2%. Το άθροισμα φτάνει το 11,8%. Η εικόνα παραμένει στάσιμη, καθώς τον Σεπτέμβριο το άθροισμα ήταν 11,5% (3,6% το πολύ) και τον Ιούνιο 11,7% (3,8% το πολύ).

Για την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα, το 48,6% θεωρεί ότι ενίσχυσε ή μάλλον ενίσχυσε τις εθνικές θέσεις, ενώ το 47% έχει αντίθετη άποψη. Τα πιο θετικά κομματικά ακροατήρια είναι οι ψηφοφόροι της Ν.Δ. με 77,7% και του ΠΑΣΟΚ με 63,6%.

Στην ερώτηση για την ενεργειακή συμμαχία με τις ΗΠΑ, με αναφορές στον κάθετο διάδρομο και στις γεωτρήσεις, το 55,9% εκτιμά ότι ενισχύεται η εθνική ασφάλεια, έναντι 40,8% που διαφωνεί.

Η ακρίβεια και ο πληθωρισμός αναδεικνύονται με μεγάλη διαφορά ως το σημαντικότερο πρόβλημα για τους πολίτες, με ποσοστό 59%. Ακολουθούν η οικονομία και η ανάπτυξη με 27,2% και η ενεργειακή κρίση μαζί με το κόστος των καυσίμων, της θέρμανσης και της ηλεκτρικής ενέργειας με 21,2%.

Η ιεράρχηση αυτή δείχνει τη βαρύτητα των οικονομικών ζητημάτων στην καθημερινότητα των νοικοκυριών. Η ακρίβεια δεν εμφανίζεται ως μεμονωμένο πρόβλημα, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης ανησυχίας για το εισόδημα, το κόστος ζωής και τις προοπτικές της οικονομίας.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι ότι το 58,5% των ερωτηθέντων δηλώνει πως το βιοτικό του επίπεδο έχει χειροτερεύσει τον τελευταίο χρόνο, ενώ το 32,9% αναφέρει ότι παραμένει στα ίδια επίπεδα. Μόλις το 8% λέει ότι έχει βελτιωθεί.

Την ίδια στιγμή, η ενεργειακή κρίση και η αύξηση των καυσίμων προκαλούν έντονη ανησυχία για την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών: το 42% εκτιμά ότι θα επηρεαστεί πολύ αρνητικά και το 41,3% αρκετά αρνητικά. Συνολικά, περισσότεροι από οκτώ στους δέκα πολίτες περιμένουν σημαντική οικονομική επιβάρυνση.

Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν το διακύβευμα της οικονομικής πολιτικής: την επίδραση των τιμών και του ενεργειακού κόστους στο διαθέσιμο εισόδημα και στην καθημερινή ζωή των πολιτών.

Στο ερώτημα για τις αιτίες της συνεχιζόμενης και αυξανόμενης ακρίβειας, το 50,4% αποδίδει το πρόβλημα στην αδυναμία της κυβέρνησης να το αντιμετωπίσει. Το 22% θεωρεί ότι οφείλεται κυρίως σε εξωγενείς, διεθνείς παράγοντες, όπως οι πόλεμοι, ενώ το 25,9% εκτιμά ότι ευθύνονται και οι δύο παράγοντες.

Στο ίδιο πλαίσιο, το 76,2% θεωρεί ότι η κυβέρνηση καθυστερεί και επιδεικνύει ολιγωρία, αντί να παρακολουθεί αποτελεσματικά το πρόβλημα και να παρεμβαίνει άμεσα. Μόλις το 21% εκτιμά ότι η κυβέρνηση παρακολουθεί την κατάσταση και παρεμβαίνει εγκαίρως.

Η οικονομική δυσαρέσκεια συνοδεύεται, έτσι, από σαφή κριτική για τον χρόνο, την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών αντιδράσεων.

Τα μέτρα στήριξης αξιολογούνται με βάση την επάρκειά τους απέναντι στο μέγεθος του προβλήματος.

Η έρευνα καταγράφει διαφορετικό βαθμό αποδοχής για τα επιμέρους μέτρα που αφορούν την ενεργειακή επιβάρυνση, τις οφειλές και την προστασία των νοικοκυριών.

Η διεύρυνση του πλαισίου των 72 δόσεων σε 120 δόσεις για παλαιότερες οφειλές προς το Δημόσιο συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη θετική αξιολόγηση, με 60,3%. Ακολουθούν η πρόβλεψη αυστηρότερων όρων για τους servicers, με στόχο την προστασία των συνεπών οφειλετών από κατασχέσεις ή πλειστηριασμούς, με 55,6%, και η συγκράτηση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης κάτω από 1,75 ευρώ, με 53,6%.

Αντίθετα, η επιδότηση στο δίκτυο για το πετρέλαιο κίνησης συγκεντρώνει θετικές ή μάλλον θετικές αξιολογήσεις από το 43,8%, ενώ το 50,8% την αξιολογεί αρνητικά ή μάλλον αρνητικά.

Η συνολική αποτίμηση του πακέτου των μέτρων είναι ακόμη πιο ενδεικτική: το 59,5% θεωρεί ότι τα μέτρα δεν επιφέρουν σημαντική αλλαγή, λόγω του μεγέθους του προβλήματος. Το 29,7% εκτιμά ότι κινούνται προς θετική κατεύθυνση, αλλά απαιτούνται πιο ριζικές παρεμβάσεις, ενώ μόλις το 8,1% θεωρεί ότι ελαφρύνουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Το βασικό εύρημα είναι ότι η αξιολόγηση των μέτρων δεν εξαντλείται στη θετική ή αρνητική αποδοχή μεμονωμένων παρεμβάσεων. Κυρίαρχο κριτήριο παραμένει το κατά πόσο αυτές επαρκούν για να αντιμετωπίσουν το πραγματικό μέγεθος της οικονομικής επιβάρυνσης.

Παράλληλα, το 58,7% θεωρεί ότι απαιτείται συνολική αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, με χαλάρωση των περιορισμών που διέπουν τις κρατικές δαπάνες, ώστε να διευκολυνθεί η λήψη πρόσθετων μέτρων. Το 37,7% θεωρεί ότι μια χώρα μπορεί να αντιμετωπίσει την κρίση μόνη της, λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα.

Ενδεικτική είναι, τέλος, η αποτίμηση της έως τώρα ευρωπαϊκής αντίδρασης: το 80,5% θεωρεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αντιδρά ή μάλλον δεν αντιδρά άμεσα και συντονισμένα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης. Μόλις το 15,5% έχει θετική άποψη.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει τι δηλώνουν οι πολίτες ότι θα μετρήσει περισσότερο στην τελική απόφασή τους. Η εγγύηση ανόδου του βιοτικού επιπέδου συγκεντρώνει 35,6%, ενώ η ανάγκη για πολιτική αλλαγή ακολουθεί πολύ κοντά, με 35,1%. Η ανάγκη σταθερότητας λόγω των διεθνών αναταράξεων καταγράφει 27,1%, ενώ η ανάγκη μεταρρυθμίσεων στο πολιτικό σύστημα και στο κράτος δικαίου φτάνει το 26,4%.

Σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο, η ανάγκη για πολιτική αλλαγή ενισχύεται από 29,2% σε 35,1%, ενώ αυξάνεται και η σημασία των μεταρρυθμίσεων στο πολιτικό σύστημα και στο κράτος δικαίου, από 22,2% σε 26,4%.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι η οικονομική κατάσταση και η αναζήτηση πολιτικής αλλαγής αποτελούν δύο από τους βασικούς άξονες γύρω από τους οποίους διαμορφώνεται η εκλογική συμπεριφορά.

Loading

Play