Η ανάγκη διαλόγου Ελλάδας – Τουρκίας υπό την κυβερνητική οπτική του Π. Μαρινάκη

Η ανάγκη διαλόγου Ελλάδας – Τουρκίας υπό την κυβερνητική οπτική του Π. Μαρινάκη

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, σε άρθρο του στο Πρώτο Θέμα, τονίζει ότι ο διάλογος Ελλάδας-Τουρκίας είναι διαχρονικά αναγκαίος και δεν συνιστά υποχώρηση στα εθνικά συμφέροντα, όπως αποδεικνύεται ιστορικά από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις. Προσθέτει ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει μία μόνο διαφορά με την Τουρκία, την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, αλλά διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας για τη μείωση της έντασης, τον έλεγχο μεταναστευτικών ροών και τη σταθερότητα στην περιοχή. Παράλληλα υπογραμμίζει ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει ενισχύσει αποφασιστικά την αποτρεπτική ισχύ και τις συμμαχίες της χώρας, θωρακίζοντας την εθνική ασφάλεια χωρίς αυταπάτες.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο του άρθρου του κυβερνητικού εκπροσώπου:

Διάλογος, με ισχυρή Ελλάδα

Με αφορμή την επικείμενη συνάντηση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ – Ταγίπ Ερντογάν, επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση το ερώτημα περί της σκοπιμότητας αυτής της συνάντησης, τη στιγμή που η Τουρκία εξακολουθεί να εγείρει προκλητικές αξιώσεις. Πρόκειται για ένα ερώτημα που, αν και φαινομενικά μοιάζει εύλογο, η απάντησή του έχει δοθεί τόσο από την ίδια την Ιστορία, όσο και από τους κανόνες των διεθνών σχέσεων.

Οι συζητήσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο υψηλότερο επίπεδο ξεκίνησαν πριν από σχεδόν έναν αιώνα. Ήταν άραγε εθνικός υπονομευτής ο Ελευθέριος Βενιζέλος που τις ξεκίνησε, υπογράφοντας το 1930 το Σύμφωνο Φιλίας; Ή μήπως έβλαψε τα εθνικά μας συμφέροντα ο Αλέξανδρος Παπάγος, ο οποίος πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην ‘Αγκυρα το 1953; Από την αυγή της Μεταπολίτευσης μέχρι και σήμερα, ακόμα και σε περιόδους σφοδρότερης έντασης και πιο ακραίας τουρκικής ρητορικής, μπορεί κανείς να χρεώσει ενδοτισμό στους πρωθυπουργούς (από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή μέχρι τον Αλέξη Τσίπρα) επειδή συνέχισαν να συνομιλούν απευθείας με την πολιτική ηγεσία της Τουρκίας. Η αυτονόητη απάντηση σε όλα τα παραπάνω είναι ένα ξεκάθαρο όχι.

Ασφαλώς, αυτό δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε σε όλα με την Τουρκία. Η μία και μόνη διαφορά που αναγνωρίζουμε, δηλαδή η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, παραμένει άλυτη εδώ και δεκαετίες. Ωστόσο, πρέπει να διατηρούμε μια λειτουργική και παραγωγική σχέση με τη γειτονική μας χώρα σε επιμέρους τομείς.

Τι έχουμε κερδίσει από την πολιτική των ανοιχτών διαύλων; Πρώτο και κυριότερο, τη μείωση της έντασης – και αναφέρομαι κυρίως στον αέρα, όπου οι παραβιάσεις του εναερίου χώρου μας έχουν περιοριστεί δραστικά. Χάρη στη συνεργασία με την Τουρκία, οι μεταναστευτικές ροές εμφανίζονται σαφώς μειωμένες. Οι συζητήσεις αυτές δεν εξαντλούνται στα ελληνοτουρκικά, αλλά εκτείνονται σε όλα τα ζητήματα της περιοχής. Και, τέλος, η ύπαρξη καναλιών επικοινωνίας μπορεί να φανεί χρήσιμη στο απευκταίο σενάριο έντασης, με στόχο την ταχύτερη δυνατή αποκλιμάκωση.

Νομίζω, λοιπόν, ότι όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι μέσα από αυτό το σχήμα διακυβερνητικής συνεργασίας, η χώρα όχι απλώς δεν ζημιώνεται, αλλά ενισχύει τη διαπραγματευτική μας θέση και την εθνική ασφάλεια. Φυσικά, δεν έχουμε αυταπάτες: όσο η Τουρκία εξακολουθεί να μιλά για «γκρίζες ζώνες» και «casus belli», είναι ξεκάθαρο ότι απέχουμε από τη λύση της παραπομπής της διαφοράς μας σε ένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.

Είναι ξεκάθαρο ότι ο διάλογος με την Τουρκία δεν βλάπτει τα εθνικά μας συμφέροντα, ας περάσουμε σε όσα επιμελώς αποκρύπτουν όσοι κάνουν λόγο για υποτελή στάση: αναφέρομαι στην ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας επί πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη. Τα τελευταία 6,5 χρόνια, κάναμε όσα δεν είχαν γίνει επί δεκαετίες.

Με τις υπογραφές αυτής της κυβέρνησης, η Ελλάδα μεγάλωσε, επεκτείνοντας τα χωρικά μας ύδατα στο Ιόνιο στα 12 ναυτικά μίλια και διατηρώντας το δικαίωμα επέκτασης έως τα 12 μίλια και στο Αιγαίο. Με ενέργειες αυτής της κυβέρνησης, η Ελλάδα έχει οικοδομήσει ένα ευρύ σύστημα συμμαχιών στη Μεσόγειο, τόσο διπλωματικά όσο και αμυντικά. Επίσης, με τις ενεργειακές συμφωνίες και τις τριμερείς συνεργασίες στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, ενισχύθηκε το γεωπολιτικό αποτύπωμα της χώρας.

Με ενέργειες αυτής της κυβέρνησης αποκαθίσταται η ισορροπία δυνάμεων στη γειτονιά μας. Αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι το 2019 η χώρα βρισκόταν εκτός F-16 και F-35, τη στιγμή που η Τουρκία συμμετείχε και στα δύο προγράμματα. Σήμερα, η Ελλάδα έχει ολοκληρώσει την πρώτη φάση αναβάθμισης των F-16 και έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα για τα F-35, ενώ η Τουρκία βρέθηκε εκτός και των δύο προγραμμάτων. Με πρωτοβουλία αυτής της κυβέρνησης δρομολογήθηκε η απόκτηση τεσσάρων φρεγατών Belharra, εκ των οποίων η πρώτη ήδη παραδόθηκε. Αποκτήθηκαν συνολικά 24 μαχητικά αεροσκάφη Rafale.

Όλοι στην Κυβέρνηση κατανοούμε τις ανησυχίες των πολιτών γύρω από τα εθνικά θέματα. Θεωρούμε υποχρέωσή μας να απαντάμε στις ανησυχίες αυτές με καθαρά λόγια και δεδομένα. Οι μικρέμποροι ψευτοπατριωτισμού που ενοχοποιούν τις επαφές Ελλάδας και Τουρκίας δεν κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση από άγνοια, αλλά από σκοπιμότητα. Σε αυτούς απαντάμε όχι με λόγια, αλλά με πράξεις, τις οποίες αναγνωρίζουν και επιδοκιμάζουν οι Ελληνίδες και οι Έλληνες, ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης.

Όπως έχει αναφέρει πρόσφατα ο Πρωθυπουργός, η Ελλάδα κινείται και εξοπλίζεται, όχι επειδή οι εξοπλισμοί μας πρέπει να είναι σε μόνιμη αντιδιαστολή με αυτά που κάνει η Τουρκία, αλλά γιατί έχουμε υποχρέωση να θωρακίζουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις μας, δεδομένου ότι ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις στηρίζουν το αποτρεπτικό δόγμα της εξωτερικής μας πολιτικής. Άρα, δεν περιμένουμε να δούμε ένα παράθυρο ευκαιρίας με την Τουρκία, χωρίς να επενδύουμε στη δική μας ισχύ.

Δεν έχουμε αυταπάτες ότι μόνο μέσα από αυτές τις συναντήσεις η Τουρκία θα υπαναχωρήσει από τις θέσεις της. Ωστόσο, δεν αγνοούμε δύο πολύ κρίσιμες παραμέτρους της πραγματικότητας: πρώτον, ότι είμαστε γείτονες – άρα, πρέπει να βρούμε τρόπο να συνυπάρχουμε. Και δεύτερον, ότι η ευρύτερη περιοχή μας έχει πολλά και σύνθετα προβλήματα, οπότε κάθε βήμα προς τη σταθερότητα παράγει προστιθέμενη αξία για τα συμφέροντα της χώρας.

Από το 2019 μέχρι σήμερα, με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η Ελλάδα μεγαλώνει και «ψηλώνει» όσο ποτέ. Και το πετυχαίνει με προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο, πίστη στην ισχύ των αξιών μας και στην αξία της ισχύος μας. Η Ιστορία έχει αποδείξει ότι, όποτε υπάρχουν και λειτουργούν ανοικτοί δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών, αποφεύγονται επικίνδυνες εντάσεις και αποτυπώνονται οφέλη και για τις δύο πλευρές του Αιγαίου.

Loading

Play