Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών υπεραμύνεται της πολιτικής πρόωρης αποπληρωμής δημοσίου χρέους, απαντώντας στην κριτική της αντιπολίτευσης και υποστηρίζοντας ότι η μείωση του χρέους περιορίζει το κόστος τόκων και δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο.
Σε ανακοίνωσή του, το υπουργείο υποστηρίζει ότι οι πρόωρες αποπληρωμές παλαιών δανείων έχουν αποφέρει σημαντικό οικονομικό όφελος, το οποίο για την επόμενη επταετία υπολογίζεται σε τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, ασκεί έντονη κριτική στις πολιτικές δυνάμεις που αμφισβητούν την επιλογή αυτή, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για δυνάμεις που στο παρελθόν «συνέβαλαν στην εκτόξευση του χρέους, έπαιξαν ρόλο στο να οδηγηθεί η Ελλάδα στα μνημόνια και υποθήκευσαν για δεκαετίες το εισόδημα και τις επιλογές των επόμενων γενεών».
Το υπουργείο σημειώνει ακόμη ότι «οι Έλληνες πλήρωσαν πολύ ακριβά την εποχή που το πολιτικό σύστημα μετέφερε διαρκώς το κόστος των επιλογών του στο μέλλον», υποστηρίζοντας ότι η σημερινή πολιτική κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, με ταχύτερη μείωση του δημόσιου χρέους και περιορισμό των δαπανών για τόκους.
Πρόωρες αποπληρωμές 12,84 δισ. ευρώ το 2026
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το υπουργείο, το συνολικό ποσό των πρόωρων αποπληρωμών δημοσίου χρέους για το 2026 αναμένεται να φτάσει περίπου τα 12,84 δισ. ευρώ.
Το ποσό περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την αποπληρωμή περίπου 6,94 δισ. ευρώ από τα διμερή δάνεια του GLF, τη μείωση των εντόκων γραμματίων κατά 1,2 δισ. ευρώ, καθώς και την πρόωρη εξόφληση δανείων του EFSF ύψους 2,5 δισ. ευρώ και ομολογιακού δανείου περίπου 2,2 δισ. ευρώ.
Το ΥΠΕΘΟ επισημαίνει ότι η αποπληρωμή του χρέους αποτελεί χρηματοοικονομική και όχι δημοσιονομική συναλλαγή και, βάσει των κανόνων της Eurostat, δεν υπολογίζεται στο πρωτογενές πλεόνασμα, στο συνολικό έλλειμμα ή στους στόχους δαπανών.
Ως εκ τούτου, χαρακτηρίζει «εντελώς ανεδαφική» την κριτική ότι τα συγκεκριμένα ποσά θα μπορούσαν εναλλακτικά να διατεθούν για δημόσιες δαπάνες.
370 εκατ. ευρώ το ετήσιο όφελος
Το υπουργείο υπολογίζει ότι από τη μείωση των δαπανών για τόκους προκύπτει ετήσιο όφελος περίπου 370 εκατ. ευρώ για το ελληνικό Δημόσιο.
Με βάση τις ίδιες παραδοχές, το συνολικό όφελος σε ορίζοντα επταετίας εκτιμάται σε τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη πολιτική μειώνει τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, διατηρεί την υψηλή μέση διάρκεια του χρέους και αξιοποιεί τα διαθέσιμα του Δημοσίου, ενώ οδηγεί σε μείωση του χρέους τόσο σε απόλυτο μέγεθος όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Ο στόχος για το 2030 και το 2035
Σύμφωνα με το υπουργείο, στόχος είναι μέχρι το τέλος του 2026 η Ελλάδα να μην αποτελεί πλέον την πλέον υπερχρεωμένη χώρα της Ευρώπης.
Παράλληλα, επιδιώκεται προς το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας η χώρα να βρίσκεται στην 4η θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών με το υψηλότερο χρέος, από την 1η θέση που κατέχει σήμερα, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του 2030 το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ να υποχωρήσει κάτω από το 100%.
Το ΥΠΕΘΟ υποστηρίζει ακόμη ότι η πολιτική διαχείρισης του χρέους έχει ήδη συμβάλει στη βελτίωση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας και αποτελεί βασικό παράγοντα για νέες αναβαθμίσεις.
Τέλος, σημειώνει ότι το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου παραμένει χαμηλότερο από εκείνο άλλων χωρών της ευρωζώνης, όπως η Ιταλία και η Γαλλία, εξέλιξη που, σύμφωνα με το υπουργείο, δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες χρηματοδότησης και για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
![]()
