Η κλιμάκωση της τουρκικής ρητορικής και οι κινήσεις της Άγκυρας που επιχειρούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα, όπως τα θαλάσσια πάρκα και το επικείμενο νομοσχέδιο για τη Γαλάζια Πατρίδα, έχουν επαναφέρει τα ελληνοτουρκικά στην κορυφή της επικαιρότητας. Η συζήτηση για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου επιστρέφει επίσης, με το βασικό ερώτημα να αφορά πλέον το αν η Τουρκία θα επιχειρήσει να προκαλέσει πρόβλημα κατά τις έρευνες και την πόντιση του έργου.
Στην ατζέντα επανέρχεται και το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, με το ερώτημα να μην είναι πια αν το επιθυμεί τελικά η Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά αν η Τουρκία θα επιχειρήσει να βάλει εμπόδια στην εξέλιξη των ερευνών και στην πόντιση του καλωδίου.
Σύμφωνα με τον Υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Γεραπετρίτη, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου είναι έργο μείζονος σημασίας που αίρει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου. Όπως ανέφερε στο ΒΗΜΑ της Κυριακής, η πρόσφατη είσοδος της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία Great Sea Interconnector επιβεβαιώνει την οικονομοτεχνική βιωσιμότητα και την αξία του έργου. Προσέθεσε ότι η Ελλάδα, σε συντονισμό με την Κυπριακή Δημοκρατία, θα προχωρήσει σε όσα προβλέπονται για την πλήρη και ανεμπόδιστη υλοποίησή του.
Το έργο δείχνει να μπαίνει σε τροχιά επανεκκίνησης, ενώ η Τουρκία διαμηνύει μέσω πηγών στον ΣΚΑΙ ότι, όταν προγραμματίζονται ερευνητικές δραστηριότητες ή εργασίες πόντισης σε θαλάσσιες περιοχές τις οποίες η ίδια θεωρεί πως βρίσκονται υπό κυριαρχικά δικαιώματα και δικαιοδοσία της, το κράτος της σημαίας των εμπλεκόμενων πλοίων οφείλει να επικοινωνεί εκ των προτέρων με την Άγκυρα μέσω της διπλωματικής οδού, επικαλούμενη τη δική της θεωρία περί υφαλοκρηπίδας.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, αυτό γίνεται με στόχο τον συντονισμό, την αποφυγή αλληλοεπικαλύψεων ή συγκρούσεων και τη διασφάλιση της αναγκαίας συνεργασίας.
Η συγκεκριμένη ενημέρωση για την Τουρκία μεταφράζεται ως άδεια και ως έμμεση αναγνώριση των αιτιάσεών της στην περιοχή, σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις χαρακτηρίζονται τεκτονικές.
Στην Αθήνα επανέρχεται και το σενάριο της Κάσου ως επεισοδίου παρεμπόδισης των ερευνών για το καλώδιο το 2024. Ωστόσο, ο Γεραπετρίτης έχει διαψεύσει από το βήμα της Βουλής ότι υπήρξε επεισόδιο και αναστολή των εργασιών του Ievoli Relume τον Ιούλιο του 2024, υποστηρίζοντας πως επρόκειτο για προγραμματισμό του ιταλικού πλοίου στο πλαίσιο ερευνών που διεξάγονται όχι μόνο εντός χωρικών υδάτων, αλλά και στην ελληνική Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Όπως είπε, το πρόγραμμα έρευνας ολοκληρώθηκε πλήρως και δεν υπήρξε καμία υποχώρηση.
Ανέφερε επίσης ότι το ιταλικό πλοίο πραγματοποίησε την έρευνά του για πολύ περισσότερες ώρες από όσες είχαν αρχικά προγραμματιστεί, σε θάλασσα Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Ελλάδας. Όπως τόνισε, ουδέποτε ζητήθηκε άδεια, ουδέποτε θα ήταν δυνατόν να ζητηθεί άδεια, ουδέποτε υπήρξε αναγνώριση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Τουρκίας στην περιοχή και ούτε θα μπορούσε να υπάρξει. «Συνεχίζουμε σύμφωνα με τον προγραμματισμό μας την ενεργειακή διασφάλιση και αυτονομία της χώρας», σημείωσε.
Πληροφορίες του in από αρμόδιες πηγές ανέφεραν ότι οι όποιες προσπάθειες της Τουρκίας για διαμαρτυρίες στο Υπουργείο Εξωτερικών, μέσω του τούρκου ΥΦΥΠΕΞ Μεχμέτ Κεμάλ Μποζάι, ο οποίος προΐσταται της τουρκικής ομάδας του πολιτικού διαλόγου, έπεσαν στο κενό. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, δόθηκε απάντηση πως η Ελλάδα δεν πρόκειται ποτέ να ζητήσει άδεια για έργα διασύνδεσης στα νησιά, ούτε να υποχωρήσει από τα κυριαρχικά δικαιώματά της.
Το ζήτημα επανέρχεται πιο έντονα στον δημόσιο διάλογο, στη σκιά των αντιδράσεων της Άγκυρας το τελευταίο διάστημα. Το κεντρικό ερώτημα είναι αν η τουρκική πλευρά θα επιχειρήσει να προκαλέσει νέο επεισόδιο, με φόντο το σύνολο των κινήσεών της που εκφράζουν πάγιες θέσεις, αλλά παραπέμπουν στο τέλος των ήρεμων νερών.
Και αν το έργο προχωρήσει τελικά, το ερώτημα είναι αν η Τουρκία θα θελήσει να το χρησιμοποιήσει ως αφορμή για την πρόκληση επεισοδίου στο πεδίο και μέχρι ποιο σημείο θα επιδιώξει να το φτάσει.
Η Ελλάδα αντιτάσσει το διεθνές δίκαιο και διαμηνύει, διά του Υπουργού Εξωτερικών, ότι θα υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα, ενώ μένει να φανεί αν τελικά η Άγκυρα επιλέξει να δυναμιτίσει την κατάσταση και ποια θα είναι η αντίδραση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.
Ενδεικτική είναι η δήλωση της Ινώς Αφεντούλη, Ειδικής Συμβούλου του ΕΛΙΑΜΕΠ και Επικεφαλής του Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας, η οποία, σε ερώτημα αν οι κινήσεις της Τουρκίας δείχνουν επιδίωξη θερμού επεισοδίου, ανέφερε ότι η Άγκυρα δεν έχει κανέναν λόγο την περίοδο αυτή να προκαλέσει μια κρίση που δεν επιθυμούν ούτε οι σύμμαχοι, ούτε οι ΗΠΑ, ούτε η ΕΕ.
Υπάρχουν τόσα ανοιχτά μέτωπα, πρόσθεσε, που μια κρίση μεταξύ δύο χωρών-μελών του ΝΑΤΟ θα συναντούσε πολύ έντονη αντίδραση. Θα ανέκοπτε τη δυνατότητα συμμετοχής της Τουρκίας σε προγράμματα αμυντικής συνεργασίας με την ΕΕ, κάτι που την ενδιαφέρει, και θα την καθιστούσε μέρος του προβλήματος, ενώ ο στόχος της είναι να εμφανίζεται ως χώρα που συμβάλλει σε λύσεις, όπως στο Ουκρανικό.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, όπως τονίζουν αναλυτές και διπλωμάτες, δεν δικαιολογείται εφησυχασμός της ελληνικής πλευράς ως προς την αναθεωρητική στρατηγική κατεύθυνση της Τουρκίας.
Την ίδια στιγμή, απαιτείται ψυχραιμία μαζί με ενεργητική πολιτική, που θα φέρει το θέμα και στην ΕΕ, ώστε να υπάρξουν οι απαραίτητες πρόνοιες και δηλώσεις.
Παράλληλα, το θέμα των εθνικών δεν πρέπει να επιτραπεί να γίνει πεδίο ανταγωνισμού με εθνικιστικές κορώνες που θα παίξουν το παιχνίδι της ακροδεξιάς και θα δώσουν ενδεχομένως χώρο και στην κυβέρνηση για επικοινωνιακή διαχείριση του ζητήματος, με τρόπο που θα ικανοποιεί τους ψηφοφόρους, αλλά δεν θα βάζει το θέμα στις σωστές του διαστάσεις.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
