Τα παλιά χρόνια, όταν ο Ιππόδρομος λειτουργούσε στο έπακρο, μια γνώριμη φιγούρα ήταν εκείνος που πλησίαζε και ψιθύριζε στο αυτί: φιλαράκι, έχω ένα σίγουρο. Στην πράξη, βέβαια, συνήθως αποδεικνυόταν «μουλάρι ο Αστραχάν», για να θυμηθώ και την ατάκα απογοήτευσης του Βέγγου στη Σχολή για σωφερίνες.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση στη ΔΕΘ — Δείτε το videoΌλα αυτά μου ήρθαν στο μυαλό βλέποντας τον τρόπο με τον οποίο το τελευταίο διάστημα κυκλοφορούν διάφορες παραλλαγές δημοσκοπικών δεδομένων, που υποτίθεται ότι δείχνουν πως η κυβέρνηση πιάνει τον στόχο του 30% και ότι ο Τσίπρας υποχωρεί.
Αυτές οι πληροφορίες διακινούνται αρχικά με τη μορφή παραπολιτικών σχολίων, που είναι συνήθως το πιο κοντινό στο «έχω ένα σίγουρο», αφού το μόνο που κάνουν είναι να υπαινίσσονται ότι υπάρχουν άκρες και ότι οι συγκεκριμένες πληροφορίες έχουν ακουστεί.
Η άλλη μέθοδος είναι να εμφανίζονται ακόμη και δημοσκοπήσεις, συνήθως από εταιρείες που δεν ανήκουν στις αναγνωρισμένες, δηλαδή στα μέλη του ΣΕΔΕΑ, και οι οποίες υποτίθεται ότι μέτρησαν ακόμη και μέσα στον Αύγουστο.
Όμως όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με πραγματική διαδικασία μετρήσεων. Κανείς δημοσκόπος που σέβεται τον εαυτό του δεν κάνει μετρήσεις πρόθεσης ψήφου τον Αύγουστο και, στην καλύτερη περίπτωση, τρέχει ποιοτικές έρευνες. Απλά γνωρίζει ότι για να γίνει έρευνα πρέπει να μπορεί να βρεθεί ο πολίτης, να θέλει να απαντήσει και να παρακολουθεί πολιτικές εξελίξεις. Και επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι στις διακοπές σταματούν να παρακολουθούν την επικαιρότητα και συχνά θέλουν να αφήσουν πίσω κάθε σκοτούρα, δεν είναι ιδιαίτερα πρόθυμοι να απαντήσουν σε μια πολιτική δημοσκόπηση.
Έπειτα, οι δημοσκόποι ξέρουν ότι έχει νόημα να μετρηθεί η κοινή γνώμη μετά από εξελίξεις που επηρεάζουν τη διάθεση και τη στάση της. Για παράδειγμα, ξέρουν ότι κάθε χρόνο οι δύο πρώτες εβδομάδες της ΔΕΘ είναι το διάστημα που όλα τα κόμματα ανοίγουν τα χαρτιά τους για την οικονομική πολιτική και τις βασικές τους θέσεις, ειδικά σε μια προεκλογική χρονιά όπως η φετινή. Άρα ο σοβαρός δημοσκόπος θα περιμένει να γίνουν γνωστά όλα αυτά και μετά θα μετρήσει τις τάσεις, αλλά και τον αντίκτυπο των εξαγγελιών κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Όμως όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα για όσους πιστεύουν ότι μπορούν να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη. Και είναι σαφές ότι τόσο κυβερνητικοί κύκλοι όσο και ένα τμήμα του φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος είναι διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουν ακόμη και τέτοια κόλπα. Στην πράξη, δεν είναι και τόσο δύσκολο. Αρκεί ένας μηχανισμός διαρροών που θα σπρώχνει την πληροφορία, δηλαδή το «σίγουρο» που λέγαμε πιο πάνω, και αν αυτό δεν αποδίδει, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να βρεθεί κάποια εταιρεία δημοσκοπήσεων έτοιμη να βγάλει το αποτέλεσμα που πρέπει, με την αμοιβή της να καμουφλάρεται μέσα στα παραδοτέα κάποιου έργου ενός υπουργείου.
Η πολιτική σκοπιμότητα είναι προφανής. Η κυβέρνηση βρίσκεται αυτή τη στιγμή αντικειμενικά σε δύσκολη θέση. Εισπράττει μεγάλη κοινωνική δυσαρέσκεια, κυρίως για την ακρίβεια αλλά και για ζητήματα διαφθοράς και χειραγώγησης των θεσμών, βλέπει με ανησυχία την προοπτική του κόμματος του Αντώνη Σαμαρά να βρίσκει ευήκοα ώτα σε σημαντικό μέρος του παραδοσιακού δεξιού κοινού της Νέας Δημοκρατίας και έχει απέναντί της όχι μόνο μια κατακερματισμένη και εκ των πραγμάτων κακόφωνη αντιπολίτευση, αλλά και μια δύναμη, την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, που διεκδικεί να είναι εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης και όχι απλώς μια δύναμη καταγγελίας, με τις πρώτες ενδείξεις για την απήχησή της να είναι θετικές. Σε ένα τέτοιο τοπίο, η Νέα Δημοκρατία θέλει να περάσει το μήνυμα ότι παραμένει μέσα στη διεκδίκηση της διακυβέρνησης και έτσι να δώσει μια ψευδαίσθηση παράστασης νίκης.
Όμως το ζήτημα δεν είναι μόνο η ικανότητα αυτής της κυβέρνησης να χρησιμοποιεί κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο στην προσπάθεια να παραμείνει στην εξουσία. Το ζήτημα είναι και η ετοιμότητα όλων εκείνων των επαγγελματιών της ενημέρωσης που σπεύδουν αμέσως να αναπαράγουν πληροφορίες που είναι εμφανώς αβάσιμες και ατεκμηρίωτες, βάζοντας ενίοτε το βάρος της δικής τους απήχησης ως εγγύηση εγκυρότητας. Σε τελική ανάλυση, μπορεί κανείς να στηρίζει πλευρές του κυβερνητικού αφηγήματος χωρίς να αναπαράγει δήθεν δημοσκοπικές πληροφορίες. Γιατί πολύ απλά, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν —κάτι εκτιμήσεις για το δημοψήφισμα του 2015 τις θυμούνται άραγε;— κάποια στιγμή έρχεται η ίδια η πραγματικότητα και τους εκθέτει ανεπανόρθωτα.
Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι να μην ξεχνάμε τα βασικά: οι δημοσκοπήσεις είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο για να κατανοείται η διάθεση της κοινής γνώμης, με την προϋπόθεση ότι γίνονται με επιστημονικό τρόπο και με την απαραίτητη δεοντολογία.
Δεν προφητεύουν το μέλλον, αλλά αποτυπώνουν το πώς σκέφτεται το εκλογικό σώμα σε μια δεδομένη στιγμή. Με αυτό τον τρόπο μπορούν να βοηθήσουν και τα κόμματα να χαράξουν πολιτική στρατηγική.
Το τι απαντούν οι πολίτες σε μια δημοσκόπηση και το τι θα ψηφίσουν έχουν σχέση, αλλά δεν ταυτίζονται, ειδικά όταν οι πολίτες κάποιες φορές χρησιμοποιούν τις απαντήσεις τους για να στείλουν μήνυμα.
Μέσα στις επόμενες μέρες οι εταιρείες πολιτικών δημοσκοπήσεων θα τεθούν σε πλήρη λειτουργία. Με αφετηρία τη ΔΕΘ θα σταθμίσουν τις πολιτικές εξελίξεις και τον αντίκτυπό τους, θα μετρήσουν αντιδράσεις στις εξαγγελίες, θα εκτιμήσουν πώς σκέφτεται το εκλογικό σώμα και φυσικά θα μετρήσουν και την πρόθεση ψήφου, αυτή τη στιγμή. Για να φανεί πόσο απέχει η πραγματικότητα από τα κάθε λογής σίγουρα που προσπαθούν να μας πασάρουν.
![]()
