Η Ασπίδα του Αχιλλέα βρίσκεται στο επίκεντρο μιας έντονης συζήτησης για τον πηγαίο κώδικα και τους όρους της συμφωνίας.
Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες εξοπλιστικές συμβάσεις στην ιστορία της χώρας, η οποία διαφημίστηκε όσο καμία άλλη και τώρα δοκιμάζεται από τη δήλωση του διευθυντή του οργανισμού Αντιπυραυλικής Άμυνας του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας, Μοσέ Πατέλ.
Απαντώντας σε ερώτηση της Καθημερινής για το αν η Ελλάδα θα έχει πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα που σχετίζεται με τις δυνατότητες διοίκησης και ελέγχου (command and control – C2), είπε πως «όχι», επειδή ο πηγαίος κώδικας δεν περιλαμβανόταν στην άδεια χρήσης της συμφωνίας. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι η ισραηλινή πλευρά θα παρέχει υποστήριξη, συντήρηση και κάθε είδους βοήθεια όποτε χρειαστεί στο μέλλον.
Ακολούθησαν διευκρινίσεις από το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας και δήλωση του εκπροσώπου του, στην οποία αναφερόταν ότι στο πλαίσιο της συμφωνίας Ασπίδα του Αχιλλέα το υπουργείο Άμυνας του Ισραήλ και το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας συμφώνησαν στη μεταφορά ισραηλινής τεχνογνωσίας στις ελληνικές εταιρείες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα. Αυτό καλύπτει τόσο την επιχειρησιακή εμπειρία που έχει συσσωρευτεί επί δεκαετίες στην ανάπτυξη και λειτουργία συστημάτων αεράμυνας όσο και την τεχνολογική υποστήριξη για την ανάπτυξη του κεντρικού λογισμικού διοίκησης και ελέγχου, ώστε ο ελληνικός πηγαίος κώδικας που θα αναπτυχθεί στο πλαίσιο του προγράμματος, μαζί με οποιεσδήποτε τροποποιήσεις και προσθήκες σε αυτόν, να παραμείνει υπό αποκλειστικό ελληνικό έλεγχο και να προσαρμοστεί στις ελληνικές επιχειρησιακές απαιτήσεις.
Τα τελευταία χρόνια καταβλήθηκε προσπάθεια για τη μεταφορά τεχνολογιών και δυνατοτήτων σε ελληνικές εταιρείες. Σύμφωνα με την ίδια δήλωση, οι εταιρείες αυτές θα ενσωματωθούν στην παραγωγή της αρχιτεκτονικής που θα παραδοθεί στην Ελλάδα, ενώ οι ισχυρισμοί των τελευταίων ημερών για τον πηγαίο κώδικα που υποστηρίζει τα επιχειρησιακά συστήματα του Ισραήλ δεν έχουν σχέση με τη συμφωνία για την Ασπίδα του Αχιλλέα, βάσει της οποίας θα αναπτυχθεί ένας εξειδικευμένος ελληνικός πηγαίος κώδικας με ισραηλινή υποστήριξη.
Νωρίτερα, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας είχε τοποθετηθεί στις 23 Ιουλίου 2026 μετά το ΚΥΣΕΑ για το πακέτο των εξοπλιστικών που περιλαμβάνει την Ασπίδα του Αχιλλέα, κάνοντας λόγο για πάγια εντολή ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν αποκτούν και δεν θα αποκτήσουν σύστημα πέραν απολύτως εξειδικευμένων περιπτώσεων, στις οποίες δεν θα έχουν τον πηγαίο κώδικα. Είχε τονίσει επίσης ότι για το command and control αυτό είναι κομβικό για την εθνική ύπαρξη και ότι είναι αδύνατο οι Ένοπλες Δυνάμεις να χειρίζονται ένα σύστημα με δυνατότητες C5 ISRT χωρίς πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα.
Ο ίδιος είχε σημειώσει πως η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στον αντιαεροπορικό θόλο θα είναι στο 25%, δηλαδή 700 εκατομμύρια ευρώ. Είχε προσθέσει ότι η λογική δεν είναι η αγορά συστημάτων από το κράτος του Ισραήλ, αλλά η παραγωγή συστημάτων στην Ελλάδα από ισραηλινές εταιρείες, με δημιουργία παραγωγικής βάσης στη χώρα, συνεργασία με ελληνικές επιχειρήσεις και δυνατότητα εξαγωγών στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή.
Δεν είχε καταστεί σαφές, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ότι η Ελλάδα δημιουργεί ελληνικό πηγαίο κώδικα για το κεντρικό Σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου (Command and Control – C2), το οποίο λειτουργεί ως «εγκέφαλος» του δικτύου, συλλέγοντας και συνθέτοντας δεδομένα από όλους τους αισθητήρες, δημιουργώντας ενιαία επιχειρησιακή εικόνα, αξιολογώντας και ιεραρχώντας απειλές και υποστηρίζοντας την κατανομή στόχων και την επιλογή του κατάλληλου όπλου.
Ο πηγαίος κώδικας του κεντρικού Συστήματος Διοίκησης και Ελέγχου (Command and Control – C2) μειώνει καθοριστικά την εξάρτηση από τον κατασκευαστή και επιτρέπει στην Ελλάδα να εξελίσσει την αρχιτεκτονική του συστήματος.
Το έργο έχει αναλάβει η Scytalys, η οποία ανήκει στον όμιλο EFA.
Όπως σημείωναν στο in αρμόδιες πηγές, η υπογραφή της συμφωνίας με το Ισραήλ καθυστέρησε ακριβώς εξαιτίας αυτής της απαίτησης του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και της ηγεσίας του ΓΕΕΘΑ, ώστε η Ελλάδα να μπορέσει να δημιουργήσει το δικό της πηγαίο κώδικα για το κεντρικό Σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου. Με τον Νίκο Δένδια και τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ, στρατηγό Δημήτρη Χούπη, να σηκώνουν και το βάρος της διαπραγμάτευσης.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η δημιουργία του ελληνικού πηγαίου κώδικα για την Ασπίδα του Αχιλλέα επιτρέπει στο μέλλον την ενσωμάτωση πρόσθετων οπλικών συστημάτων, όπως ραντάρ και πυραυλικά συστήματα, χωρίς την απαραίτητη εμπλοκή του Ισραήλ.
Στο ερώτημα όσων ασκούν κριτική για το τι ακριβώς αποκτά συμβατικά η Ελλάδα, αρμόδιες πηγές διαβεβαίωναν στο in ότι η κυβέρνηση πέτυχε την ανάπτυξη του εθνικού λογισμικού C2 εγχώρια, από ομάδα εταιρειών του χώρου που θα λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ελέγχου και διοίκησης των επιμέρους συστημάτων της αεράμυνας.
Παρά τις διαβεβαιώσεις, η κριτική συνεχίζεται, με τις ισραηλινές δηλώσεις για τον πηγαίο κώδικα να εντείνουν τη δυσπιστία. Αναλυτές και ειδικοί που επιχειρούν να διαβάσουν πίσω από τις δηλώσεις αναγνωρίζουν μεν την ανάγκη για σύγχρονη αεράμυνα και την επιχειρησιακή αξία των συγκεκριμένων συστημάτων, όμως εστιάζουν στους όρους.
Όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές στο in, η τιμή δεν είναι το κόστος και δεν έχει δημοσιοποιηθεί πόσο από τα 3,035 δισ. ευρώ αντιστοιχεί στο Davids Sling, πόσο στο BARAK MX, πόσο στο SPYDER, πόσο στα ραντάρ, πόσο στο C2 και πόσο στο αρχικό απόθεμα πυραύλων, στην εκπαίδευση και στα ανταλλακτικά. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας έχει δηλώσει ρητά ότι δεν προτίθεται να δώσει δημόσια αναλυτική κοστολόγηση.
Οι ίδιες πηγές σημειώνουν ότι αυτό δεν είναι λεπτομέρεια λογιστικής, αλλά το κλειδί για να γνωρίζει κανείς αν η χώρα έκανε καλή ή κακή συμφωνία. Παράλληλα, ειδικοί προειδοποιούν πως το κόστος λειτουργίας και υποστήριξης μπορεί να αντιπροσωπεύει έως και το 70% του συνολικού κόστους ζωής σε μεγάλα οπλικά συστήματα.
Με βάση αυτά, εκτιμούν ότι το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα της Ασπίδας του Αχιλλέα σε βάθος εικοσαετίας θα είναι σημαντικά υψηλότερο από την αρχική συμβατική αξία, χωρίς όμως να μπορεί να εκτιμηθεί αξιόπιστα όσο παραμένουν άγνωστα το εύρος και η διάρκεια της υποστήριξης, το αρχικό απόθεμα πυραύλων, οι τιμές αναπλήρωσης και το κόστος των μελλοντικών αναβαθμίσεων. Σε περίπτωση πραγματικής επιχειρησιακής χρήσης, το κόστος θα εξαρτηθεί κυρίως από τον αριθμό και τον τύπο των αναχαιτιστών που θα καταναλωθούν.
Αναλυτές και ειδικοί εξηγούν στο in ότι, πέρα από το οικονομικό, το σοβαρότερο πολιτικά ζήτημα είναι αυτό της αξιοπιστίας των δηλώσεων. Εντοπίζουν διαφορά ανάμεσα στις τοποθετήσεις Δένδια και Πατέλ και υπογραμμίζουν ότι οι ισραηλινές διευκρινίσεις που ακολούθησαν κάνουν λόγο για από κοινού χρήση λογισμικού και όχι για παράδοση πηγαίου κώδικα: ελληνικός φαίνεται να είναι ο νέος κώδικας διασύνδεσης και όχι ο κώδικας των ίδιων των συστημάτων SPYDER, BARAK MX και Davids Sling.
Όπως λένε, η διαφορά δεν είναι σημασιολογική. Ο κώδικας διασύνδεσης επιτρέπει τη σύνδεση διαφορετικών συστημάτων σε ένα ενιαίο επιχειρησιακό δίκτυο, ενώ η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα μπορεί να διευρύνει τη δυνατότητα τροποποίησης, συντήρησης και αναβάθμισης, χωρίς όμως να εξασφαλίζει από μόνη της τεχνολογική αυτονομία. Για αυτό, προσθέτουν, απαιτούνται και τα αντίστοιχα συμβατικά δικαιώματα, η πλήρης τεχνική τεκμηρίωση, τα εργαλεία ανάπτυξης, τα δεδομένα διεπαφών, τα δικαιώματα επί των αναβαθμίσεων και, όπου χρειάζεται, πρόσβαση σε κρίσιμες κρυπτογραφικές λειτουργίες.
Στο ίδιο πλαίσιο, σύμφωνα με τον Ισραηλινό αξιωματούχο, η διασύνδεση του Davids Sling με τρίτα κράτη ή με συστήματα του ΝΑΤΟ προϋποθέτει ειδικό σχέδιο ενσωμάτωσης και έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης. Έτσι, προστίθεται ένα ακόμη φίλτρο εκτός ελληνικού ελέγχου, σε μια χώρα που έχει ήδη επιλέξει το F-35, ένα αεροσκάφος με γνωστές εξαρτήσεις υποστήριξης από τον κατασκευαστή.
Θέμα θέτουν οι αναλυτές και για το 25%, καθώς υπογραμμίζουν ότι η κυβέρνηση προβάλλει ως σημαντική επιτυχία τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ποσοστό άνω του 25%, με 19 ελληνικές εταιρείες και έργα συνολικής αξίας περίπου 750 εκατ. ευρώ. Πίσω όμως από το συνολικό ποσοστό παραμένουν δύο ουσιώδη ερωτήματα.
Πρώτον, τα 750 εκατ. ευρώ δεν αποτελούν επιστροφή χρημάτων στην Ελλάδα, αφού εξακολουθούν να πληρώνονται από το ελληνικό Δημόσιο μέσα στο ίδιο πρόγραμμα. Η διαφορά είναι ότι ένα μέρος καταλήγει σε ελληνικές επιχειρήσεις, μισθούς και φορολογικά έσοδα αντί να φύγει εξ ολοκλήρου στο εξωτερικό.
Η πραγματική αξία, όμως, εξαρτάται από την καθαρή εγχώρια προστιθέμενη αξία: αν μια ελληνική εταιρεία τιμολογεί 100 εκατ. ευρώ εισάγοντας ηλεκτρονικά αξίας 70 εκατ., η ελληνική συνεισφορά δεν είναι 100 εκατ. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα συμβόλαια πήραν ελληνικές εταιρείες, αλλά πόση τεχνογνωσία, πνευματική ιδιοκτησία και παραγωγική ικανότητα μένει στη χώρα και πόσο από το αντικείμενο περιορίζεται σε υπεργολαβία ή συναρμολόγηση.
Δεύτερον, το 25% διατυπώνεται συστηματικά ως προϋπόθεση και πολιτική δέσμευση. Το κρίσιμο είναι αν έχει μετατραπεί σε δεσμευτική συμβατική υποχρέωση, με σαφές χρονοδιάγραμμα, ελέγξιμη μέθοδο υπολογισμού, ρήτρες και κυρώσεις σε περίπτωση μη τήρησης.
![]()
