Σκιάθος: η «Φόνισσα» ξαναγεννήθηκε στη γενέτειρα του Παπαδιαμάντη

Σκιάθος: η «Φόνισσα» ξαναγεννήθηκε στη γενέτειρα του Παπαδιαμάντη

Στη Σκιάθο, η «Φόνισσα» επέστρεψε στη γενέθλια γη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και βρήκε νέα σκηνική μορφή μέσα στο τοπίο που κουβαλά ακόμη τη μνήμη του συγγραφέα. Στην αυλή της Ιεράς Μονής Ευαγγελιστρίας, το βράδυ της Δευτέρας 21 Σεπτεμβρίου, η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, η μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη και η αφήγηση της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη συνάντησαν μια διαφορετική θεατρική ανάγνωση του έργου, σε μουσική διεύθυνση του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου.

Η παράσταση είναι συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και του Εθνικού Θεάτρου, με τη Σκιάθο να αποτελεί τον πρώτο σταθμό πριν από τις παρουσιάσεις σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα.

Η νέα εκδοχή συνομιλεί με την ομώνυμη όπερα του Γιώργου Κουμεντάκη, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2014 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, με συνεχόμενα sold out. Δώδεκα χρόνια αργότερα, η μουσική της γίνεται η αφετηρία για μια διαφορετική ανάγνωση, με άλλη δραματουργική δομή, μικρότερο μουσικό σύνολο και τον παπαδιαμαντικό λόγο να επιστρέφει αυτούσιο στη σκηνή. Δεκατρείς μουσικοί και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ανέλαβαν να μεταφέρουν την τραγική ιστορία της Φραγκογιαννούς, η οποία επιστρέφει στη θεατρική σκηνή για να λυτρωθεί για μια ακόμα φορά «εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης».

Ακολουθώντας πιστά την παρτιτούρα, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη διάβασε αποσπάσματα της «Φόνισσας» σε μια πυρετική και απαιτητική αφήγηση, αναδεικνύοντας τη μουσικότητα του γλωσσικού ιδιώματος του Παπαδιαμάντη και κρατώντας ακέραιη τη δραματική του ένταση. Με την ερμηνευτική της δύναμη, έδωσε φωνή στη Φραγκογιαννού και στις σκοτεινές σκέψεις της, οδηγώντας σταδιακά τους θεατές στον κόσμο του έργου.

Η σύμπραξη λόγου και μουσικής επιχείρησε να φωτίσει ξανά το έργο, με έμφαση τόσο στη διαχρονικότητα όσο και στην επικαιρότητά του. Η προσοχή του κοινού, η συγκίνηση και το θερμό χειροκρότημα στο τέλος έδειξαν πως το αριστούργημα του Σκιαθίτη συγγραφέα εξακολουθεί να συνομιλεί άμεσα με το σήμερα.

Ο αρχιμουσικός Μάρκελλος Χρυσικόπουλος, ο οποίος υπογράφει τη δραματουργική επεξεργασία του «κοινωνικού μυθιστορήματος» του Παπαδιαμάντη και τη διασκευή της μουσικής του Γιώργου Κουμεντάκη για μικρό σύνολο, εξηγεί στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ότι η ιδέα γεννήθηκε από την επιθυμία του να συνεχίσει τη συνεργασία του με την Κ. Καραμπέτη, αναζητώντας ένα έργο στο οποίο «ο λόγος και η μουσική θα είχαν ισότιμη θέση». Η «Φόνισσα» του Κουμεντάκη δεν ήταν αρχικά η προφανής επιλογή. Όπως λέει, την απέρριψε στην αρχή, θεωρώντας ότι δεν υπήρχε χώρος για μια νέα προσέγγιση. Η πανδημία, όμως, άλλαξε τη ματιά του πάνω στο έργο. Η εμπειρία του εγκλεισμού και της κοινωνικής απομόνωσης και το πώς αυτή η συνθήκη μπορεί να οδηγήσει σε εξαιρετικά βίαιες και παράλογες συμπεριφορές έκανε, όπως σημειώνει, το κείμενο του Παπαδιαμάντη και τη μουσική του Κουμεντάκη να μοιάζουν εξαιρετικά επίκαιρα.

Από εκεί ξεκίνησε μια επίπονη διαδικασία μεταγραφής. Ο Χρυσικόπουλος πήρε το πρωτότυπο κείμενο του Παπαδιαμάντη και κράτησε τους βασικούς αφηγηματικούς σταθμούς, τους φόνους, αλλά και τις εμμονές του συγγραφέα γύρω από την προίκα και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία της εποχής. «Η αλήθεια είναι ότι επικεντρώθηκα στο έργο με έναν πιο φραγκογιαννοκεντρικό τρόπο, εστιάζοντας κυρίως στις σκέψεις της ηρωίδας και στους φόνους που κάνει, αφήνοντας ως δευτεραγωνιστές τον εισαγγελέα, τους αστυνομικούς, ακόμα και τις κόρες της. Το μόνο επεισόδιο που μου φάνηκε ενδιαφέρον από κοινωνική άποψη να ενταχθεί στο έργο, είναι αυτό όπου ο Μούτρος πάει να σφάξει την αδελφή του, αλλά τελικά θεωρούν χρέος τους και αυτή και η μάνα της να τον προστατεύσουν. Αυτό, παρότι δεν βοηθούσε άμεσα την οικονομία της δραματουργίας, αποφάσισα να το κρατήσω γιατί θεώρησα ότι φωτίζει ακόμα περισσότερο τη νοοτροπία ή, πιο συγκεκριμένα, την ασυλία που απολαμβάνει ένας άντρας, ακόμα και θεσμικά, σε μία τέτοια κοινωνία», αναφέρει.

Στη συνέχεια προσπάθησε να αντιστοιχίσει το κείμενο στη μουσική της ήδη υπάρχουσας όπερας. Όμως, καθώς το λιμπρέτο ακολουθούσε διαφορετική δραματουργική πορεία από εκείνη που είχε επιλέξει ο ίδιος, ο Χρυσικόπουλος αναζήτησε αφαιρετικά μοτίβα που θα λειτουργούσαν ως «γέφυρες» ανάμεσα στις διαφορετικές αφηγηματικές ενότητες: το παιδικό μοτίβο που συνόδευε τους φόνους στην όπερα, αλλά και εκείνο που συνδέεται με τη Φόνισσα όταν εξαντλημένη αποκοιμιέται ή βλέπει οράματα. Την ίδια στιγμή, ο μουσικολόγος, κλαρινετίστας και αναπληρωτής καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο Γιάννης Σαμπροβαλάκης μετέγραψε την παρτιτούρα για 13 όργανα, κάνοντας τη νέα παράσταση πιο ευέλικτη και επιτρέποντας τη μεταφορά της πέρα από τις μεγάλες σκηνές.

Η Καραμπέτη συναντά ξανά τη Φραγκογιαννού

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, που έχει ήδη ενσαρκώσει τη Φραγκογιαννού στην κινηματογραφική μεταφορά της Εύας Νάθενα, βρέθηκε τώρα απέναντι στον ίδιο χαρακτήρα από μια εντελώς διαφορετική θέση. Στην ταινία ήταν η Φραγκογιαννού. Εδώ είναι η φωνή ολόκληρου του κόσμου του Παπαδιαμάντη. Δεν ενσαρκώνει μόνο την ηρωίδα, αλλά αφηγείται και ερμηνεύει και τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου. Η ηθοποιός μιλά για «μια συγκλονιστική εμπειρία», επισημαίνοντας πως η καθαρεύουσα, με τη γλαφυρότητά της, γίνεται ουσιαστικό εργαλείο της παράστασης.

Για την ίδια, η πρόκληση αυτή τη φορά δεν ήταν τόσο η γλώσσα, όσο ο συγχρονισμός της αφήγησης σε σχέση με τη μουσική. Η συνεργασία της με τον Χρυσικόπουλο απαιτούσε μια σχεδόν σωματική επικοινωνία: «Αναπνέαμε μαζί με το βλέμμα και με μια απειροελάχιστη κίνηση», λέει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τη δουλειά που χρειάστηκε για να χωρέσει ο πυκνός παπαδιαμαντικός λόγος μέσα στις απαιτήσεις της μουσικής.

«Δουλέψαμε σκληρά ώστε να αποδώσουμε αυτό το πολύ δύσκολο έργο που έχει μια αφηγηματική ροή τρομερά γρήγορη, προκειμένου να αναδείξουμε όλες τις ποιότητές του- και την αγριότητα των φόνων αλλά και τον λυρισμό στις περιγραφές των τοπίων και των συναισθημάτων», δηλώνει.

Η σχέση της με το κείμενο, πάντως, είχε ξεκινήσει πολύ πριν από τη συγκεκριμένη παράσταση. Για τις ανάγκες της ταινίας είχε μελετήσει σε βάθος τη «Φόνισσα» και είχε μάλιστα ηχογραφήσει ολόκληρο το έργο στο κινητό της, προκειμένου να εξοικειωθεί ακόμη περισσότερο με τη γλώσσα και την ατμόσφαιρά του.

Μέσα σε αυτή τη νέα συνθήκη, η κινηματογραφική εμπειρία της Καραμπέτη λειτουργεί ως πολύτιμο εφόδιο. Η εικόνα της Φραγκογιαννούς που είχε δημιουργήσει για την ταινία υπάρχει στη μνήμη της, αλλά τώρα μετασχηματίζεται σε φωνή και αφήγηση. Και μαζί της παραμένει και μια συγκεκριμένη ανάγνωση της ηρωίδας ως μιας γυναίκας βαθιά σημαδεμένης από την ανέχεια, η οποία ζει σε έναν κόσμο «ταλαιπωρίας των πτωχών και στεναγμού των πενήτων» και βιώνει τη σκληρότητα μιας πατριαρχικής κοινωνίας.

Για την Καραμπέτη, η παρουσίαση της παράστασης στη Σκιάθο είχε και μια προσωπική διάσταση. Γνωρίζει το νησί από τα νεανικά της χρόνια και έχει επιστρέψει σε αυτό πολλές φορές, αναπτύσσοντας στενή σχέση με τον τόπο και τους ανθρώπους του. Έχει επισκεφτεί τα σημεία που συνδέονται με τη «Φόνισσα», από το Κάστρο έως τον Άγιο Ιωάννη τον Κρυφό, αναζητώντας στο ίδιο το τοπίο τις εικόνες του έργου.

Έτσι, η αφήγηση του Παπαδιαμάντη στη Μονή Ευαγγελιστρίας μετατράπηκε σε μια μυσταγωγική εμπειρία. Οι λέξεις δεν ακούγονταν σε έναν ουδέτερο χώρο, αλλά στη γενέθλια γη του συγγραφέα, μέσα σε ένα τοπίο που έχει διατηρήσει πολλά από τα ίχνη του κόσμου που εκείνος περιέγραψε.

Μία νέα ζωή της μουσικής του Κουμεντάκη

Η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση της νέας εκδοχής της «Φόνισσας» είναι ίσως ότι δεν επιχειρεί να αναπαράγει το παρελθόν της. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Γιώργος Κουμεντάκης, τη βλέπει ως μια ακόμη ζωή της μουσικής του, με την αρχική όπερα να επιστρέφει μέσα από ένα διαφορετικό καλλιτεχνικό βλέμμα.

«Είναι σημαντικό ένα έργο που έχεις γράψει να περνά στα χέρια άλλων ανθρώπων και να βρίσκει μέσα από αυτούς μια καινούργια ζωή. Να μπορεί να ζήσει ξανά, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη φορά», λέει ο συνθέτης.

Ο δήμαρχος Σκιάθου Θοδωρής Τζούμας στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της επιλογής της Σκιάθου για την πρεμιέρα της παραγωγής, τονίζοντας πως «κάθε νέα προσέγγιση στο έργο του μεγάλου συγγραφέα αποκτά ιδιαίτερη διάσταση στον τόπο που τόσο αγάπησε».

Παράλληλα, υπογράμμισε πως αυτή η μοναδική πολιτιστική κληρονομιά δημιουργεί και μια σημαντική ευθύνη για την τοπική κοινωνία: «Το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι να προστατεύσουμε και να διατηρήσουμε όλους αυτούς τους τόπους που τόσο ύμνησε στο έργο του για να τις παραδώσουμε στις επόμενες γενιές».

Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στη Σκιάθο, η «Φόνισσα» θα συνεχίσει το ταξίδι της στις 5 Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη, στο Βασιλικό Θέατρο, στο πλαίσιο των 61ων Δημητρίων, και στη συνέχεια από τις 23 έως τις 25 Οκτωβρίου στην Αθήνα, στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου στο κτήριο Τσίλλερ. Ενώ την επόμενη σεζόν αναμένεται να παρουσιαστεί στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ και να ταξιδέψει και στο εξωτερικό.

Loading

Play