Σφοδρή αντιπαράθεση για το χρέος, τους φόρους και τα μέτρα της ΔΕΘ ξέσπασε στον αέρα του MEGA, με τον Βασίλη Οικονόμου της ΝΔ, τον Θεόδωρο Μαργαρίτη του ΠΑΣΟΚ και τη Μαριζέτα Αντωνοπούλου από την ΕΛΑΣ να ανταλλάσσουν αιχμές για τη δημοσιονομική πολιτική και το αποτύπωμά της στα νοικοκυριά. Ο βουλευτής της ΝΔ έκανε λόγο για νοικοκυρεμένα οικονομικά και περιθώριο νέων παροχών, ενώ η αντιπολίτευση μίλησε για ακρίβεια, υπερφορολόγηση και πλεονάσματα που δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στην κοινωνία.
Ο κ. Οικονόμου ανέφερε ότι σε λίγες ημέρες, στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, ο πρωθυπουργός θα παρουσιάσει τα μέτρα και το οικονομικό πρόγραμμα για το 2027. Υποστήριξε ότι σε κάθε χρόνο της τετραετίας υπάρχει απόθεμα στα ταμεία του κράτους, το οποίο φέτος το εκτίμησε περίπου στα δύο δισ. ευρώ, ενώ πέρυσι ήταν 2,5 δισ., και συνέδεσε αυτό το ποσό με τη δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης. Πρόσθεσε ότι άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν βρίσκουν χρήματα στα ταμεία τους και προχωρούν σε περικοπές 30-50 δισεκατομμυρίων.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει μειώσει 83 φόρους και δεν έχει αυξήσει κανέναν. Αναφερόμενος στην κριτική για την υπερφορολόγηση, είπε ότι ο ΦΠΑ 24% υπήρχε ήδη ως έμμεσος φόρος και δεν αυξήθηκε από την κυβέρνηση, θέτοντας το ερώτημα πού ακριβώς εντοπίζεται η υπερφορολόγηση με την έννοια της αύξησης των φόρων.
Για την πρόωρη αποπληρωμή του χρέους, σημείωσε ότι πρόκειται για στοιχείο που διακρίνει την κυβερνητική πολιτική. Είπε πως τα 13 δισ. που θα αποπληρωθούν εξασφαλίζουν 2 δισ. στο ταμείο του κράτους, κάτι που χαρακτήρισε πρώτη ευνοϊκή εξέλιξη, και συμπλήρωσε ότι οι επόμενες γενιές «ανασαίνουν», με αναφορά στο 2032 ως χρονιά-κλειδί για την πορεία της χώρας.
Ο Θεόδωρος Μαργαρίτης αντέτεινε ότι τα πλεονάσματα δημιουργούνται σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων, επικαλούμενος τη φράση του Γεωργίου Παπανδρέου του πρεσβύτερου πως «ευημερούν οι αριθμοί και δυστυχούν οι άνθρωποι». Έφερε ως παράδειγμα την αποπληρωμή του χρέους και το αποθεματικό των 37 δισ. που είχε αφήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ επικαλέστηκε και έκθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη φορολογία στην Ελλάδα, λέγοντας ότι η χώρα είναι πρώτη στη φορολόγηση της εργασίας.
Επισήμανε επίσης ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με υψηλή φορολογία στην κατανάλωση και με τη μεγαλύτερη φορολογία καυσίμων. Αναφέρθηκε ακόμη στις ιδιωτικές δαπάνες υγείας, λέγοντας ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι στο 14,5%, ενώ στην Ελλάδα φτάνουν το 36%, και διερωτήθηκε τι σημαίνουν όλα αυτά τα στοιχεία.
Κατά τον ίδιο, αυτά δείχνουν «εκκαθάριση» των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων σε βάρος τους, η οποία παράγει πλεόνασμα που στη συνέχεια αξιοποιεί η κυβέρνηση. Είπε ότι αυτό γίνεται είτε για την αποπληρωμή του χρέους, ως αποκατάσταση υποχρεώσεων, είτε μέσα από επιδοματικές πολιτικές, με αποτέλεσμα μια ατελέσφορη συζήτηση για το πότε η κυβέρνηση δίνει και πότε ζητά πού θα βρεθούν τα χρήματα.
Συνεχίζοντας, υποστήριξε ότι πρέπει να απομυθοποιηθεί η αποπληρωμή του χρέους, κυρίως ως προς το υπερπλεόνασμα, και να αναγνωριστεί ότι η διαδικασία γίνεται με ταξικά κριτήρια σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων. Πρόσθεσε ότι η οικονομία γίνεται αντιληπτή στην καθημερινότητα και ότι η εικόνα αυτή αποτυπώνεται στο σούπερ μάρκετ, ανάμεσα στα μακαρόνια, τα πατατάκια και τη σοκολάτα.
Από την πλευρά της, η Μαριζέτα Αντωνοπούλου υπογράμμισε ότι η μείωση του χρέους είναι εθνικός στόχος και δεν μπορεί να παρουσιάζεται ούτε ως τρόπαιο της Νέας Δημοκρατίας ούτε ως προεκλογικός μποναμάς. Τόνισε ότι άλλο είναι η δημοσιονομική σοβαρότητα και άλλο οι πολιτικές που επιλέγει κάθε κυβέρνηση, φέρνοντας ως παράδειγμα την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, η οποία, όπως είπε, έβγαλε τη χώρα από τα μνημόνια και άφησε σοβαρό αποθεματικό για να σχεδιαστούν οι επόμενες πολιτικές.
Η ίδια ανέφερε ότι το ζητούμενο είναι αν υπάρχει δημοσιονομική σοβαρότητα ώστε να μπορούν να ασκηθούν πολιτικές και ότι ο στόχος πρέπει να είναι η ελάφρυνση της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, της μισθωτής εργασίας και των μικρομεσαίων, που χαρακτήρισε ραχοκοκαλιά της ελληνικής κοινωνίας. Έκανε λόγο για επτά χρόνια κατά τα οποία η στρόφιγγα του τραπεζικού δανεισμού ήταν κλειστή για τους μικρομεσαίους και πρότεινε ένα σχέδιο με αλληλουχία, αντί για αποσπασματικά μέτρα και «εκλογική παροχολογία».
Παρουσίασε επίσης την πρόταση για ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα που θα συνδέει οικονομία και κοινωνία, με ρόλο του κράτους ως ρυθμιστή και όχι παρατηρητή. Είπε ακόμη ότι χρειάζεται επαναδιαπραγμάτευση του κοινωνικού κράτους και ενίσχυση της μικρομεσαίας και μεσαίας επιχειρηματικότητας, ώστε να ανέβει ο μέσος μισθός.
Στη δεύτερη τοποθέτησή του, ο κ. Οικονόμου είπε ότι η κυβέρνηση δεν θριαμβολογεί ούτε επιχειρεί να αναδείξει κάτι ως τρόπαιο. Ανέφερε ότι το 2019 το δημόσιο χρέος ήταν στο 207% του ΑΕΠ και ότι σήμερα, με την προπληρωμή που γίνεται, διαμορφώνεται στο 137%, ενώ οι εκτιμήσεις για το 2027 τοποθετούν το ποσοστό στο 110%. Χαρακτήρισε την εξέλιξη αυτή την ταχύτερη αποπληρωμή δημοσίου χρέους ευρωπαϊκής χώρας και χώρας του κόσμου και είπε ότι η Ελλάδα είναι πλέον για την Ευρωπαϊκή Ένωση φωτεινό παράδειγμα. Πρόσθεσε επίσης ότι ο μέσος μισθός από 13.000 ευρώ το 2019 έχει φτάσει σήμερα στα 18.900 ευρώ.
Ο Θεόδωρος Μαργαρίτης απάντησε ότι το βασικό ζήτημα είναι το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας. Υποστήριξε πως μια χώρα που στηρίζεται στο real estate και στην κατανάλωση δεν έχει πολύ δυνατό και αισιόδοξο μέλλον, ενώ μια χώρα χωρίς πρωτογενή παραγωγή, χωρίς ισορροπία ανάμεσα στους άμεσους και έμμεσους φόρους και με έντονες κοινωνικές ανισότητες βρίσκεται, όπως είπε, σε επισφαλή κατάσταση, ιδίως αν υπάρξουν δραματικές διεθνείς εξελίξεις. Κατά την άποψή του, η ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα είναι το νούμερο 1 και όχι το real estate και η κατανάλωση.
Την τοποθέτησή της ολοκλήρωσε η κ. Αντωνοπούλου λέγοντας ότι κανείς δεν μπορεί να πάει κόντρα στη βιωμένη πραγματικότητα των ανθρώπων. Περιέγραψε το καλάθι του σούπερ μάρκετ ως βασικό δείκτη πίεσης για τα νοικοκυριά και σημείωσε ότι ακόμη και πέντε προϊόντα μπορούν πολύ εύκολα να φτάσουν τα 40-50 ευρώ. Αναφέρθηκε επίσης στα προβλήματα των γονιών και των παιδιών και είπε ότι στις 2 Σεπτέμβρη θα παρουσιαστούν οι προγραμματικές θέσεις, θέτοντας το ερώτημα ποιος μπορεί να συγκρουστεί με τα συμφέροντα, να αποκαρτελοποιήσει την ελληνική οικονομία και να μειώσει τις τιμές στην ενέργεια με μια ισχυρή ΔΕΗ.
Τέλος, πρόσθεσε ότι η ουσιαστική αλλαγή πρέπει να γίνει υπέρ της μεγάλης πλειοψηφίας.
Πηγή περιεχομένου: in.gr
![]()
