Σκάνδαλο υποκλοπών: Η μήνυση στελέχους της ΕΥΠ ξαναφέρνει το Μαξίμου στο επίκεντρο

Σκάνδαλο υποκλοπών: Η μήνυση στελέχους της ΕΥΠ ξαναφέρνει το Μαξίμου στο επίκεντρο

Η μήνυση ενός εν ενεργεία ανώτερου στελέχους της ΕΥΠ για κατασκοπεία μέσω Predator θα περίμενε κανείς ότι θα σημάνει συναγερμό στο Μέγαρο Μαξίμου. Όχι μόνο επειδή φέρνει ξανά στο προσκήνιο, με τον πιο επίσημο τρόπο, το σκάνδαλο των υποκλοπών, αλλά και επειδή αυτή τη φορά ο καταγγέλλων βρίσκεται μέσα στην ίδια την υπηρεσία που έχει ως αποστολή την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Πρόκειται για την ίδια εθνική ασφάλεια στην οποία ο μηνυτής υποστηρίζει ότι υπήρξε ρήγμα.

Κι όμως, η στάση της κυβέρνησης γεννά εκ νέου ερωτήματα για το πώς αντιλαμβάνεται την εθνική ασφάλεια. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν απάντησε στην ουσία των ερωτημάτων που του τέθηκαν στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών. Ρωτήθηκε, συγκεκριμένα, αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως πολιτικός προϊστάμενος της ΕΥΠ, ζήτησε ενημέρωση από τη διοίκηση της υπηρεσίας για τη μήνυση του κ. Παπαδόπουλου και για όσα καταγγέλλονται σε αυτήν.

Ο κ. Μαρινάκης δεν απάντησε, παρότι ρωτήθηκε δύο φορές. Αντί για σαφή τοποθέτηση για το αν ο πρωθυπουργός ενημερώθηκε σχετικά με μια καταγγελία πιθανής κατασκοπείας σε βάρος της χώρας, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μετέφερε τη συζήτηση στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι δουλειά της κυβέρνησης να ασχολείται με μηνύσεις και δικαστικές υποθέσεις.

Μάλιστα, απευθυνόμενος στους δημοσιογράφους, έκανε λόγο για μια μειοψηφία στον Τύπο τηλεδικαστών, λέγοντας πως όποιος θέλει μπορεί να δώσει εξετάσεις και να ασχοληθεί με το δικαστικό Σώμα!

Το ερώτημα, όμως, δεν ήταν αν η κυβέρνηση σκοπεύει να υποκαταστήσει τον εισαγγελέα. Ήταν αν ο πρωθυπουργός θέλησε να μάθει αν υπήρξε κατασκοπευτική διείσδυση στην υπηρεσία της οποίας είναι πολιτικός προϊστάμενος. Και η διαφορά είναι τεράστια.

Ο πρωθυπουργός, ως πολιτικός προϊστάμενος της ΕΥΠ, δεν χρειάζεται να γνωρίζει ποιος είναι ποινικά ένοχος για να ζητήσει από τη διοίκηση της υπηρεσίας απαντήσεις σε στοιχειώδη ερωτήματα: τι ακριβώς συνέβη, αν υπήρξε παραβίαση της ασφάλειας της ΕΥΠ, αν υποκλάπηκαν απόρρητες πληροφορίες, πού κατέληξαν, αν εκτέθηκαν επιχειρήσεις, πληροφοριοδότες ή συνεργασίες με άλλες υπηρεσίες και αν υπάρχουν και άλλα στελέχη που αντιμετώπισαν αντίστοιχο πρόβλημα;

Τούτων δοθέντων, κανείς μπορεί να καταλήξει σε δύο λογικά συμπεράσματα: είτε ο πρωθυπουργός έχει ενημερωθεί, οπότε είναι εύλογο να ζητείται να μάθουμε τουλάχιστον αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι προέκυψε ζήτημα εθνικής ασφάλειας, είτε δεν έχει ενημερωθεί, οπότε προκύπτει το ακόμη πιο δύσκολο ερώτημα γιατί ο πολιτικός προϊστάμενος της ΕΥΠ δεν ζήτησε ενημέρωση όταν ένα εν ενεργεία ανώτερο στέλεχος της υπηρεσίας προσέφυγε στη Δικαιοσύνη καταγγέλλοντας κατασκοπεία.

Υπάρχει φυσικά και η επιλογή του Μαξίμου να μη δημοσιοποιήσει αν και για ποια ζητήματα έχει ενημερωθεί ο πρωθυπουργός, επικαλούμενο λόγους εθνικής ασφάλειας. Αλλά ακόμη και αυτή θα ήταν μια πολιτική απάντηση. Να έλεγε, δηλαδή, ο κ. Μαρινάκης πως το Μαξίμου γνωρίζει, αλλά το θέμα δεν μπορεί να συζητηθεί δημόσια. Να επικαλεστεί, έστω, το απόρρητο, όπως έκαναν αρκετοί παρατρεχάμενοι του Μαξίμου από τότε που ξέσπασε το σκάνδαλο.

Σε κάθε περίπτωση είναι γνωστό πως, ειδικά μετά τη δημοσιοποίηση της απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου για τους 4 πρωτόδικα καταδικασθέντες (Ντίλιαν, Χάμου, Μπίτζιος και Λαβράνος), η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει την υπόθεση των υποκλοπών ως μια υπόθεση που έχει περάσει πλέον στα χέρια της Δικαιοσύνης και για την οποία η πολιτική συζήτηση έχει ουσιαστικά εξαντληθεί.

Η μήνυση του Γιάννη Παπαδόπουλου δυσκολεύει αυτή τη γραμμή. Ο Παπαδόπουλος δεν είναι πολιτικός της αντιπολίτευσης, ούτε δημοσιογράφος που ερευνά το σκάνδαλο, ούτε ένας εξωτερικός επικριτής της κυβέρνησης. Είναι εν ενεργεία ανώτερο στέλεχος της ΕΥΠ και, σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιευθεί, υπηρετεί στον εξαιρετικά ευαίσθητο χώρο της αντικατασκοπείας. Στη μήνυσή του ζητά να διερευνηθεί, μεταξύ άλλων, το κακούργημα της κατασκοπείας και στρέφεται όχι μόνο κατά των τεσσάρων προσώπων που έχουν ήδη καταδικαστεί πρωτοδίκως στην υπόθεση Predator, αλλά και κατά παντός άλλου υπευθύνου.

Με άλλα λόγια, η ίδια η μήνυση αμφισβητεί ότι στην υπόθεση έχουν απαντηθεί όλα τα κρίσιμα ερωτήματα. Η υπόθεση επιστρέφει έτσι εκεί ακριβώς από όπου το Μέγαρο Μαξίμου θα προτιμούσε πιθανότατα να έχει απομακρυνθεί: στην πολιτική ευθύνη. Και επειδή ο πρωθυπουργός διατείνεται πως είναι αυτός που θα σηκώσει το τηλέφωνο στις 3 το πρωί, εάν παραστεί ανάγκη, οφείλει να απαντήσει αν σήκωσε το τηλέφωνο για να μάθει τι συνέβη.

Αν το έκανε, υπάρχει το επόμενο ερώτημα: τι έμαθε. Κι αν δεν το έκανε, υπάρχει ένα ακόμη σοβαρότερο: γιατί. Και στα συγκεκριμένα ερωτήματα, η επίκληση της Δικαιοσύνης εκ μέρους του κυβερνητικού εκπροσώπου δεν αποτελεί απάντηση.

Πηγή περιεχομένου: in.gr

Loading

Play