Η ένταξη της ευρύτερης περιοχής του Ολύμπου στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO ως Μικτό Αγαθό έφερε στο προσκήνιο τη διπλωματική διαδρομή πίσω από την απόφαση. Ο Γιώργος Κουμουτσάκος περιγράφει πώς η υπόθεση του Ολύμπου συνδέεται με την πολιτιστική διπλωματία και το ελληνικό «οπλοστάσιο» πολιτισμού.
Με αφορμή την ιστορική εγγραφή, ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην UNESCO αναφέρεται στην πολύμηνη προσπάθεια που προηγήθηκε, στις σύνθετες διαβουλεύσεις και στις ευθύνες που γεννά η διεθνής αναγνώριση. Όπως σημειώνει, η επιτυχία δεν ήταν αυτονόητη, αλλά προέκυψε από στενό συντονισμό, επιστημονική τεκμηρίωση και επίμονη διπλωματική δράση για την ομόφωνη αναγνώριση της μοναδικής οικουμενικής αξίας του Ολύμπου.
Η επιτυχία αυτή, μαζί με την πρόσφατη καθιέρωση της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας από την UNESCO, επιβεβαιώνει, σύμφωνα με τον Γιώργο Κουμουτσάκο, ότι η πολιτιστική διπλωματία είναι από τα ισχυρότερα εργαλεία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα, λέει, διαθέτει ένα «αστείρευτο ειρηνικό οπλοστάσιο πολιτισμού», το οποίο μπορεί να ενισχύσει τη διεθνή της ακτινοβολία όταν αξιοποιείται με σχέδιο, στρατηγική και συνέπεια. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρεται και στις κοινοβουλευτικές ομάδες φιλίας με την Ελλάδα, τις οποίες θεωρεί πολύτιμους συμμάχους για την προβολή της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού διεθνώς.
Ακολουθεί η συνέντευξη του Γιώργου Κουμουτσάκου στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στη Νάντια Μπακοπούλου:
ΕΡ: Η ένταξη της ευρύτερης περιοχής του Ολύμπου στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO ως Μικτό Αγαθό, είναι μια ιστορική εθνική επιτυχία. Τι χρειάστηκε να γίνει, πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας, ώστε να επιτευχθεί η ομόφωνη απόφαση; Πόσο δύσκολη ήταν η διπλωματική διαδρομή μέχρι την επίσημη αναγνώριση;
ΑΠ: Η ευρύτερη περιοχή του Ολύμπου, στην οποία περιλαμβάνεται και το Δίον, ήταν αντικειμενικά μια δύσκολη υποψηφιότητα, γιατί ως ταυτόχρονα φυσική και πολιτιστική, δηλαδή ως «μικτή», είχε πολλές και σύνθετες τεχνικές πτυχές. Δεν είναι τυχαίο ότι στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO οι «μικτές» εγγραφές είναι ιδιαίτερα περιορισμένες.
Τα αυστηρά τεχνοκρατικά και συμβουλευτικά όργανα της UNESCO υποστήριξαν ότι, κατά τη γνώμη τους, η υποψηφιότητά μας, λόγω ορισμένων τεχνικών ζητημάτων, θα μπορούσε να επανέλθει σε μεταγενέστερο χρόνο.
Για εμάς αυτό δεν ήταν αποδεκτή επιλογή. Πιστεύαμε στην άρτια τεκμηρίωση του φακέλου και στην ωριμότητα της υποψηφιότητας για εγγραφή και αναγνώριση της εξέχουσας οικουμενικής αξίας του Ολύμπου. Έπρεπε, λοιπόν, να μετατρέψουμε την τεχνοκρατική γνώση και την εμπειρογνωμοσύνη των στελεχών του Υπουργείου Πολιτισμού, του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του Οργανισμού Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής σε έντονη διπλωματική δράση υπέρ της υποψηφιότητάς μας. Αυτό έγινε με στρατηγική και συντονισμό. Απευθυνθήκαμε, πιστεύω πειστικά, σε κάθε μία από τις Μόνιμες Αντιπροσωπείες των 21 κρατών-μελών της Επιτροπής Παγκόσμιας Κληρονομιάς, με επιχειρήματα και ορθολογισμό.
Η δράση αυτή κράτησε έως και λίγο πριν από τη συζήτηση της Επιτροπής, τις απογευματινές ώρες της 26ης Ιουλίου. Συζητήσαμε επανειλημμένα με τους εμπειρογνώμονες των συμβουλευτικών οργάνων και με τις διπλωματικές αντιπροσωπίες όλων των κρατών-μελών.
Από την αρχή, επιδίωξή μας ήταν μια ομόφωνη απόφαση. Δεν αρκούσε μια πλειοψηφική απόφαση που θα άφηνε την εντύπωση ότι υπάρχουν επιφυλάξεις για τη μοναδική αξία και ακτινοβολία του Ολύμπου ως πολιτιστικού και φυσικού αγαθού της παγκόσμιας κληρονομιάς.
Το πιστέψαμε, το υπηρετήσαμε και το πετύχαμε με συλλογική προσπάθεια και με την αμέριστη στήριξη των Υπουργών Εξωτερικών, Πολιτισμού και Περιβάλλοντος.
ΕΡ: Μετά την ένταξη στην UNESCO, ποιες είναι πλέον οι ευθύνες της Ελλάδας; Τι σημαίνει στην πράξη μια τέτοια αναγνώριση; Εκτός από μια σημαντική διεθνή διάκριση, θεωρείτε ότι είναι και ένα εργαλείο που μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο προστατεύουμε και διαχειριζόμαστε έναν τόσο εμβληματικό τόπο;
ΑΠ: Η στιγμή αυτής της ιστορικής απόφασης, πέρα από πηγή εύλογης ικανοποίησης και υπερηφάνειας, ήταν στην ουσία και αφετηρία μεγάλης ευθύνης. Η διεθνής αναγνώριση χαράζει και τον δρόμο εθνικής ευθύνης, ανάλογης με την οικουμενική αξία του αγαθού. Όταν στις διαβουλεύσεις μας δεχόμασταν τις υποχρεώσεις που περιλαμβάνει η απόφαση της εγγραφής, δεν το πράξαμε από αδυναμία ή ως επιβεβλημένο συμβιβασμό. Το πράξαμε πρωτίστως ως δική μας υποχρέωση και δικό μας καθήκον. Η Ελλάδα είναι αυτή που πρώτη θέλει και οφείλει να προστατευθεί ο Όλυμπος και η βιώσιμη ανάπτυξή του.
Βεβαίως και η UNESCO θα παρακολουθεί και θα αξιολογεί, αλλά αυτό δεν πρέπει να είναι το κίνητρό μας. Το δικό μας κίνητρο για να εφαρμοστούν καλά μελετημένες, συντονισμένες και αποτελεσματικές πολιτικές προστασίας, ανάδειξης, ανάπτυξης και προβολής του Ολύμπου είναι πρωτίστως η συνείδησή μας, ο σεβασμός που οφείλουμε στους αιώνες της ιστορίας και η φροντίδα μας για το τι θα παραδώσουμε στις επόμενες γενιές.
Καθήκον όλων μας, της κεντρικής κυβέρνησης, της τοπικής αυτοδιοίκησης, της τοπικής κοινωνίας και των φορέων, είναι να διαφυλάξουμε την κληρονομιά μας, που πλέον έγινε και κληρονομιά της Ανθρωπότητας.
ΕΡ: Πιστεύετε ότι τέτοιες διεθνείς διακρίσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός ανάπτυξης για τις τοπικές κοινωνίες και τον ποιοτικό τουρισμό, χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας των περιοχών;
ΑΠ: Το πιστεύω απολύτως. Η απόφαση της UNESCO είναι η αφετηρία ενός καλύτερου μέλλοντος για τον Όλυμπο και για όλη την περιοχή που τον περιβάλλει. Εκτός εάν μόνοι μας, από αβελτηρία, ανικανότητα ή μικροσκοπιμότητες, αφήσουμε να «σκουριάσει» το λαμπερό διεθνές μετάλλιο που επάξια και με πολλή δουλειά, πολλών αφοσιωμένων ανθρώπων, κερδίσαμε. Αλλά αυτό ούτε το πιστεύω ούτε και θέλω να το διανοηθώ.
ΕΡ: Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η Ελλάδα κατέγραψε ορισμένες σημαντικές επιτυχίες στην UNESCO, από την καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας έως την ένταξη του Ολύμπου στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Συνδέονται αυτές οι πρωτοβουλίες με μια ευρύτερη εθνική στρατηγική πολιτιστικής διπλωματίας;
ΑΠ: Πάντα πίστευα ότι η Ελλάδα, γεωγραφικά και πληθυσμιακά περιορισμένη, πολιτιστικά είναι μια «υπερδύναμη». Ο πολιτισμός, πρώτα απ’ όλα, και μαζί του η ελληνική ναυτιλία και στη συνέχεια ο τουρισμός, συνιστούν την τριάδα της ήπιας ισχύος της χώρας μας. Και αυτή η ήπια ισχύς μπορεί να δίνει στην πατρίδα μας μια ιδιαίτερη διεθνή ακτινοβολία και επιρροή.
Η σκληρή μας ισχύς, η άμυνα και η οικονομία, μας δίνει ειδικό βάρος τοπικό και περιφερειακό. Η ήπια ισχύς μας δίνει ειδικό βάρος οικουμενικό. Υπάρχει όμως μία προϋπόθεση: να την ασκούμε συντονισμένα, με συγκεκριμένη στοχοθεσία, στρατηγική και στόχευση, με επιμέρους στέρεα βήματα και επιτεύγματα.
Αυτά πίστευα όταν αναλάμβανα τα καθήκοντα του Μονίμου Αντιπροσώπου της χώρας μας στην UNESCO. Εύχομαι η δουλειά που γίνεται εδώ να συμβάλει έστω και λίγο στον μεγάλο στόχο μιας Ελλάδας όσο το δυνατόν πιο αποδεκτής στον κόσμο, με διεθνές κύρος και με τον σεβασμό που της αρμόζει.
ΕΡ: Πρόσφατα ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης σας όρισε ειδικό απεσταλμένο του ΥΠΕΞ για την προβολή της ελληνικής γλώσσας. Η αναγνώριση της από την UNESCO είχε ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς δεν βασίστηκε στον αριθμό των ομιλητών της αλλά στη συμβολή της στον παγκόσμιο πολιτισμό. Πώς μπορεί αυτή η απόφαση να αξιοποιηθεί ώστε να αποκτήσει ουσιαστικό αντίκτυπο στην εκπαίδευση, στην ομογένεια και στη διεθνή προβολή της χώρας;
ΑΠ: Η ιστορικής και στρατηγικής σημασίας απόφαση του περασμένου Νοεμβρίου από την UNESCO για την καθιέρωση της 9ης Φεβρουαρίου κάθε έτους ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας είναι ένα χρυσό διαβατήριο για τη γλώσσα μας. Οφείλουμε, λοιπόν, να την «ταξιδέψουμε» όσο πιο πολύ και όσο πιο μακριά γίνεται. Σε αυτό θα πρέπει να συνταχθούν όλοι: η Πολιτεία, τα πνευματικά ιδρύματα, οι αρμόδιοι φορείς, η Εκκλησία, η επιχειρηματική κοινότητα και, βέβαια, ο απόδημος Ελληνισμός. Η ελληνική γλώσσα, ως διαχρονία, και όχι μόνο η αρχαία ελληνική, έχει θαυμαστές, μελετητές, συνηγόρους και φίλους διάσπαρτους σε όλο τον κόσμο. Θα πρέπει, λοιπόν, να εκπέμψουμε ένα κάλεσμα για την υποστήριξη και την προβολή των ελληνικών ως φορέα πολιτισμού, ως μέσου επανασύνδεσης ενός κόσμου που βρίσκεται σε απορία και αμηχανία μπροστά στην καλπάζουσα τεχνολογία, με τις πρώτες και αξεπέραστες θεμελιώδεις έννοιες της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ένα κάλεσμα, αφενός, για την ενίσχυση των υπαρχουσών πανεπιστημιακών εδρών ελληνικών σπουδών και, αφετέρου, για τη δημιουργία νέων. Ο ετήσιος εορτασμός της 9ης Φεβρουαρίου με εκδηλώσεις σε όλο τον κόσμο, με πλήρη αξιοποίηση του διπλωματικού δικτύου εκπροσώπησης της χώρας μας, είναι ένα απαραίτητο, αλλά όχι και αρκετό μέσο. Εκτιμώ ότι θα ήταν σκόπιμο να ενεργοποιηθεί για αυτόν τον σκοπό και το δίκτυο των κοινοβουλευτικών ομάδων φιλίας με την Ελλάδα, σε όλα τα κοινοβούλια που έχουν τέτοιες ομάδες. Εδώ, η Βουλή των Ελλήνων μπορεί να έχει καθοριστικό ρόλο με την ανάληψη σχετικής πρωτοβουλίας, στη βάση της απόφασης της UNESCO.
Τώρα πλέον έχουμε στη διάθεσή μας και τις απεριόριστες δυνατότητες που μπορεί να προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη, τόσο για την εκμάθηση και την εξοικείωση όσο και για την προβολή των Ελλήνων σε διεθνές επίπεδο. Υπάρχει και εδώ μία προϋπόθεση: σχέδιο, στρατηγική, εφαρμογή. Εάν το πιστέψουμε, θα το καταφέρουμε.
ΕΡ: Πολλές φορές θεωρούμε ότι η ιστορική και πολιτιστική αξία της Ελλάδας αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει τη διεθνή αναγνώριση. Ωστόσο, όπως έχετε επισημάνει, στη διεθνή διπλωματία «τίποτα δεν είναι αυτονόητο». Ως Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην UNESCO, τι σας έχει διδάξει η εμπειρία σας για τον τρόπο με τον οποίο μια χώρα οφείλει να προβάλλει και να διεκδικεί τη διεθνή αναγνώριση της πολιτιστικής της κληρονομιάς; Ποιο θεωρείτε ότι είναι σήμερα το μεγαλύτερο συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας στη διεθνή πολιτιστική σκηνή;
ΑΠ: Πράγματι. Στη διεθνή διπλωματία τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Τίποτα δεν χαρίζεται. Όλα κερδίζονται. Πρέπει όμως να εκκινείς από μια καλή αφετηρία, από μια ισχυρή βάση. Η Ελλάδα διαθέτει ένα αστείρευτο ειρηνικό οπλοστάσιο πολιτισμού. Η πολιτιστική και η δημόσια διπλωματία μας έχουν, λοιπόν, μπροστά τους πεδίον δόξης λαμπρόν.
ΕΡ: Μετά τον Όλυμπο, ποιο θεωρείτε ότι είναι το επόμενο μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα στην UNESCO; Υπάρχουν υποψηφιότητες ή πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τη διεθνή εικόνα της χώρας τα επόμενα χρόνια;
ΑΠ: Ναι. Βεβαίως υπάρχουν και συγκεκριμένοι στόχοι και συγκεκριμένοι σχεδιασμοί, με προοπτική να εμβαθύνουν ακόμα περισσότερο το αποτύπωμα της Ελλάδας στην UNESCO, ενισχύοντας ταυτόχρονα και τον ίδιο τον Οργανισμό. Θα μου επιτρέψετε να μην γίνω αυτή τη στιγμή πιο συγκεκριμένος. Συγκρατήστε όμως το εξής: η Ελλάδα πιστεύει στην UNESCO και στον ευεργετικό ρόλο που μπορεί να παίξει, μαζί με τα 194 κράτη μέλη της, για την προώθηση της πολυμερούς συνεργασίας, του διαλόγου και των κοινών δράσεων στην εκπαίδευση, στις επιστήμες, στον πολιτισμό και στη διαφύλαξη της ελευθερίας της έκφρασης.
ΕΡ: Έπειτα από μια μακρά διαδρομή στην πολιτική και τη διπλωματία, αισθάνεστε ότι στην UNESCO υπηρετείτε μια διαφορετική εκδοχή της εξωτερικής πολιτικής; Μπορεί τελικά ο πολιτισμός να ανοίγει πόρτες εκεί όπου η παραδοσιακή διπλωματία συναντά συχνά αδιέξοδα;
ΑΠ: Νομίζω ότι από όλη μας τη συζήτηση προκύπτει ένα ισχυρό «ναι».
Νάντια Μπακοπούλου
*Τη φωτογραφία παραχώρησε ο Γιώργος Κουμουτσάκος
![]()
