Η χρήση AI από Ρώσους που συνδέονται με επιχειρήσεις κατασκοπείας και δολιοφθοράς δείχνει, σύμφωνα με την Anthropic, μια νέα φάση στον υβριδικό πόλεμο της Μόσχας κατά της Ευρώπης. Στην έκθεση πληροφοριών απειλών του Σεπτεμβρίου 2026, η εταιρεία αναφέρει ότι ρωσικοί παράγοντες χρησιμοποίησαν το εργαλείο Claude σε κυβερνοεισβολές, αλλά και στην ανάπτυξη λογισμικού για σμήνη αυτόνομων drones.
Με βάση τα στοιχεία της Anthropic, η ιστοσελίδα Insider αποκάλυψε και κατονόμασε τρεις φερόμενους δράστες.
Η βαρύτητα των αποκαλύψεων δεν περιορίζεται στη χρήση ενός προηγμένου εργαλείου τεχνητής νοημοσύνης, αλλά στη δυνατότητα αυτοματοποιημένης προσαρμογής των επιθετικών μέσων όταν εντοπίζονται και αντιμετωπίζονται από αμυντικά συστήματα.
Σύμφωνα με την Anthropic, σε μία από τις περιπτώσεις, ρωσικά συνδεόμενος φορέας χρησιμοποίησε το Claude για να υποστηρίξει κυβερνοεπιθέσεις εναντίον ουκρανικών και ευρωπαϊκών κυβερνητικών, διπλωματικών και αμυντικών στόχων. Το σύστημα μπορούσε να ελέγχει αν το κακόβουλο λογισμικό εντοπιζόταν από μηχανισμούς ασφαλείας και, όταν συνέβαινε αυτό, να τροποποιεί και να ανακατασκευάζει τα εργαλεία επίθεσης ώστε να επιχειρεί ξανά. Σε ξεχωριστή περίπτωση, εντοπίστηκε χρήση του Claude Code για την ανάπτυξη και δοκιμή λογισμικού που προοριζόταν για σμήνος αυτόνομων μη επανδρωμένων αεροσκαφών, με λειτουργίες επιλογής και εμπλοκής στόχων.
Πράκτορες AI καθοδηγούμενοι από ανθρώπους
Οι επιχειρήσεις αυτές δεν ήταν πλήρως αυτόνομες. Οι ανθρώπινοι χειριστές συνέχιζαν να καθορίζουν τους βασικούς στόχους και να λαμβάνουν κρίσιμες αποφάσεις. Ωστόσο, διαφαίνεται μια ουσιαστική αλλαγή: η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πλέον να αναλαμβάνει μέρος της προσαρμογής μιας επίθεσης, μειώνοντας την ανάγκη συνεχούς ανθρώπινης παρέμβασης. Αν αυτή η δυνατότητα επεκταθεί, ο επιτιθέμενος δεν θα χρειάζεται κάθε φορά να σχεδιάζει από την αρχή νέα μέθοδο όταν η προηγούμενη αποτυγχάνει. Θα μπορεί να δοκιμάζει εναλλακτικές προσεγγίσεις, να αξιολογεί τα αποτελέσματα και να προσαρμόζει τα εργαλεία του με μεγαλύτερη ταχύτητα και χαμηλότερο κόστος.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συνδυαστεί με τη μεταβολή του τρόπου με τον οποίο η Ρωσία οργανώνει τις επιχειρήσεις δολιοφθοράς στην Ευρώπη. Όπως επισημαίνει ανάλυση του βρετανικού κυβερνητικού αμυντικού think tank Royal United Services Institute (RUSI), η Μόσχα φαίνεται να απομακρύνεται σταδιακά από το παραδοσιακό μοντέλο των επαγγελματικών μυστικών δικτύων και να αξιοποιεί ολοένα περισσότερο άπειρους, περιστασιακούς ή στρατολογημένους μέσω εγκληματικών δικτύων εκτελεστές. Η αξία αυτών των προσώπων δεν βρίσκεται απαραίτητα στις ιδιαίτερες επιχειρησιακές τους ικανότητες, αλλά στο ότι είναι αναλώσιμοι και μπορούν να αντικατασταθούν σχετικά εύκολα, χωρίς να διακυβεύεται η συνολική δυνατότητα συνέχισης των επιχειρήσεων.
Ενδεικτική είναι η υπόθεση της αποτυχημένης απόπειρας δολιοφθοράς στο αεροδρόμιο της Λειψίας, στις αρχές Αυγούστου, την οποία συνδέουν δημοσιογραφικές έρευνες με δίκτυο προσώπων που φέρεται να σχετίζεται με τη ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών GRU. Σύμφωνα με την ανάλυση του RUSI, το συγκεκριμένο περιστατικό εντάσσεται σε ευρύτερο μοτίβο ενεργειών που περιλαμβάνει επιθέσεις και απόπειρες διατάραξης κρίσιμων υποδομών. Στόχος δεν είναι απαραίτητα η πρόκληση μιας θεαματικής καταστροφής, αλλά η δημιουργία επαναλαμβανόμενου κόστους για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η επιβάρυνση των μηχανισμών ασφαλείας και η δοκιμή των ορίων αντίδρασης του ΝΑΤΟ.
Αβεβαιότητα και δυνατότητα κλιμάκωσης
Η ευρύτερη στρατηγική διάσταση της νέας τεχνολογίας δείχνει ότι η Ρωσία μπορεί να επιδιώκει να προκαλεί αβεβαιότητα και να διατηρεί δυνατότητα κλιμάκωσης χωρίς το κόστος μιας άμεσης στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Ακόμη και όταν η εμπλοκή της Μόσχας μπορεί να τεκμηριωθεί, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα ποια αντίδραση είναι αναλογική και ενδεδειγμένη. Παράλληλα, οι διαφορετικές εκτιμήσεις των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ για τη σοβαρότητα κάθε περιστατικού ενδέχεται να δυσχεραίνουν τη διαμόρφωση ενιαίας απάντησης.
Η χρήση περισσότερο αυτόνομων συστημάτων θα μπορούσε να ενισχύσει αυτή τη στρατηγική. Η προσαρμογή των επιθέσεων σε πραγματικό χρόνο θα δυσκόλευε την οριστική εξουδετέρωση των δικτύων, ενώ θα επέτρεπε τη διατήρηση πιέσεων σε πολλαπλά πεδία, από τον κυβερνοχώρο μέχρι τις μεταφορές και την ενεργειακή ασφάλεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ρωσία έχει ήδη υιοθετήσει μια ολοκληρωμένη στρατηγική αυτόνομων επιχειρήσεων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτύχει, να παράγει απρόβλεπτα αποτελέσματα ή να εκτελεί ενέργειες χωρίς ουσιαστικό στρατηγικό όφελος. Οι πολιτικές αποφάσεις και ο καθορισμός των στόχων εξακολουθούν να απαιτούν ανθρώπινη κρίση.
Για το ΝΑΤΟ, η πρόκληση δεν περιορίζεται στην ενίσχυση των συστημάτων κυβερνοάμυνας. Απαιτείται στενότερη συνεργασία των υπηρεσιών πληροφοριών, των διωκτικών αρχών και των χρηματοπιστωτικών μηχανισμών, ώστε να εντοπίζονται και να αποδυναμώνονται τα δίκτυα που υποστηρίζουν τέτοιες επιχειρήσεις. Κυρίως, οι σύμμαχοι πρέπει να αξιολογούν τα περιστατικά όχι ως μεμονωμένα συμβάντα, αλλά ως πιθανά τμήματα μιας ευρύτερης εκστρατείας.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντικαθιστά απαραίτητα τους ανθρώπινους εκτελεστές του ρωσικού υβριδικού πολέμου. Μπορεί, όμως, να πολλαπλασιάσει τις επιχειρησιακές δυνατότητες των δικτύων στα οποία αυτοί εντάσσονται. Και αν η συνεχής προσαρμογή των επιθέσεων γίνει φθηνότερη και ευκολότερη, η Ευρώπη θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια απειλή που δεν θα κρίνεται πλέον από την επιτυχία ή την αποτυχία μιας μεμονωμένης δολιοφθοράς, αλλά από την ικανότητα του αντιπάλου να επανέρχεται διαρκώς με νέες μεθόδους.
![]()
