Τεχνητή νοημοσύνη: Γιατί οι φοιτητές φοβούνται ότι θα καταστρέψει το μέλλον τους

Τεχνητή νοημοσύνη: Γιατί οι φοιτητές φοβούνται ότι θα καταστρέψει το μέλλον τους

Η τεχνητή νοημοσύνη σαρώνει σταδιακά την αγορά εργασίας και φοιτητές και νέοι απόφοιτοι βλέπουν ήδη να στενεύουν οι πρώτες τους επαγγελματικές ευκαιρίες. Για πολλούς, η ανησυχία δεν είναι πια θεωρητική, αλλά καθημερινή εμπειρία στις αιτήσεις και τις συνεντεύξεις.

Όταν ο Ρόμπερτ Μαρς πήρε το πτυχίο του στην Πληροφορική το 2022, το επαγγελματικό τοπίο έμοιαζε ιδανικό. Τότε, όπως λέει ο ίδιος, μπορούσε να κλείσει συνέντευξη για δουλειά σχεδόν παντού, όμως σήμερα η αναζήτηση εργασίας έχει γίνει ένας συνεχής και εξαντλητικός αγώνας. «Τα πάντα γύρω μας ανατρέπονται ριζικά», εξηγεί ο 26χρονος μηχανικός λογισμικού από την Πενσυλβάνια, προσθέτοντας ότι στις περισσότερες συνεντεύξεις το υπόγειο ερώτημα των εργοδοτών είναι: «Σε χρειαζόμαστε πραγματικά;».

Ο Μαρς λέει ότι νιώθει πως οι προοπτικές του «υφαρπάζονται» από μια κλειστή, ελίτ ομάδα των πλουσιότερων και πιο ευφυών ανθρώπων του πλανήτη. «Το μόνο που ήθελα ήταν μια ήρεμη ζωή, μια καλή καριέρα και ίσως, κάποια στιγμή, να καταφέρω να αγοράσω ένα σπίτι. Όμως υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα που φαίνεται να φροντίζει ώστε να μην μπορέσω να τα αποκτήσω ποτέ», δηλώνει με πικρία.

Η συρρίκνωση των ευκαιριών επιβεβαιώνεται πλέον και από τα ερευνητικά δεδομένα. Σύμφωνα με το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, σε επαγγέλματα που είναι άμεσα εκτεθειμένα στην επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης —όπως ο προγραμματισμός και η λογιστική— το ποσοστό απασχόλησης είναι σήμερα κατά 19% χαμηλότερο, σε σύγκριση με το αν είχε ακολουθήσει τους ρυθμούς ανάπτυξης που καταγράφονται σε επαγγέλματα τα οποία δεν επηρεάζονται από την τεχνολογία. Και, σύμφωνα με τους ειδικούς, αυτό είναι μόνο η αρχή.

«Κάτι πολύ αληθινό συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην αγορά», εξηγεί ο Έρικ Μπρίνγιολφσον, διευθυντής του Εργαστηρίου Ψηφιακής Οικονομίας (Digital Economy Lab) στο Στάνφορντ. «Στην οικονομία το ονομάζουμε το φαινόμενο του καναρινιού στο ορυχείο, την πρώτη δηλαδή προειδοποίηση για έναν επερχόμενο κίνδυνο. Προς το παρόν παρατηρούμε αυτή την επίπτωση σε συγκεκριμένους μόνο τομείς, αλλά με την πάροδο του χρόνου θεωρώ εξαιρετικά πιθανό ότι το φαινόμενο θα επεκταθεί».

Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, μαζί με ηχηρές προειδοποιήσεις κορυφαίων στελεχών της βιομηχανίας για τους κινδύνους που μπορεί να κρύβει για την ίδια την ανθρωπότητα, αλλά και με έντονες αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών για τα ενεργοβόρα κέντρα δεδομένων που ξεφυτρώνουν διαρκώς.

Οικονομικό Αρμαγεδδών δεν έχει φτάσει ακόμη, όμως οι προβλέψεις για τον αντίκτυπο πληθαίνουν και διίστανται. Ο Ντάριο Αμοντέι, διευθύνων σύμβουλος της Anthropic, προειδοποίησε πέρυσι ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε ενδεχομένως να εξαφανίσει τις μισές θέσεις εργασίας για νεοεισερχόμενους υπαλλήλους γραφείου, εκτινάσσοντας την ανεργία στις ΗΠΑ στο 10% με 20% μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια. «Μπορεί να βρεθεί θεραπεία για τον καρκίνο, η οικονομία να αναπτύσσεται με 10% ετησίως, ο προϋπολογισμός να είναι ισοσκελισμένος — και παρ όλα αυτά, το 20% των ανθρώπων να μην έχει δουλειά. Ως δημιουργοί αυτής της τεχνολογίας, έχουμε χρέος να είμαστε απολύτως ειλικρινείς για το τι πρόκειται να ακολουθήσει», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στον αντίποδα, άλλοι ισχυροί παίκτες της τεχνολογίας απορρίπτουν αυτές τις ανησυχίες. Ο Σαμ Άλτμαν, διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, δήλωσε πέρυσι πως αν ήταν σήμερα 22 ετών και μόλις είχε αποφοιτήσει, θα ένιωθε το πιο τυχερό παιδί στην ιστορία της ανθρωπότητας. Υποστήριξε ότι ποτέ στο παρελθόν δεν υπήρξε καλύτερη εποχή για καινοτομία και επιχειρηματικότητα, προβλέποντας ότι σε μια δεκαετία οι νέοι θα μπορούν να αναλαμβάνουν ασύλληπτα δημιουργικές και καλοπληρωμένες δουλειές, ίσως και σε εντελώς νέα πεδία.

Σε πολιτικό επίπεδο, η συζήτηση παίρνει συχνά γεωπολιτικές διαστάσεις. Ο Ντόναλντ Τραμπ, για παράδειγμα, απορρίπτει τις εκκλήσεις για αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο, υποστηρίζοντας ότι οποιαδήποτε επιβράδυνση στην ανάπτυξη της τεχνολογίας θα έδινε στρατηγικό πλεονέκτημα στην Κίνα, διαβεβαιώνοντας παράλληλα ότι ο αριθμός των νέων θέσεων εργασίας θα είναι τεράστιος.

Μακριά, ωστόσο, από τα κέντρα αποφάσεων της Ουάσινγκτον, στην πανεπιστημιούπολη της Βηθλεέμ και την ευρύτερη περιοχή του Λίχαϊ Βάλεϊ, τα πρώτα θύματα αυτής της τεχνολογικής μετάβασης είναι ήδη ορατά. Οι νέοι άνθρωποι φοβούνται ότι αντιμετωπίζονται ως παράπλευρες απώλειες.

«Πλέον, δεν ξέρουμε καν πού είμαστε απαραίτητοι», σημειώνει η Κλόι Λεόνγκ, φοιτήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Λίχαϊ. «Είναι τρομακτικό. Αν οι θέσεις για όσους κάνουν τα πρώτα τους βήματα καταργούνται, τότε από ποια αφετηρία καλούμαστε εμείς να ξεκινήσουμε;» Μια γενιά που έχει ήδη βιώσει το σοκ της πανδημίας και βρίσκει τις πόρτες της αγοράς κατοικίας ερμητικά κλειστές, πείθεται όλο και περισσότερο ότι οι δισεκατομμυριούχοι της Σίλικον Βάλεϊ έχουν στήσει το παιχνίδι εις βάρος της. Δεν είναι τυχαίο ότι πρόσφατη δημοσκόπηση της Gallup κατέγραψε ραγδαία μείωση του ποσοστού των νέων που νιώθουν ενθουσιασμό ή ελπίδα για την τεχνητή νοημοσύνη, ενώ ο θυμός και το άγχος παρουσιάζουν κατακόρυφη αύξηση.

Η Λεόνγκ κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές της έναν χρόνο νωρίτερα, έχοντας εμπλουτίσει το βιογραφικό της με κάθε πιθανή διάκριση. Όμως, βλέποντας πόσο δύσκολο ήταν να βρει δουλειά, αποφάσισε να συνεχίσει με μεταπτυχιακές σπουδές για να αποκτήσει νέα εφόδια. «Η τεχνητή νοημοσύνη εξελίχθηκε τόσο πολύ που, όταν έφτασα στο σημείο να πάρω το πτυχίο μου, ένιωσα ότι μια μηχανή μπορούσε ήδη να κάνει όλα όσα εγώ πάσχιζα να μάθω επί τρία χρόνια», παραδέχεται, εξετάζοντας πλέον το ενδεχόμενο να προχωρήσει μέχρι και σε διδακτορικό. «Θέλω να εξελίξω τόσο πολύ τις ικανότητές μου, ώστε να γίνω αναντικατάστατη. Θέλω να είμαι ο άνθρωπος που θα ελέγχει την τεχνητή νοημοσύνη, όχι ο άνθρωπος που θα αντικατασταθεί από αυτήν».

Ο καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Λίχαϊ, Τσαντ Μάγιερχοφερ, εξηγεί ότι οι πύλες εισόδου στην αγορά εργασίας στενεύουν επικίνδυνα. «Η αγορά ήταν εξαιρετικά σφιχτή για τους νέους αποφοίτους την περασμένη χρονιά. Οι ίδιες οι εταιρείες βρίσκονται σε σύγχυση· δεν ξέρουν ακόμη πώς ακριβώς θα αναδιαρθρώσουν τις θέσεις εργασίας τους υπό το πρίσμα της τεχνητής νοημοσύνης». Με τις διοικητικές θέσεις να θεωρούνται οι πιο ευάλωτες στην αυτοματοποίηση, το πανεπιστημιακό πτυχίο ίσως να μην αποτελεί πλέον το χρυσό εισιτήριο για την επαγγελματική αποκατάσταση, όπως συνέβαινε στο παρελθόν.

Τα στοιχεία του Στάνφορντ είναι αποκαλυπτικά: ενώ η ζήτηση για νέους προγραμματιστές ηλικίας 22-25 ετών και υπαλλήλους εξυπηρέτησης πελατών έχει πέσει κατά 19%, τα επαγγέλματα που δεν μπορούν —ακόμη— να αυτοματοποιηθούν ανθίζουν. Η απασχόληση νέων ως βοηθών υγείας έχει αυξηθεί κατά 22%, ενώ οι θέσεις αποθηκάριων και υπαλλήλων καταστημάτων κατά 6%.

Η Κλερ Γουαλίκι, πρόσφατη απόφοιτος του Λίχαϊ που πλέον εργάζεται στον ασφαλιστικό τομέα, αναφέρει ότι απέφυγε συνειδητά να διεκδικήσει θέσεις ανάλυσης δεδομένων —οι οποίες κινδυνεύουν από τις μηχανές— προτιμώντας ρόλους που απαιτούν άμεση, ανθρώπινη επαφή. Εργαζόμενη στο γραφείο διασύνδεσης του πανεπιστημίου, διαπιστώνει καθημερινά το αίσθημα παραίτησης των φοιτητών, οι οποίοι συχνά δεν λαμβάνουν καν απάντηση στις αιτήσεις τους. «Είναι πολύ εύκολο να χάσεις το κίνητρό σου, όταν νιώθεις ότι δεν μπορείς να κάνεις απολύτως τίποτα για να αλλάξεις την κατάσταση», τονίζει.

Αν και οι προσλήψεις έχουν επιβραδυνθεί, τα επίσημα στοιχεία δεν δείχνουν —προς το παρόν τουλάχιστον— ότι οι εταιρείες προχωρούν σε μαζικές απολύσεις λόγω της τεχνητής νοημοσύνης. Σύμφωνα με τον Ράιαν Νεπ, συντονιστή στο κέντρο εύρεσης εργασίας CareerLink στην Πενσυλβάνια, πολλοί άνεργοι υποψιάζονται ότι η τεχνολογία έπαιξε ρόλο στην απόλυσή τους, αν και είναι δύσκολο να το αποδείξουν. Πρόσφατα, ωστόσο, άκουσε από μια εργαζόμενη ότι ολόκληρο το τμήμα της απολύθηκε, αφότου η εταιρεία δημιούργησε μια εφαρμογή που διεκπεραίωνε τη δουλειά τους πολύ πιο αποτελεσματικά. «Είναι σαν σενάριο βγαλμένο από ταινία», σχολιάζει ο ίδιος.

Καθώς ο κόσμος παρακολουθεί αμήχανα την επέλαση της τεχνολογίας, οι νέοι νιώθουν απολύτως ανίσχυροι να φρενάρουν την πορεία της. «Τι μπορεί να κάνει ένας απλός άνθρωπος, όταν όλοι γύρω του διαφωνούν και κανείς δεν ξέρει πραγματικά τι συμβαίνει;» αναρωτιέται ο Ρόμπερτ Μαρς. Όπως αναφέρει, η όλη κατάσταση του θυμίζει μια κλασική σκηνή από τη σειρά The Simpsons, όπου ο Μπαρτ παραπονιέται απελπισμένος ότι περνάει τη χειρότερη μέρα της ζωής του, για να τον διορθώσει ο πατέρας του, Χόμερ: «Είναι η χειρότερη μέρα της ζωής σου μέχρι στιγμής».

«Αυτό ακριβώς είναι το πιο ψυχοφθόρο κομμάτι», καταλήγει ο Μαρς. «Το γεγονός ότι δεν έχω ιδέα τι πρόκειται να ξημερώσει αύριο».

Loading

Play