Σε 44 ανέρχονται οι ενεργές εταιρείες-τεχνοβλαστοί (spin-offs) που λειτουργούν στη Θεσσαλονίκη, αξιοποιώντας αποτελέσματα έρευνας από πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα για να βγουν στην αγορά, με ορισμένες να έχουν ήδη περάσει και τα σύνορα της Ευρώπης. Παρά τις δυσκολίες, ολοένα περισσότεροι ερευνητές και ερευνήτριες κινούνται προς την επιχειρηματικότητα, ενώ άλλες 17 spin-off αναμένεται να ιδρυθούν στα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με πληροφορίες που συγκέντρωσε , συζητώντας με τους επικεφαλής τεσσάρων Γραφείων Μεταφοράς Τεχνολογίας (ΓΜΤ).
Οι εταιρείες αυτές αποδίδουν; Στην πλειονότητά τους, τα στοιχεία δεν δικαιώνουν σε επίπεδο τζίρου την έντονη προσπάθεια που απαιτείται για να συνδυάζει κανείς την ερευνητική δουλειά με τις ανάγκες μιας αναπτυσσόμενης επιχείρησης. Οι περισσότεροι τεχνοβλαστοί εμφανίζουν πολύ χαμηλούς κύκλους εργασιών, αν και σε έναν μικρό αριθμό περιπτώσεων η εμπορική δραστηριότητα έχει κλιμακωθεί σημαντικά. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στην απασχόληση: αρκετοί τεχνοβλαστοί απασχολούν μόνο τον ιδρυτή ή την ιδρύτριά τους, ενδεχομένως μαζί με ένα ή δύο ακόμη άτομα, ενώ οι πιο ώριμες εταιρείες έχουν διψήφιο αριθμό εργαζομένων. Κάποιες έχουν προσελκύσει σημαντικές χρηματοδοτήσεις και άλλες έχουν ανοίξει τα φτερά τους σε αγορές του εξωτερικού, φτάνοντας ακόμη και εκτός Ευρώπης.
Ο όρος «spin-off» μπορεί να ακούγεται και να συζητιέται μόλις τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη, όμως δεν είναι καινούργιος. Η πρώτη spin-off της πόλης ιδρύθηκε στο ΑΠΘ το 2007, σε μια Θεσσαλονίκη πολύ διαφορετική από τη σημερινή: η πόλη είχε ακόμη δύο και όχι τρία πανεπιστήμια, η Νέα Παραλία δεν είχε ακόμη αναπλαστεί και το ανασκαφικό έργο στον σταθμό Βενιζέλου του Μετρό δεν είχε ξεκινήσει. Η πρώτη αυτή spin-off ήταν η Exothermia, η οποία εξαγοράστηκε από την Gamma Technologies (GT) το 2021. Ακολούθησε το 2010 ο πρώτος τεχνοβλαστός του ΕΚΕΤΑ, η Clean Energy ΕΠΕ, που ιδρύθηκε ως spin-off του ΙΔΕΠ (Ινστιτούτο Χημικών Διεργασιών & Ενεργειακών Πόρων).
Νέα ώθηση στη δημιουργία και ανάπτυξη τεχνοβλαστών αναμένεται να δώσει το Δίκτυο Γραφείων Μεταφοράς Τεχνολογίας ΣΠΕΙΡΑ+, με συντονιστή το ΕΚΕΤΑ και μέλη τα ΓΜΤ των ΑΠΘ, ΔΙΠΑΕ, ΠΑΜΑΚ και Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Τα πέντε ιδρύματα του Δικτύου θέτουν ως στόχο τη δημιουργία περισσότερων από 20 νέων τεχνοβλαστών στη διάρκεια λειτουργίας του, μια κρίσιμη μάζα που μπορεί να αλλάξει αισθητά το τοπίο των spin-offs στη Θεσσαλονίκη και ευρύτερα στη Βόρεια Ελλάδα.
χαρτογραφεί στην έρευνά του το τοπίο γύρω από τις εταιρείες-τεχνοβλαστούς της Θεσσαλονίκης: πόσες είναι, τι τζίρους κάνουν, πόσους εργαζόμενους απασχολούν, αν αντλούν χρηματοδοτήσεις και ποια είναι τα βασικότερα προβλήματα στην ίδρυση και τη λειτουργία τους. Για τις ανάγκες της έρευνας, μίλησε με τους υπεύθυνους των ΓΜΤ του ΕΚΕΤΑ, Κατερίνα Παπαδοπούλου, του ΑΠΘ, Έρη Τόκα, του ΠΑΜΑΚ, Κωνσταντίνο Φούσκα, και του ΔΙΠΑΕ, Πέτρο Σαμαρά.
ΕΚΕΤΑ: Οι 24+5 spin-off και το εξωστρεφές προφίλ τους
Μέχρι σήμερα στο ΕΚΕΤΑ έχουν ιδρυθεί 24 εταιρείες-τεχνοβλαστοί, με την τελευταία -την AICertify- να έχει δημιουργηθεί μόλις πριν από λίγες εβδομάδες. Όπως αναφέρει η κα Παπαδοπούλου, άλλες πέντε spin-off βρίσκονται υπό ίδρυση, οι δύο μέσα στο 2026 και οι υπόλοιπες τρεις το 2027. Οι ήδη ιδρυθείσες δραστηριοποιούνται σε τομείς αιχμής, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη και η ανάλυση δεδομένων, το Διαδίκτυο των Πραγμάτων, η Βιομηχανία 4.0, η ρομποτική και η υπολογιστική όραση, η έξυπνη ενέργεια και τα έξυπνα δίκτυα, τα αυτόνομα συστήματα και οι μεταφορές, η αγροτεχνολογία και η ψηφιακή γεωργία, η βιοτεχνολογία και η υγεία, η κυβερνοασφάλεια, η καθαρή ενέργεια, το περιβάλλον και η κυκλική οικονομία.
Οι τεχνοβλαστοί του ΕΚΕΤΑ απασχολούν συνολικά περίπου 120 εργαζόμενους, ενώ ο αθροιστικός ετήσιος κύκλος εργασιών τους ξεπερνά τα 6 εκατ. ευρώ, με στοιχεία χρήσεων 2024-2025. Πρόκειται κυρίως για θέσεις υψηλής εξειδίκευσης, με μηχανικούς, επιστήμονες δεδομένων και ερευνητές, που αφήνουν ισχυρό αποτύπωμα στο οικοσύστημα καινοτομίας της Θεσσαλονίκης.
Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ομοιογενής. Στην κορυφή βρίσκεται μια μικρή ομάδα εταιρειών που έχουν ήδη κλιμακώσει σημαντικά την εμπορική τους δραστηριότητα: ενδεικτικά, οι Optimems και Pragma IoT εμφανίζουν κύκλο εργασιών άνω των 2 εκατ. ευρώ η καθεμία. Ακολουθεί μια ομάδα εταιρειών σε σταθερή ανάπτυξη, με τζίρους από 100.000 έως 600.000 ευρώ, όπως οι D-CUBE, CDXi Solutions, farmB και Infalia, ενώ η πλειονότητα των τεχνοβλαστών παραμένει σε πρώιμο στάδιο εμπορικής ωρίμανσης. Αντίστοιχη είναι και η κατανομή της απασχόλησης: περίπου οκτώ στις δέκα εταιρείες λειτουργούν με μικρές, ευέλικτες ομάδες έως πέντε ατόμων, συνήθως με τους ίδιους τους ερευνητές-ιδρυτές, ενώ οι πιο ώριμες απασχολούν διψήφιο αριθμό εργαζομένων. Η εικόνα αυτή είναι αναμενόμενη για ένα χαρτοφυλάκιο τεχνοβλαστών έντασης γνώσης (deep tech), όπου η εμπορική κλιμάκωση έρχεται συνήθως μετά από μακρά περίοδο τεχνολογικής ωρίμανσης, εξηγεί η Κατερίνα Παπαδοπούλου.
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η πλειονότητα των τεχνοβλαστών που έχουν αναπτύξει ουσιαστική εμπορική δραστηριότητα δραστηριοποιείται και εκτός Ελλάδας, είτε μέσω πωλήσεων σε πελάτες του εξωτερικού είτε μέσω συμμετοχής σε διεθνή έργα και κοινοπραξίες. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Optimems, Pragma-IoT, Infalia, D-CUBE, Petrocat και CDXi Solutions. «Το κοινό μοτίβο είναι σαφές: οι τεχνοβλαστοί του ΕΚΕΤΑ απευθύνονται κατά κανόνα σε εξειδικευμένες, διεθνείς B2B αγορές υψηλής τεχνολογίας, στις οποίες η ελληνική αγορά είναι συχνά πολύ μικρή για να στηρίξει μόνη της την ανάπτυξή τους. Για τον λόγο αυτό, η διεθνής προοπτική είναι ενσωματωμένη στο επιχειρηματικό τους μοντέλο», σημειώνει.
Το νούμερο 1 εμπόδιο στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση
Σύμφωνα με την κα Παπαδοπούλου, το βασικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι spin-offs είναι η πρόσβαση σε χρηματοδότηση: «Παρότι τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί αρκετά επενδυτικά εργαλεία, το μεγαλύτερο κενό εξακολουθεί να βρίσκεται στο στάδιο ανάμεσα στο ερευνητικό αποτέλεσμα και στην πρώτη επιβεβαίωση της εμπορικής του αξίας (Proof of Concept, PoC).
Οι περισσότερες spin-offs χρειάζονται 200.000-1.000.000 ευρώ πριν καν αποκτήσουν ουσιαστικά έσοδα. Τα VCs, όμως, επενδύουν ευκολότερα όταν υπάρχει ήδη αγορά και λιγότερο όταν υπάρχει μόνο ισχυρή τεχνολογία», λέει. Πόσο κοντά βρίσκεται η λύση; Η κατάσταση, σημειώνει, έχει βελτιωθεί αισθητά την τελευταία πενταετία, αλλά το χρηματοδοτικό κενό στο pre-seed και στο PoC παραμένει το σημαντικότερο εμπόδιο. «Αν θέλαμε να βάλουμε έναν βαθμό στο πόσο κοντά είμαστε στη λύση, θα λέγαμε 6/10», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ένα δεύτερο σημαντικό πρόβλημα είναι η έλλειψη επιχειρηματικών δεξιοτήτων, καθώς οι περισσότεροι ερευνητές και ερευνήτριες γνωρίζουν πώς να αναπτύξουν μια τεχνολογία, αλλά πολύ λιγότεροι τα μοντέλα και τις πολιτικές του επιχειρείν. «Εδώ ο ρόλος των ΓΜΤ έχει βοηθήσει σημαντικά, ενσωματώνοντας πέρα από τη διαχείριση της γνώσης και συμβουλευτική για την ανάπτυξη επιχειρηματικότητας. Όλοι οι ερευνητικοί οργανισμοί διαθέτουν πλέον ΓΜΤ, ενώ αναπτύσσονται ολοένα και περισσότερα προγράμματα επιχειρηματικής επιτάχυνσης (…) Αν θέλαμε να βάλουμε έναν βαθμό στο πόσο κοντά είμαστε στη λύση, θα λέγαμε 7/10», σημειώνει. Ως τρίτο, και συχνά πιο υποτιμημένο, πρόβλημα αναφέρει τη διασύνδεση της έρευνας με τη βιομηχανία και την αγορά: «Πολλές spin-off ξεκινούν επειδή υπάρχει μια πολύ καλή τεχνολογία. Λιγότερες επειδή υπάρχει ήδη ένας πελάτης που περιμένει να την αγοράσει. Όμως η επιτυχία μιας spin-off εξαρτάται από την ύπαρξη βιομηχανικών συνεργατών και πελατών (…)», υπογραμμίζει. Προσθέτει ότι, παρότι υπάρχει σαφής πρόοδος στη διασύνδεση έρευνας και βιομηχανίας, η συστηματική εμπλοκή της ελληνικής βιομηχανίας και επιχειρηματικής κοινότητας στην αξιοποίηση ερευνητικών αποτελεσμάτων παραμένει περιορισμένη. «Βρισκόμαστε στα 5/10», τονίζει.
Το μοντέλο χρηματοδότησης
Το κυρίαρχο μοντέλο χρηματοδότησης των τεχνοβλαστών του ΕΚΕΤΑ, προσθέτει, βασίζεται στα ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα, ευρωπαϊκά και εθνικά, στα συμβόλαια παροχής υπηρεσιών έρευνας και ανάπτυξης προς τη βιομηχανία και στα ίδια έσοδα από πωλήσεις. Ενδεικτικά, υπάρχουν εταιρείες που έχουν αντλήσει κεφάλαια άνω του 1 εκατ. ευρώ από συγχρηματοδοτούμενα ερευνητικά έργα μόνο την τελευταία πενταετία. Επενδυτικά κεφάλαια προσελκύει προς το παρόν η μειοψηφία των εταιρειών, κάτι που συνδέεται με το πρώιμο στάδιο ωρίμανσης των περισσότερων. Ωστόσο, τα πρώτα παραδείγματα υπάρχουν ήδη: η Optimems ολοκλήρωσε πρόσφατα τον πρώτο επενδυτικό της γύρο με τη συμμετοχή των TECS Capital και Helidoni Group ως στρατηγικών επενδυτών, με στόχο την εμπορική κλιμάκωση και τη διεθνή επέκτασή της.
«Ως προς τις προοπτικές, η εικόνα είναι σαφώς θετική: (…) καθώς ολοένα περισσότεροι τεχνοβλαστοί περνούν από το στάδιο της τεχνολογικής ανάπτυξης σε αυτό της εμπορικής ωρίμανσης, εκτιμούμε ότι τα επόμενα χρόνια θα δούμε περισσότερους επενδυτικούς γύρους, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχίσει να περιορίζεται το χρηματοδοτικό κενό στα στάδια pre-seed και Proof of Concept», υπογραμμίζει.
ΑΠΘ: Οι 15+5 spin-off, η απασχόληση, οι τζίροι και τα προβλήματα
Από το 2007 έως σήμερα έχουν ιδρυθεί στο ΑΠΘ 21 εταιρείες-τεχνοβλαστοί. Σήμερα ενεργές είναι οι 15: για τέσσερις έχουν λήξει οι συμβάσεις με το ΑΠΘ, μία είναι ανενεργή και για άλλη μία θα λυθεί η σύμβαση, όπως εξηγεί η δρ Έρη Τόκα. Οι ενεργές spin-offs απασχολούν συνολικά 40 άτομα, συμπεριλαμβανομένων σε ορισμένες περιπτώσεις και των συνιδρυτών. Και στην περίπτωση του ΑΠΘ διαμορφώνεται περίπου η ίδια εικόνα με το ΕΚΕΤΑ: λίγες εταιρείες εμφανίζουν σχετικά υψηλούς τζίρους, με στοιχεία 2024, και απασχολούν περισσότερα από τρία άτομα. Από τις 12 εταιρείες για τις οποίες διατέθηκαν στοιχεία, τριψήφιους τζίρους σε χιλιάδες ευρώ έχουν οι Kiklo, η οποία έχει εξασφαλίσει και τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση, άνω του 1 εκατ. ευρώ, ακολουθούμενη από τις Bio2CHP Ι.Κ.Ε, Cyclopt PC και Captain Coach, καθώς και οι Medoid AI και Captain Coach. Σε επίπεδο τζίρου ακολουθεί η Cyclopt PC, η οποία απασχολεί και τους περισσότερους εργαζομένους, 12, ενώ μετά βρίσκονται με παρόμοιους τζίρους οι Thetabiomarkers, iASC και RealMint και στη συνέχεια η Exanta IKE. Οι τεχνολογίες πληροφορικής, δεδομένων και Τεχνητής Νοημοσύνης συγκεντρώνουν τις περισσότερες spin-offs του ΑΠΘ, ενώ ακολουθούν η υγεία και οι επιστήμες ζωής/βιοεπιστήμες, το περιβάλλον, η ενέργεια και η κυκλική οικονομία. Ορισμένες από αυτές έχουν ήδη φτάσει μακριά: η Cyclopt δραστηριοποιείται σε ΗΠΑ και Ολλανδία και η Captain Coach σε Ολλανδία και Βέλγιο. Η Έρη Τόκα αναφέρει ακόμη ότι «θα δούμε να ιδρύονται τέσσερις ή πέντε spin-offs το 2027».
Όταν ο ένας γίνεται εμπόδιο για τον άλλον…
Ποια είναι τα τρία βασικότερα προβλήματα που καταγράφονται στην ίδρυση spin-offs στα ελληνικά πανεπιστήμια και πόσο κοντά βρισκόμαστε στη λύση τους; Για την Έρη Τόκα, το πρώτο είναι συστημικό και δεν αφορά έναν συγκεκριμένο φορέα: η ελληνική spin-off κουλτούρα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ωρίμανσης και οι μηχανισμοί που έχουν δημιουργηθεί -μεταξύ τους και τα ΓΜΤ- είναι ένα σημαντικό πρώτο βήμα, αλλά δεν επαρκούν. «Τα ΓΜΤ λειτουργούν μέσα στο πλαίσιο του δημόσιου τομέα, με περιορισμούς που αφορούν τόσο τις αμοιβές στελεχών όσο και τους διαθέσιμους μηχανισμούς λειτουργίας, περιορισμούς που δυσκολεύουν την προσέλκυση εξειδικευμένης τεχνογνωσίας στην εμπορική αξιοποίηση. Η πρόοδος είναι υπαρκτή, αφού σήμερα υπάρχουν ΓΜΤ σε σχεδόν όλα τα ελληνικά πανεπιστήμια, κάτι που πριν από δέκα χρόνια ήταν αδιανόητο, αλλά το επόμενο βήμα απαιτεί μηχανισμούς που να λειτουργούν πιο κοντά στις ανάγκες της αγοράς», σημειώνει.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι πολιτισμικό και αμφίδρομο. «Οι ερευνητικοί οργανισμοί στην Ελλάδα έχουν ιστορικά διαμορφωθεί σε ένα περιβάλλον που επιβραβεύει τη δημοσίευση και την ακαδημαϊκή αριστεία, όχι την ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου. Η μετάβαση σε μια λογική εμπορικής αξιοποίησης απαιτεί χρόνο και υποστήριξη. Από την άλλη πλευρά, οι επενδυτές λειτουργούν με ορίζοντες και ταχύτητες που δεν είναι πάντα συμβατές με τους ρυθμούς των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Αυτή η ασυμμετρία εκδηλώνεται με ιδιαίτερη ένταση στο νομικό πλαίσιο των συμβάσεων τεχνοβλαστών. Τα επενδυτικά κεφάλαια αναζητούν συμφωνίες που να επιτρέπουν ευελιξία και ταχεία ανάπτυξη και σαφές cap table, ελεύθερη διαχείριση της διανοητικής ιδιοκτησίας από την εταιρεία, χωρίς δεσμεύσεις που να δημιουργούν αβεβαιότητα σε μελλοντικούς γύρους χρηματοδότησης. Τα ιδρύματα, από την άλλη, έχουν θεμιτή ανάγκη να διαφυλάξουν το IP (διανοητική ιδιοκτησία) που παράγεται από δημόσια χρηματοδοτούμενη έρευνα, και αυτό αντικατοπτρίζεται σε συμβατικούς όρους που μπορεί να φαίνονται περιοριστικοί από επενδυτική σκοπιά. Το αποτέλεσμα είναι μια μη ευθυγράμμιση προσεγγίσεων που, χωρίς να είναι αποτέλεσμα κακής θέλησης από καμία πλευρά, καταλήγει να κάνει τον έναν εμπόδιο για τον άλλον: το ίδρυμα βιώνεται από τον επενδυτή ως φρένο ανάπτυξης και ο επενδυτής από το ίδρυμα ως πίεση για παραχωρήσεις που δεν μπορεί εύκολα να κάνει. Η σύγκλιση γίνεται, αλλά αργά, και χρειάζεται ενεργή καλλιέργεια και από τις δύο πλευρές», λέει.
…και το οικονομικό «μαξιλάρι» λείπει
Το τρίτο πρόβλημα είναι ότι οι ερευνητές και ερευνήτριες που αποφασίζουν να περάσουν στη δημιουργία spin-off φέρουν εξαιρετική επιστημονική γνώση, αλλά συναντούν ένα διπλό εμπόδιο, παρατηρεί η Έρη Τόκα. Από τη μία πλευρά, η πολυδιάστατη ακαδημαϊκή τους δραστηριότητα δυσκολεύει την αφοσίωση που απαιτεί μια αναπτυσσόμενη εταιρεία· από την άλλη, η έλλειψη χρηματοδότησης στο κρίσιμο πρώιμο στάδιο, πριν η ιδέα γίνει επενδύσιμη, δεν τους δίνει το οικονομικό «μαξιλάρι» που θα επέτρεπε να ρισκάρουν. Έτσι, πολλές φορές επιστρέφουν στις πιο ασφαλείς ακαδημαϊκές δραστηριότητες, όχι επειδή δεν πιστεύουν στην ιδέα τους, αλλά επειδή το σύστημα δεν τους δίνει ακόμη την κατάλληλη υποστήριξη για να κάνουν αλλιώς. «Και αυτό ακριβώς είναι το επόμενο μεγάλο στοίχημα: να χτίσουμε τις συνθήκες που θα κάνουν το ρίσκο διαχειρίσιμο», τονίζει.
ΠΑΜΑΚ: Πέντε νεαρές spin-offs και οι τρεις που έρχονται
Οι πέντε spin-offs του ΠΑΜΑΚ είναι πολύ νεαρές. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Φούσκα, η ίδρυση των τριών πρώτων εγκρίθηκε ταυτόχρονα τον Ιανουάριο του 2024 και άλλες δύο ακολούθησαν στα μέσα του ίδιου έτους. Η απασχόληση και τα έσοδα είναι χαμηλά. Στις περισσότερες απασχολούνται οι ίδιοι οι ιδρυτές, οι οποίοι σε μία ή δύο περιπτώσεις έχουν πλαισιωθεί και από ένα ή δύο ακόμη άτομα. Τα έσοδά τους είναι επίσης χαμηλά: για όλες σχεδόν κάτω από 50.000 ετησίως. «Λογικό βέβαια, καθώς πολλές ακόμη αναπτύσσουν και δοκιμάζουν ή επαναπροσδιορίζουν το προϊόν τους», εξηγεί και προσθέτει πως καμία από τις spin-offs δεν δραστηριοποιείται προς το παρόν στο εξωτερικό, αν και όλες έχουν δίκτυο συνεργασιών.
Όπως λέει ο Κωνσταντίνος Φούσκας, ένα βασικό εμπόδιο στο οποίο «σκοντάφτει» η ίδρυση περισσότερων τεχνοβλαστών στην Ελλάδα είναι το χαμηλό ενδιαφέρον από τους καθηγητές και τους ερευνητές, καθώς «δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό κίνητρο για τη δημιουργία τους», ενώ την απροθυμία ενισχύουν «η έντονη γραφειοκρατική δομή που έχουν οι ΕΛΚΕ (Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας) των πανεπιστημίων» και το γεγονός ότι «δεν υπάρχει καλλιεργημένη κουλτούρα ανάληψης επιχειρηματικής δράσης».
Οι δυσκολίες, ωστόσο, δεν ανακόπτουν την ορμή κάποιων ερευνητών προς το επιχειρείν. Υπό αυτό το πρίσμα, στο ΠΑΜΑΚ υπάρχουν σχέδια για τρεις νέους τεχνοβλαστούς, για τους οποίους βρίσκεται σε εξέλιξη η συμβουλευτική διαδικασία ανάπτυξης. «Το 35% των ελληνικών spin-off υπολογίζεται ότι εδρεύει στη Θεσσαλονίκη. Προσελκύουν ανάλογο ποσοστό των διαθέσιμων χρηματοδοτικών κεφαλαίων;» ρωτήσαμε τον Κωνσταντίνο Φούσκα. «Δεν γνωρίζω το ποσοστό, αλλά σίγουρα η Θεσσαλονίκη έχει σημαντική δυναμική στη δημιουργία spin-off εξαιτίας του ακαδημαϊκού όσο και του ερευνητικού της οικοσυστήματος. Παρ’ όλα αυτά, η εσωστρέφεια και η δυσκολία δημιουργίας λύσεων που μπορούν να κλιμακωθούν σε μεγάλη κλίμακα, αλλά και η μικρή ωριμότητα του ελληνικού οικοσυστήματος γενικά, δεν βοηθούν στην κατάλληλη και αποτελεσματική χρηματοδότησή τους», καταλήγει.
ΔΙΠΑΕ: Πρόσω ολοταχώς για τις τέσσερις πρώτες spin-offs
Στο ΔΙΠΑΕ αυτή την περίοδο δεν υπάρχουν τεχνοβλαστοί, «ως αποτέλεσμα του πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος από τη στιγμή της συνένωσης των διαφορετικών ιδρυμάτων που το αποτελούν, το 2019», όπως εξηγεί ο Πέτρος Σαμαράς. Υπάρχει, ωστόσο, δυναμική και ενδιαφέρον από μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού για την ίδρυση τεχνοβλαστών. «Στο Γραφείο Μεταφοράς Τεχνολογίας και Καινοτομίας του ΔΙΠΑΕ έχουν έρθει το τελευταίο διάστημα τέσσερα σχετικά αιτήματα από καθηγητές και ερευνητές της Σχολής Γεωτεχνικών Επιστημών, της Πολυτεχνικής και της Σχολής Επιστημών Σχεδιασμού. Οι δύο αιτήσεις είναι σε αρκετά προχωρημένο στάδιο και πιστεύουμε ότι οι τεχνοβλαστοί θα έχουν ιδρυθεί μέχρι το τέλος του 2026, ενώ οι άλλες δύο αιτήσεις θα χρειαστούν λίγο περισσότερο χρόνο, έως το 2027», γνωστοποιεί.
Κατά τον Πέτρο Σαμαρά, ο νόμος για τους τεχνοβλαστούς (4864/2021) και η λειτουργία των ΓΜΤ στα πανεπιστήμια έχουν δημιουργήσει το θεσμικό πλαίσιο για τη δημιουργία και λειτουργία περισσότερων spin-offs και έχουν λύσει πολλά από τα προβλήματα που υπήρχαν, όπως η ιδιοκτησία της διανοητικής ιδιοκτησίας, η αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων, η διάρκεια της ιδιότητας του τεχνοβλαστού και η συμμετοχή των ερευνητών στον τεχνοβλαστό. «Τα κυριότερα εμπόδια που θα έλεγα ότι υπάρχουν είναι οι δυσκολίες εξεύρεσης επαρκούς και κανονικής χρηματοδότησης σε ερευνητικά έργα σε εθνικό επίπεδο, τα οποία προφανώς θα έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία γνώσης που θα αξιοποιηθεί στους τεχνοβλαστούς. Αυτή τη στιγμή επαρκές πλαίσιο χρηματοδότησης υπάρχει σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά με ισχυρό ανταγωνισμό. Από την άλλη, απαιτείται διαρκής ενημέρωση και εκπαίδευση των μελών ΔΕΠ στα θέματα των τεχνοβλαστών, ώστε να κατανοήσουν τα οφέλη και τα πλεονεκτήματα που μπορεί να επιφέρουν, ξεφεύγοντας από το πλαίσιο της αναξιοποίητης ερευνητικής εργασίας στο εργαστήριο ή στο επίπεδο επίδειξης», λέει.
Αλεξάνδρα Γούτα
φωτ. αρχείου
![]()
