Ανακαλύπτοντας το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν: Διάλογος με το κοινό στο ΚΘΒΕ

Ανακαλύπτοντας το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν: Διάλογος με το κοινό στο ΚΘΒΕ

Η παράσταση «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν, που φιλοξενείται στο Φουαγιέ του Θεάτρου Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, προσφέρει μια μοναδική θεατρική εμπειρία. Μετά την ολοκλήρωση της παράστασης του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ) χθες βράδυ, οι θεατές συμμετείχαν σε μια ανοιχτή συζήτηση με τη σκηνοθέτιδα Χριστίνα Χατζηβασιλείου και τους συντελεστές, αποδεικνύοντας το μεγάλο τους ενδιαφέρον. Ορισμένοι παρακολούθησαν την παράσταση για δεύτερη φορά για να θέσουν ερωτήσεις, με τη συζήτηση να διαρκεί περισσότερο ακόμη και από την ίδια την παράσταση.

Το «Λαχταρώ» (Crave, 1998) είναι ένα έργο που σηματοδοτεί μια νέα κατεύθυνση στη γραφή της Κέιν, απομακρυνόμενο από την ωμή σκηνική βία των προηγούμενων έργων της. Η βία εδώ μετατοπίζεται στον λόγο, δημιουργώντας ένα ποιητικό και λυρικό κείμενο, χωρίς σαφείς σκηνικές οδηγίες ή δομημένους χαρακτήρες. Αντί αυτών, τέσσερις φωνές (η C, ο A, ο B και η M) συνθέτουν ένα πολυφωνικό σύμπαν, όπου η ταυτότητα παραμένει ρευστή και ανοιχτή σε ερμηνείες.

«Το κείμενο αυτό έχει μεγάλη δυσκολία και αποτέλεσε ένα στοίχημα τόσο για μένα όσο και για τους ηθοποιούς, να το ανεβάσουμε μέσα από εντατική και απαιτητική δουλειά», τόνισε η Χατζηβασιλείου, που αντιμετώπισε το έργο ως «ερμητικό», απαιτώντας επίμονη ανάγνωση και σκηνική μετάφραση που να προσφέρει μια αφήγηση.

Η σκηνοθεσία εστιάζει στη δημιουργία μιας σαφούς αφηγηματικής γραμμής με αρχή, μέση και τέλος, που λειτουργεί ως «οδηγός» για το κοινό, χωρίς να αναιρεί την αμφισημία του κειμένου. Μία από τις φωνές αναδεικνύεται ως κεντρικός άξονας, συνδέοντας τις υπόλοιπες και προσφέροντας συνοχή σε ένα κατακερματισμένο δραματουργικό τοπίο.

Η Χατζηβασιλείου επισήμανε ότι η Κέιν δεν δίνει χαρακτήρες, αλλά μόνο γράμματα: C, B, M και A, τα οποία είναι τα μόνα σαφή στοιχεία του έργου. Η απουσία σκηνικών οδηγιών προσφέρει δημιουργική ελευθερία, με την σκηνοθεσία να καλείται να «αποκρυπτογραφήσει» και την τυπογραφία του κειμένου.

Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στον ήχο, καθώς η «μουσικότητα» προκύπτει από τον λόγο, καθιστώντας περιττή την εξωτερική μουσική επένδυση. Σκηνικά, η παράσταση αποτυπώνει την εικόνα μιας «θερμοκοιτίδας», που προστατεύει και εγκλωβίζει, αναδεικνύοντας την εσωτερική κατάδυση της συγγραφέως.

Η υποκριτική διαδικασία ήταν λεπτομερής, με τους ηθοποιούς να εργάζονται λέξη προς λέξη, εστιάζοντας στην αποδοχή του θεατή να αφεθεί στο βίωμα του έργου. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ΚΘΒΕ επιστρέφει στη δραματουργία της Κέιν, επιβεβαιώνοντας το ενδιαφέρον του για το «in-yer-face theatre» (θέατρο Στα Μούτρα).

Loading

Play