Η έγκαιρη αναγνώριση μιας διατροφικής διαταραχής μπορεί να κάνει τη διαφορά, σύμφωνα με τη δρ. Μαρία Τσιάκα. Η ψυχολόγος σημειώνει ότι όσο νωρίτερα εντοπίζεται το πρόβλημα, τόσο περισσότερες είναι οι δυνατότητες να αποτραπεί η παγίωσή του.
Η τελειομανία, η επιμονή, η αυξημένη ευαισθησία στο άγχος και η ανάγκη προβλεψιμότητας είναι χαρακτηριστικά που μπορεί να συνδέονται με διατροφική συμπεριφορά.
Σε βιωματικό εργαστήριο με θέμα «Η ιδιοσυγκρασία ως κεντρικός παράγοντας στις διαταραχές πρόσληψης τροφής» του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών, στο πλαίσιο του 8ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Αναπτυξιακής Ψυχολογίας που διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη, εξετάζεται πώς αυτά τα χαρακτηριστικά ενδέχεται να αυξάνουν την ευαλωτότητα, αλλά και πώς μπορούν να αξιοποιηθούν θετικά στη θεραπεία.
«Κοινός παρονομαστής των παρουσιάσεων και των εργαστηρίων μας στο Συνέδριο είναι η ανάγκη να κατανοούμε τις διατροφικές διαταραχές σε σχέση με την αναπτυξιακή πορεία του ανθρώπου, τη βιολογική του προδιάθεση και το οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον», υπογραμμίζει, μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, η ιδρύτρια και διευθύντρια του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών, ψυχολόγος δρ. Μαρία Τσιάκα.
«Η συμμετοχή μας στο συνέδριο εστιάζει σε τρεις βασικούς άξονες: την αναπτυξιακή ευαλωτότητα στις Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής, τον ρόλο της ιδιοσυγκρασίας και την έγκαιρη αναγνώριση των διαταραχών σίτισης στην πρώιμη παιδική ηλικία», επισημαίνει η κ. Τσιάκα, η οποία μέσω της παρουσίασής της στο Συνέδριο δίνει τον λόγο στους ίδιους τους γονείς, ώστε να μεταφέρουν τη βιωμένη εμπειρία της ασθένειας και της πορείας προς την ανάρρωση.
«Εξετάζουμε γιατί η εφηβεία και η αναδυόμενη ενηλικίωση αποτελούν ιδιαίτερα κρίσιμες περιόδους για την εμφάνιση και την εξέλιξη των διατροφικών διαταραχών. Παρουσιάζουμε τις νευροαναπτυξιακές, ορμονικές και ψυχοκοινωνικές αλλαγές που χαρακτηρίζουν αυτές τις ηλικίες, αλλά και νέα ερευνητικά δεδομένα του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών σχετικά με την ποιότητα ζωής των ασθενών και των οικογενειών τους», αναφέρει.
Δεύτερο εργαστήριο του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών, το οποίο πραγματοποιείται με την ψυχολόγο Κατερίνα Πισλή, αφορά τις διαταραχές σίτισης στην πρώιμη παιδική ηλικία και τα κλινικά διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι επαγγελματίες στην αξιολόγηση και την παρέμβαση.
Τα «παράθυρα ευαλωτότητας» και πώς προλαμβάνονται οι κίνδυνοι
«Με τον όρο παράθυρα ευαλωτότητας αναφερόμαστε σε αναπτυξιακές περιόδους κατά τις οποίες διαφορετικοί παράγοντες κινδύνου μπορεί να συμπίπτουν και να αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης μιας διατροφικής διαταραχής. Η εφηβεία και η αναδυόμενη ενηλικίωση, δηλαδή περίπου η περίοδος από τα 18 έως τα 29 έτη, είναι ιδιαίτερα σημαντικές», επισημαίνει η κ. Τσιάκα.
«Κατά την εφηβεία ο εγκέφαλος βρίσκεται σε διαδικασία έντονης αναδιοργάνωσης. Τα συστήματα που σχετίζονται με το συναίσθημα, την ανταμοιβή και την κοινωνική αξιολόγηση αναπτύσσονται με διαφορετικούς ρυθμούς από εκείνα που υποστηρίζουν τον αυτοέλεγχο, τη γνωστική ευελιξία και τη λήψη αποφάσεων. Παράλληλα, οι ορμονικές αλλαγές, η ανάπτυξη του σώματος και η αυξημένη ανάγκη αποδοχής από τους συνομηλίκους δημιουργούν πρόσθετες προκλήσεις», διευκρινίζει.
Σε ορισμένους εφήβους, συμπεριφορές όπως ο περιορισμός της τροφής, η υπερβολική άσκηση ή τα επεισόδια υπερφαγίας, σύμφωνα με την πρόεδρο του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών, μπορεί να λειτουργήσουν προσωρινά ως τρόποι διαχείρισης του άγχους και της εσωτερικής έντασης. Το πρόβλημα, όπως τονίζει, είναι ότι η πρόσκαιρη ανακούφιση μπορεί να ενισχύσει την επανάληψή τους, με αποτέλεσμα οι συμπεριφορές αυτές σταδιακά να παγιώνονται.
Νέες προκλήσεις προστίθενται στην αναδυόμενη ενηλικίωση: η αυτονόμηση από την οικογένεια, οι σπουδές, η εργασία, οι συντροφικές σχέσεις και η ανάληψη νέων ρόλων. Για έναν νέο άνθρωπο που ήδη αντιμετωπίζει δυσκολίες στη ρύθμιση του άγχους ή έχει αναπτύξει μια διατροφική διαταραχή, οι αλλαγές αυτές μπορεί να επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση, σημειώνει η δρ. Μαρία Τσιάκα.
«Κομβικός» ο ρόλος του σχολείου
Αναφερόμενη στην πρόληψη, τονίζει ότι προϋποθέτει «να αναγνωρίζουμε εγκαίρως τις αλλαγές στη συμπεριφορά και στην ψυχική λειτουργία του εφήβου». «Δεν πρέπει να μας απασχολεί μόνο αν χάνει βάρος, αλλά και αν αποσύρεται κοινωνικά, αν εμφανίζει αυξανόμενη ακαμψία, έντονο φόβο απέναντι στις αλλαγές, υπερβολική ενασχόληση με το σώμα ή δυσκολίες στη συναισθηματική ρύθμιση», εξηγεί και χαρακτηρίζει τον ρόλο του σχολείου «κομβικό».
Οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται σε θέση να παρατηρήσουν αλλαγές στη συμπεριφορά, στις σχέσεις και στη λειτουργικότητα ενός παιδιού. Χρειάζονται όμως κατάλληλη ενημέρωση, ώστε να αναγνωρίζουν τα προειδοποιητικά σημάδια και να συμβάλλουν στην έγκαιρη παραπομπή, χωρίς να αναλαμβάνουν ρόλο διάγνωσης, παρατηρεί η δρ. Μαρία Τσιάκα.
Όσο νωρίτερα αναγνωρίζεται μια διατροφική διαταραχή και ξεκινά η κατάλληλη θεραπεία, τόσο περισσότερες δυνατότητες έχουμε να περιορίσουμε τις επιπτώσεις της και να αποτρέψουμε την παγίωσή της, επισημαίνει.
Νέοι ενήλικες με διατροφικές διαταραχές
Στο Συνέδριο Αναπτυξιακής Ψυχολογίας παρουσιάζονται δύο μελέτες του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών που εξετάζουν την ποιότητα ζωής ασθενών με διατροφικές διαταραχές και των φροντιστών τους, συγκρίνοντας την εφηβεία με την αναδυόμενη ενηλικίωση.
Η πρώτη μελέτη περιλαμβάνει 64 ασθενείς: 29 εφήβους ηλικίας 12-17 ετών και 35 νέους ενήλικες ηλικίας 18-29 ετών.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι νέοι ενήλικες με διατροφικές διαταραχές ανέφεραν σημαντικά χαμηλότερη συνολική ποιότητα ζωής συγκριτικά με τους εφήβους. Ιδιαίτερα επιβαρυμένη ήταν η διάσταση που αφορά τις συνθήκες του περιβάλλοντος, όπως η καθημερινή ασφάλεια, οι διαθέσιμοι πόροι, οι ευκαιρίες συμμετοχής σε δραστηριότητες και οι συνθήκες διαβίωσης, σύμφωνα με την δρ. Μαρία Τσιάκα.
Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η επιβάρυνση από μια διατροφική διαταραχή δεν περιορίζεται στα συμπτώματα ή στη σωματική υγεία, αλλά επηρεάζει ευρύτερα τη δυνατότητα του νέου ανθρώπου να οργανώσει τη ζωή του, να αυτονομηθεί και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της καθημερινότητας, σημειώνει.
Οι φροντιστές των εφήβων και η ψυχολογική τους υγεία
Η δεύτερη μελέτη εξετάζει 63 βασικούς φροντιστές: 29 μητέρες εφήβων ασθενών και 34 φροντιστές νέων ενηλίκων, τονίζει η δρ. Μαρία Τσιάκα, προσθέτοντας ότι στη συγκεκριμένη έρευνα παρατηρήθηκε ένα διαφορετικό και ιδιαίτερα ενδιαφέρον αποτέλεσμα. «Οι φροντιστές των εφήβων παρουσίαζαν σημαντικά χαμηλότερη ποιότητα ζωής στον τομέα της ψυχολογικής υγείας σε σύγκριση με τους φροντιστές των νέων ενηλίκων. Με άλλα λόγια, ενώ οι νέοι ενήλικες ασθενείς εμφανίζουν μεγαλύτερη επιβάρυνση σε συγκεκριμένες διαστάσεις της ποιότητας ζωής τους, οι οικογένειες των εφήβων φαίνεται να αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα έντονη ψυχολογική επιβάρυνση. Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν την ανάγκη να αξιολογούμε τόσο την ποιότητα ζωής του ασθενούς όσο και τις ανάγκες των φροντιστών του, λαμβάνοντας υπόψη το αναπτυξιακό στάδιο», τονίζει.
Στην παρουσίασή της στο Συνέδριο η δρ. Μαρία Τσιάκα δίνει τον λόγο στους ίδιους τους γονείς, ώστε να μεταφέρουν τη βιωμένη εμπειρία της ασθένειας και της πορείας προς την ανάρρωση.
«Οι Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής επηρεάζουν ολόκληρη την οικογένεια. Η καθημερινότητα συχνά αλλάζει ριζικά. Οι γονείς βρίσκονται αντιμέτωποι με φόβο για την υγεία του παιδιού τους, συνεχή αβεβαιότητα, ψυχική εξάντληση και αυξημένες απαιτήσεις φροντίδας. Η επιβάρυνση δεν περιορίζεται στις δυσκολίες γύρω από τα γεύματα. Επεκτείνεται στον ύπνο, στην εργασία, στις οικονομικές υποχρεώσεις, στις κοινωνικές σχέσεις, στη σχέση του ζευγαριού και στις ανάγκες των υπόλοιπων παιδιών της οικογένειας», τονίζει η πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών.
«Πολλοί γονείς αναγκάζονται να αναδιοργανώσουν σχεδόν ολόκληρη τη ζωή τους γύρω από την ασθένεια. Συχνά περιορίζουν τις προσωπικές τους δραστηριότητες, απομακρύνονται από το κοινωνικό τους περιβάλλον και δυσκολεύονται να βρουν χρόνο για τη δική τους φροντίδα», αναφέρει η δρ. Μαρία Τσιάκα.
«Θέλουμε να αναδείξουμε όχι μόνο τις δυσκολίες, αλλά και τους παράγοντες που βοηθούν μια οικογένεια να ανακτήσει την ισορροπία της: την έγκυρη ενημέρωση, τη συνεργασία με τους επαγγελματίες υγείας, την κατάλληλη καθοδήγηση και τη δυνατότητα των γονέων να αισθανθούν ότι δεν είναι μόνοι τους», επισημαίνει, τονίζοντας ότι «η φωνή των οικογενειών πρέπει να έχει ουσιαστική θέση στον επιστημονικό διάλογο».
Βιωματικό εργαστήριο για τις διαταραχές σίτισης στην πρώιμη παιδική ηλικία
«Οι δυσκολίες σίτισης στην πρώιμη παιδική ηλικία αποτελούν ένα σύνθετο κλινικό ζήτημα, καθώς δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνουμε μια φυσιολογική αναπτυξιακή συμπεριφορά από μια διαταραχή που απαιτεί εξειδικευμένη παρέμβαση», αναφέρει η δρ. Μαρία Τσιάκα.
Όταν το παιδί αποκλείει ολόκληρες ομάδες τροφίμων, δέχεται μόνο συγκεκριμένες υφές, εμφανίζει έντονο φόβο για τον πνιγμό ή τον εμετό, δυσκολεύεται στη μάσηση και στην κατάποση ή παρουσιάζει προβλήματα ανάπτυξης και θρέψης, η εικόνα διαφέρει από εκείνη της φυσιολογικής αναπτυξιακής συμπεριφοράς, τονίζει.
«Στο βιωματικό εργαστήριο που πραγματοποιούμε με την Κατερίνα Πισλή εξετάζουμε ακριβώς αυτά τα διαγνωστικά και κλινικά διλήμματα. Η αξιολόγηση δεν πρέπει να περιορίζεται στον αριθμό των τροφών που καταναλώνει το παιδί. Χρειάζεται να εξετάζουμε τη σωματική του ανάπτυξη, τις αισθητηριακές του ευαισθησίες, τις δεξιότητες σίτισης, τη συναισθηματική του ανταπόκριση και τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρά με τους γονείς κατά τη διάρκεια του φαγητού», αναφέρει.
«Εξίσου σημαντικό είναι να αποφεύγουμε τη μετατροπή κάθε γεύματος σε πεδίο σύγκρουσης», επισημαίνει, προσθέτοντας ότι το σημαντικό μήνυμα είναι πως δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται βιαστικά ένα παιδί ως «δύσκολο στο φαγητό», ούτε όμως να υποτιμούνται επίμονες δυσκολίες.
Το 8ο Πανελλήνιο Συνέδριο Αναπτυξιακής Ψυχολογίας, με τίτλο: «τα πάντα ῥεῖ – Η ανάπτυξη ως δια βίου γίγνεσθαι σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο», διοργανώνεται από το Τμήμα Ψυχολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με τον Κλάδο Αναπτυξιακής Ψυχολογίας της Ελληνικής Ψυχολογικής Εταιρείας (ΕΛΨΕ) από σήμερα, 15 έως τις 18 Οκτωβρίου 2026 στη Θεσσαλονίκη.
Κατερίνα Γιαννίκη
![]()

