Δράμα: οκτώ ερασιτέχνες κινηματογραφιστές έγιναν πρωταγωνιστές στο Drama Film Lab

Δράμα: οκτώ ερασιτέχνες κινηματογραφιστές έγιναν πρωταγωνιστές στο Drama Film Lab

Κάτω από τον ξάστερο ουρανό, στο προαύλιο του εμβληματικού Γυμνασίου Αρρένων της Δράμας, εκατοντάδες θεατές είδαν πρόσωπα και ιστορίες γνώριμες από την καθημερινότητά τους να ζωντανεύουν στη μεγάλη οθόνη. Στο επίκεντρο του Drama Film Lab, οι ερασιτέχνες δημιουργοί και η ίδια η πόλη της Δράμας έγιναν για μια βραδιά τα βασικά πρόσωπα της προβολής.

Το Κινηματογραφικό Εργαστήριο Μικρού Μήκους του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας έδωσε για τέταρτη χρονιά σε ερασιτέχνες δημιουργούς την ευκαιρία να μάθουν τα βασικά της σεναριογραφίας και της σκηνοθεσίας και να παρουσιάσουν τις δικές τους ταινίες. Το δωρεάν πρόγραμμα απευθύνεται σε κατοίκους και δημότες Δράμας, ενώ φέτος ολοκληρώθηκε με οκτώ ταινίες μικρού μήκους, που προβλήθηκαν σε δύο βραδιές, με το κοινό να γεμίζει κάθε διαθέσιμη θέση και αρκετούς θεατές να παρακολουθούν όρθιοι.

«Οι περισσότερο ή λιγότερο ερασιτέχνες κινηματογραφιστές που πήραν μέρος στο Εργαστήριο, χωρίς υποχρεωτικό παραδοτέο, βαθμολογία ή αξιολόγηση, χωρίς καν υποχρεωτική παρακολούθηση, κατέληξαν να το αντιμετωπίζουν με μεράκι, συνέπεια και ενθουσιασμό. Ως ουσιαστικοί εραστές της τέχνης, αξιοποίησαν το Εργαστήριο όχι μόνο για να μάθουν τα βασικά στοιχεία της οπτικοακουστικής αφήγησης, αλλά κυρίως για να αφηγηθούν ιστορίες για τους ίδιους, τους οικείους τους και την πόλη τους», υπογραμμίζει ο ένας εκ των δύο καθοδηγητών, ο σεναριογράφος και καθηγητής ΑΠΘ Παναγιώτης Ιωσηφέλης.

Από την πλευρά του, ο σκηνοθέτης Βασίλης Λουλές, που έχει αναλάβει την επιμέλεια σκηνοθεσίας, διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι δημιουργοί αναζητούσαν έναν τρόπο να μιλήσουν για τη Δράμα «όχι ως καρτ ποστάλ, αλλά ως έναν ζωντανό οργανισμό, γεμάτο αντιφάσεις, μνήμη, χιούμορ, αλληλεγγύη αλλά και μοναξιά. Να μιλήσουν για ανθρώπους με αληθινές ιστορίες».

Ο ίδιος παρακολουθεί το Φεστιβάλ Δράμας εδώ και δεκαετίες, ενώ ταινίες του έχουν βραβευθεί, μεταξύ άλλων και με το πρώτο βραβείο μυθοπλασίας. Τα τελευταία δύο χρόνια επέστρεψε στη διοργάνωση, αυτή τη φορά ως καθοδηγητής του εργαστηρίου. «Ήταν ένα μεγάλο στοίχημα, γιατί ένα μεγάλο μέρος του εργαστηρίου έγινε εξ αποστάσεως. Η δουλειά μου ήταν να εξηγήσω στους ανθρώπους που είχαν ήδη ολοκληρώσει τα σενάριά τους πώς αυτά θα γίνουν ταινία. Πώς θα γίνουν εικόνες, πώς θα γίνει η δράση», εξηγεί μιλώντας στο Αθηναϊκό/ Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων. «Αυτό που οι περισσότεροι δεν έχουν ακόμη αναπτύξει είναι η ματιά. Προσπάθησα να τους μεταδώσω το πώς συγκροτείται μια ματιά, ώστε, όταν αυτή ακολουθηθεί, να οδηγεί σε ένα στέρεο έργο», προσθέτει.

Τα έργα που παρουσιάστηκαν, αν και εντελώς ερασιτεχνικά και με μηδενικό προϋπολογισμό, δεν άφησαν τίποτα τέτοιο να φανεί στην οθόνη. Η εκπαίδευση διήρκεσε μόλις 6 μήνες, με μαθήματα εξ αποστάσεως αλλά και δια ζώσης.

Οι ερασιτέχνες δημιουργοί που έκαναν τις ιστορίες τους ταινίες

Οι ταινίες καταπιάστηκαν με απλά, καθημερινά ζητήματα, αναδεικνύοντας παράλληλα την πλούσια τοπογραφία της Δράμας. Οι δημιουργοί τους, άνθρωποι με διαφορετικές επαγγελματικές και προσωπικές διαδρομές, βρήκαν στο εργαστήριο έναν νέο τρόπο να παρατηρούν την πόλη, τους ανθρώπους της και τις δικές τους εμπειρίες.

Η Αναστασία Αγαθαγγέλου παρουσίασε την κωμωδία «Μόνο που δεν έβρεξε», μια ιστορία που γεννήθηκε από την πραγματική εμπειρία της αναζήτησης φοιτητικής στέγης στη Θεσσαλονίκη μαζί με μια φίλη της, με τα ευτράπελα που συνάντησε να γίνονται υλικό για την ταινία. «Όλα τα στοιχεία είναι αληθινά και βιωματικά εμπνευσμένα, δεμένα μόνο με ένα μικρό κομμάτι μυθοπλασίας», λέει. Όπως εξηγεί, η βασική οδηγία που δέχτηκαν από τον Παναγιώτη Ιωσηφέλη ήταν να επιλέξουν θέματα που γνωρίζουν και έχουν βιώσει. Η εμπειρία την ενθουσίασε τόσο, ώστε τον Οκτώβριο πρόκειται να ξεκινήσει μεταπτυχιακές σπουδές στον κινηματογράφο, όχι με στόχο την επαγγελματική εξέλιξη, αλλά επειδή θέλει να γνωρίσει ακόμη καλύτερα τον κόσμο της έβδομης τέχνης, που τόσο τη γοήτευσε.

Εμπνευσμένη από τις μεταθέσεις της ως εκπαιδευτικός, η Ελισάβετ Παπαδοπούλου σκηνοθέτησε τη «Μετάθεση». Η ηρωίδα της απομακρύνεται από τη συμβατική ζωή της και, μακριά από το σπίτι της, ανακαλύπτει νέες διαδρομές. Όταν επιστρέφει, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δίλημμα: να παραμείνει στο σπίτι ή να επιστρέψει στο νησί; «Όπως είναι και όλη μας η ζωή γεμάτη διλήμματα. Βέβαια, θα δείτε ότι η δική μας κινηματογραφική ηρωίδα τα καταφέρνει και παίρνει μια παράταση στη ζωή που τώρα έχει ανακαλύψει. Αυτό που μετατίθεται τελικά, είναι η οριστική της απόφαση», τονίζει.

Για δεύτερη χρονιά συμμετείχε στο εργαστήριο και η εκπαιδευτικός Ελευθερία Καλπάκη, η περσινή ταινία της οποίας ταξίδεψε σε φεστιβάλ στα Χανιά. Φέτος σκηνοθέτησε τη «Λεβάντα», με πρωταγωνιστικό τοπίο το πάρκο της Αγίας Βαρβάρας. Η ταινία καταπιάνεται με τη διάβρωση των ανθρώπινων σχέσεων, αλλά και με τη δημιουργία νέων δεσμών. «Είναι ένα τρυφερό δράμα για τη μοναξιά και για τη λύτρωση που μπορεί να έρθει μέσα από μια αναπάντεχη σύνδεση, μια φιλία, μια ανθρώπινη σχέση», αναφέρει.

Το «Τρίτο Ημίχρονο» της Γαρυφαλιάς Συρόπλη έχει ως θέμα δύσκολες οικογενειακές καταστάσεις και τον τρόπο με τον οποίο τις αντιλαμβάνονται τα παιδιά και οι γονείς τους. Η ίδια η ταινία υπήρξε, άλλωστε, μια οικογενειακή υπόθεση, καθώς η σκηνοθέτιδα και τα παιδιά της υποδύονται τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Για τις σκηνές προπόνησης σε στάδιο της πόλης επιστρατεύτηκαν και μικροί φίλοι των παιδιών. «Το έργο διαδραματίζεται μέσα από τα μάτια των παιδιών, που βλέπουν τη ζωή και τις ανησυχίες τους στην εφηβεία. Τα δύο παιδιά έχουν προβλήματα στις οικογένειές τους. Το ένα βρίσκεται σε μονογονεϊκή οικογένεια, ενώ το άλλο σε μια οικογένεια που βρίσκεται στα πρόθυρα του διαζυγίου και συγκατοικούν ενώ περιμένουν τη δικαστική απόφαση. Όλα αυτά τα βλέπουμε μέσα από τα μάτια τους και μέσα από το ποδόσφαιρο, που είναι ο τρόπος με τον οποίο λυτρώνονται και ξεφεύγουν από όσα συμβαίνουν», δηλώνει για την πρώτη της προσπάθεια στο σενάριο και τη σκηνοθεσία.

Δεύτερη χρονιά και για τον Αλέξανδρο Βαμβακίδη, που φέτος παρουσίασε το «Για μια στιγμή», έχοντας, όπως λέει, περισσότερη ωριμότητα και καλύτερη οργάνωση σε σχέση με την πρώτη του συμμετοχή. Η ταινία αναφέρεται στις κλειστές οικογένειες της επαρχίας, στους ανθρώπους που γνωρίζουμε, αλλά δεν έχουμε γνωρίσει πραγματικά. «Είναι άνθρωποι που έχουν ένα δικό τους μοτίβο ζωής, τις περισσότερες φορές μονότονο. Είναι δυνατόν αυτό να φέρει μια έκρηξη, η οποία είναι μοιραία και φέρνει τα πάνω κάτω στη ζωή, έστω και για μία στιγμή», επισημαίνει.

Όλοι τους σημειώνουν ότι με την τριβή αυτή αγάπησαν ακόμη περισσότερο το Φεστιβάλ που γίνεται στην πόλη τους, ενώ πλέον βλέποντας ταινίες παρακολουθούν εκτός από την πλοκή και άλλες τεχνικές λεπτομέρειες, δεδομένου ότι έχει αλλάξει η οπτική τους και έχουν περάσει από όλα τα στάδια δημιουργίας.

Το πρόγραμμα πραγματοποιείται με τη χορηγία της Raycap S.A., η οποία στηρίζει έμπρακτα την εκπαιδευτική και δημιουργική αυτή πρωτοβουλία του Φεστιβάλ Δράμας και την ανάπτυξη της κινηματογραφικής δημιουργίας στην τοπική κοινωνία.

Φωτογραφίες: ΦΤΜΜΔ

Loading

Play