Τον ρόλο των οικογενειακών σχέσεων στην ανάπτυξη παιδιών και εφήβων, τις προκλήσεις της σεξουαλική εκπαίδευση, τις εκφάνσεις της έμφυλης μικροεπιθετικότητας και τις δυνατότητες ενίσχυσης της κοινωνικής ένταξης μέσα από βιωματικές παρεμβάσεις αναδεικνύουν ερευνητικές εργασίες που παρουσιάζονται στο 8ο Πανελλήνιο Συνέδριο Αναπτυξιακής Ψυχολογίας.
Η γονεϊκή απόρριψη συνδέεται με αυξημένη σχεσιακή επιθετικότητα στους μαθητές γυμνασίου
Η βία και η επιθετικότητα στο σχολικό περιβάλλον συνιστούν σοβαρή πρόκληση για την ψυχοκοινωνική προσαρμογή των εφήβων. Τη σχεσιακή επιθετικότητα, που εκδηλώνεται με χειριστικές ή έμμεσες συμπεριφορές οι οποίες πλήττουν τις διαπροσωπικές σχέσεις και σχετίζονται με αρνητικές εκβάσεις για την ψυχική υγεία, διερεύνησαν σε μελέτη τους οι Ασημένια Νικολούδη και Παναγιώτης Λιανός από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Στη μελέτη συμμετείχαν 270 μαθητές και μαθήτριες από τέσσερα δημόσια γυμνάσια της Βόρειας Ελλάδας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η σχεσιακή επιθετικότητα συνδέεται συστηματικά με συγκεκριμένες διαστάσεις τόσο της μητρικής όσο και της πατρικής διαπαιδαγώγησης. Η γονεϊκή απόρριψη, από τη μητέρα και τον πατέρα, αλλά και η μητρική υπερπροστασία συσχετίστηκαν με υψηλότερα επίπεδα σχεσιακής επιθετικότητας, ενώ η συναισθηματική ζεστασιά των γονέων συνδέθηκε με χαμηλότερα επίπεδά της. Επιπλέον, καταγράφηκε σταθερό μοτίβο συσχετίσεων ανεξαρτήτως φύλου: η υψηλότερη συναισθηματική ζεστασιά σχετίστηκε με χαμηλότερα επίπεδα σχεσιακής επιθετικότητας, ενώ η υψηλότερη γονεϊκή απόρριψη με υψηλότερα επίπεδα. Ωστόσο, εντοπίστηκε διαφοροποίηση ως προς το φύλο στη σχέση της μητρικής υπερπροστασίας με την έμμεση αντιδραστική σχεσιακή επιθετικότητα, καθώς η συγκεκριμένη συσχέτιση εμφανίστηκε μόνο στα κορίτσια.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν τη σημασία του οικογενειακού πλαισίου στη διαμόρφωση συμπεριφορών σχεσιακής επιθετικότητας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και μπορούν να αξιοποιηθούν στον σχεδιασμό στοχευμένων παρεμβάσεων πρόληψης του σχολικού εκφοβισμού. Μεταξύ των προτεινόμενων παρεμβάσεων περιλαμβάνονται δράσεις ενδυνάμωσης των γονέων, με στόχο τον περιορισμό των απορριπτικών και υπερπροστατευτικών πρακτικών και την ενίσχυση της συναισθηματικής ζεστασιάς, καθώς και συνεργατικές πρακτικές με εκπαιδευτικούς για την έγκαιρη αναγνώριση και διαχείριση των έμμεσων μορφών επιθετικότητας.
Σεξουαλική εκπαίδευση: Οι ανησυχίες των γονέων για το σχολείο και την οικογένεια
Τις δυσκολίες στην επικοινωνία για θέματα σεξουαλικότητας μέσα στην οικογένεια, αλλά και τις ανησυχίες των γονέων για την εφαρμογή της σεξουαλικής εκπαίδευσης στο σχολείο, αναδεικνύουν δύο έρευνες. Σε μελέτη των Ελισάβετ Κουτσογιάννη και Μαργαρίτας Γερούκη, στην οποία συμμετείχαν 560 γονείς από 28 περιοχές της χώρας, το 77% ανέφερε μέτριο συνολικό επίπεδο επικοινωνίας για θέματα σεξουαλικότητας στην οικογένεια όπου μεγάλωσε. Η άνεση στη σχετική συζήτηση συγκέντρωσε τη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ των τριών διαστάσεων που εξετάστηκαν. Οι άνδρες δήλωσαν μεγαλύτερη άνεση στις συζητήσεις αυτές, ενώ οι γυναίκες απέδωσαν μεγαλύτερη αξία στην επικοινωνία γύρω από τη σεξουαλικότητα. Τα ευρήματα δείχνουν ότι, παρότι η επικοινωνία για θέματα σεξουαλικότητας θεωρείται σημαντική, συχνά βιώνεται ως δύσκολη. Αυτό ενδέχεται να συμβάλλει στη διαγενεακή αναπαραγωγή της σιωπής και της αμηχανίας μέσα από μαθημένα επικοινωνιακά πρότυπα. Η μελέτη αναδεικνύει την ανάγκη στοχευμένων επιμορφώσεων για γονείς, με στόχο την ενίσχυση της επικοινωνιακής αυτοπεποίθησης και της ποιότητας του διαλόγου γύρω από τη σεξουαλικότητα. Παράλληλα, υπογραμμίζει τη σημασία της συνεργασίας σχολείου και οικογένειας στο πλαίσιο της Ολοκληρωμένης Σεξουαλικής Εκπαίδευσης, ώστε η αναπτυξιακή υποστήριξη των παιδιών και των εφήβων να είναι συνεκτική και συστηματική.
«Στην Ελλάδα, οι γονείς θεωρούν τους ίδιους ως τα καταλληλότερα πρόσωπα να διαπαιδαγωγήσουν τα παιδιά σε ζητήματα σεξουαλικότητας, διαπροσωπικών σχέσεων και σεξουαλικής υγείας, χωρίς όμως να ανταποκρίνονται απαραίτητα στον ρόλο. Γονείς και παιδιά φαίνεται να χρειάζονται βοήθεια, καθώς ανασταλτικοί παράγοντες αφορούν κυρίως στάσεις και γνώσεις γύρω από τη σεξουαλικότητα. Η βοήθεια αυτή μπορεί να παρέχεται μέσω της σχολικής, σεξουαλικής εκπαίδευσης»
Τα παραπάνω αναφέρονται σε ποιοτική έρευνα των Μαργαρίτας Γερούκη, Έλενας Βιταλάκη, Ευθαλίας Μπαρλαγιάννη και Βασιλικής Σουμπενιώτη. Η έρευνα βασίστηκε σε ποιοτικά δεδομένα από την υλοποίηση τεσσάρων ομάδων εστίασης με γονείς σε διαφορετικές πόλεις της χώρας. Τα δεδομένα κωδικοποιήθηκαν και αναλύθηκαν με τη μέθοδο της Θεματικής Ανάλυσης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι γονείς θεωρούν ότι η σεξουαλική εκπαίδευση είναι θεμελιώδους σημασίας για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών τους. Κρίνεται πλέον αναγκαία, μεταξύ άλλων, εξαιτίας της πρόωρης έκθεσης των παιδιών σε ακατάλληλο ψηφιακό σεξουαλικό περιεχόμενο. Ωστόσο, οι γονείς διατυπώνουν ανησυχίες για την υλοποίησή της στο σχολικό πλαίσιο, με σημαντικότερη την ανεπαρκή εκπαίδευση και προετοιμασία των εκπαιδευτικών, οι οποίοι συχνά δεν διαθέτουν σχετική πανεπιστημιακή κατάρτιση. Επιπλέον, το άγχος που εκδηλώνουν αρκετοί εκπαιδευτικοί γύρω από το θέμα δεν εμπνέει εμπιστοσύνη, ενώ η πιθανή ακαταλληλότητά τους μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στα παιδιά.
Μια ακόμη σοβαρή ανησυχία αφορά την έλλειψη επίσημου, κοινού εκπαιδευτικού πλαισίου. Οι γονείς φοβούνται ότι, χωρίς συγκεκριμένη ύλη, κάθε εκπαιδευτικός μπορεί να προσεγγίζει το θέμα με βάση τις προσωπικές του απόψεις και τα ταμπού του ή να χρησιμοποιεί τυχαία επιλεγμένο υλικό από το διαδίκτυο. Παρά τη θετική στάση τους απέναντι στη σεξουαλική εκπαίδευση, οι γονείς θέτουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της στο σχολείο. Αυτές αφορούν το περιεχόμενο, το οποίο πρέπει να είναι προσαρμοσμένο στην ηλικία και στο αναπτυξιακό στάδιο των παιδιών, την κατάρτιση των εκπαιδευτικών, καθώς και τη συνεργασία μεταξύ σχολείου και οικογένειας. Οι γονείς θεωρούν ότι το σχολείο πρέπει να συμπληρώνει και όχι να αντικαθιστά τον ρόλο της οικογένειας. Τέλος, ορισμένοι υποστηρίζουν τη χρήση ηπιότερης ορολογίας, προκειμένου το μάθημα να είναι λιγότερο αιφνιδιαστικό για τα παιδιά και για γονείς με πιο συντηρητικές αντιλήψεις.
Από τη μικροεπιθετικότητα στην παραβίαση: Όρια και συναίνεση στις έμφυλες σχέσεις
Τις καθημερινές εκφάνσεις της έμφυλης μικροεπιθετικότητας και της παραβιαστικότητας, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζουν τις σχέσεις και την καθημερινότητα των γυναικών, διερεύνησαν σε ποιοτική μελέτη η Όλγα Σπυριδωνίδου, η Ελένη Καραμήτσου και ο Ευστάθιος Παπασταθόπουλος από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Στη μελέτη συμμετείχαν 20 προπτυχιακές φοιτήτριες ηλικίας 18-23 ετών, οι οποίες παραχώρησαν ημιδομημένες συνεντεύξεις. Η ανάλυση των μαρτυριών τους έδειξε ότι οι σχετικές εμπειρίες αφορούν διαφορετικές πτυχές της προσωπικής τους ζωής, κυρίως τις ερωτικές, οικογενειακές και φιλικές σχέσεις. Κεντρικό ζήτημα αναδείχθηκε η οικειότητα, η οποία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες αντιλαμβάνονται και αντιμετωπίζουν περιστατικά παραβιαστικότητας, θέτουν όρια και διαπραγματεύονται τη συναίνεση. Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι εμπειρίες αυτές επηρεάζουν τόσο τις σχέσεις των γυναικών με τους άλλους όσο και τη σχέση τους με τον ίδιο τους τον εαυτό. Η έρευνα, δίνοντας φωνή στις ίδιες τις γυναίκες, φωτίζει τις πιο έμμεσες και αδιόρατες πτυχές της έμφυλης βίας στην καθημερινότητά τους, οι οποίες έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη ζωή τους. Παράλληλα, διευρύνει το πεδίο στο οποίο θα πρέπει να εστιάσουν οι προσπάθειες αντιμετώπισης του φαινομένου.
![]()

