Μια κιθάρα από την Κοζάνη ταξιδεύει σε όλη την Ευρώπη: οι χειροποίητες δημιουργίες του Βασίλη Βασιλειάδη

Μια κιθάρα από την Κοζάνη ταξιδεύει σε όλη την Ευρώπη: οι χειροποίητες δημιουργίες του Βασίλη Βασιλειάδη

Από τα παιδικά παιχνίδια και τα πρώτα ξύλινα κατασκευάσματα μέχρι τις κλασικές κιθάρες που φτάνουν σε όλη την Ευρώπη, ο Βασίλης Βασιλειάδης ακολούθησε μια διαδρομή που ξεκίνησε από την περιέργεια και κατέληξε στην οργανοποιία. Σήμερα, από το εργαστήριό του στην Κοζάνη, δημιουργεί χειροποίητα όργανα που ξεχωρίζουν για την αισθητική, τον ήχο και τη λεπτομέρεια της κατασκευής τους. Η δουλειά του έχει κερδίσει την εκτίμηση κλασικών κιθαριστών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με κάθε κιθάρα να φτιάχνεται εξ ολοκλήρου στο χέρι και να προσαρμόζεται στις ανάγκες του μουσικού που θα την αποκτήσει. «Από πολύ μικρός είχα μία τάση να κατασκευάζω διάφορα πράγματα. Αφού έκανα παιχνίδια στα παιδικά μου χρόνια, μετά έκανα μικρά οργανάκια, ξεκινώντας από τις ποντιακές λύρες», λέει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Βασίλης Βασιλειάδης.

Την πρώτη ώθηση για να ασχοληθεί με αυτή την τέχνη την πήρε από τον πατέρα του, ο οποίος ως μελισσοκόμος είχε ξυλουργικά εργαλεία και τον έφερε από νωρίς σε επαφή με τη χρήση τους. Μετά τις λύρες, σειρά είχαν το μπαγλαμαδάκι, ο τζουράς, ο κεμανές, το λαούτο και το μπουζούκι, ενώ παράλληλα μάθαινε να παίζει κάθε όργανο που κατασκεύαζε.

Η καθοριστική στιγμή ήρθε στα 25 του χρόνια, μέσα από τις σελίδες ενός περιοδικού και το άρθρο «Φτιάξ’ την μόνος σου». Το 1982 έπεσε στα χέρια του το περιοδικό TaR, του οποίου εκδότης ήταν ο συνθέτης, τραγουδοποιός και κιθαριστής Νότης Μαυρουδής, και εκεί παρουσιάζονταν σε στάδια και σε συνέχειες τα βήματα για την κατασκευή της κιθάρας. Έτσι κατασκεύασε την πρώτη του κλασική κιθάρα, θυμάται ο κ. Βασιλειάδης, ο οποίος, παρά την κύρια απασχόλησή του στη ΔΕΗ, δεν σταμάτησε από τότε να φτιάχνει κλασικές κιθάρες.

Στα πρώτα χρόνια της κατασκευής, οι κιθαριστές φίλοι του δοκίμαζαν κάθε όργανο που ολοκλήρωνε και του έκαναν την κριτική τους. «Ερχόταν εδώ και άρχιζαν να παίζουν, να δοκιμάζουν, να τεστάρουν και τελικά να αποφασίζουμε να αλλάξω κάποια πράγματα. Τα πρώτα χρόνια γινόταν αυτό κάθε φορά. Τώρα όμως, στα 70 μου χρόνια, υπάρχει η εμπειρία πλέον να κρίνω ένα όργανο αν είναι σωστό ή όχι», σημειώνει.

Από εκείνη την πρώτη κιθάρα μέχρι σήμερα έχουν περάσει πάνω από τέσσερις δεκαετίες συνεχούς αναζήτησης. Με τη βοήθεια των σπουδών του ως μηχανικός αυτοματισμού, μελέτησε σε βάθος την ακουστική και τη συμπεριφορά των υλικών και αφιέρωσε αμέτρητες ώρες στην εξέλιξη της τέχνης του. Στις κιθάρες του χρησιμοποιεί επιλεγμένα ξύλα, σύγχρονες τεχνικές και ιδιαίτερη προσοχή στον συντονισμό όλων των τμημάτων του οργάνου, ώστε να πετυχαίνει την καλύτερη δυνατή ποιότητα ήχου. «Χορδές, καπάκι, πλάτη και αέρινος όγκος λειτουργούν ως “ταλαντωτές” και πρέπει να συνεργάζονται στις σωστές συχνότητες, ώστε η κιθάρα να αποδίδει τον καλύτερο δυνατό ήχο», εξηγεί, δείχνοντας πως πίσω από κάθε κιθάρα υπάρχει και πολλή φυσική. Ο ίδιος ακολουθεί τη φιλοσοφία του Ισπανού κατασκευαστή Ιγκνάσιο Φλέτα, επιλέγοντας η πλάτη να μη συντονίζεται με το καπάκι, ώστε η ενέργεια των χορδών να μεταφέρεται σχεδόν αποκλειστικά εκεί όπου παράγεται ο πλούσιος και δυνατός ήχος.

Για κάθε κιθάρα χρειάζεται περίπου ενάμισης μήνας δουλειάς, αν και τα διαστήματα αναμονής ανάμεσα στα στάδια της κατασκευής τού επιτρέπουν να εργάζεται παράλληλα έως και τρία όργανα.

Η ποιότητα της δουλειάς του έχει οδηγήσει σε συνεργασίες με τέσσερις μεγάλους οίκους κλασικής κιθάρας στη Σλοβενία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Πολωνία, ενώ οι κιθάρες του βρίσκονται πλέον στα χέρια μουσικών σε πολλές χώρες της Ευρώπης.

Παρά τη διεθνή αναγνώριση, ο ίδιος δείχνει να απολαμβάνει περισσότερο τις στιγμές που το εργαστήριό του γεμίζει παιδικές φωνές. Τα καλοκαίρια, έρχονται από τη μεγαλούπολη όπου ζουν τα έξι εγγόνια του και, όπως λέει, «κάνουν κατάληψη στο εργαστήριο». Το μεγαλύτερο έχει ήδη κατασκευάσει μαζί του πέρυσι έναν μπαγλαμά, ενώ φέτος σειρά έχουν μια βαλλίστρα και ένα τόξο, θυμίζοντας τη δική του πορεία…

Loading

Play