Με την συμβολή τους στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης στο επίκεντρο, απόψε εγκαινιάζεται στο Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης η νέα περιοδική έκθεση για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης και το επιχειρείν. Η έκθεση φωτίζει τον ρόλο της εβραϊκής κοινότητας στην οικονομική, εμπορική και επιχειρηματική ζωή της πόλης.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ένας ταξιδιώτης που κατέβαινε από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Θεσσαλονίκης προς το κέντρο έβλεπε μια πόλη γεμάτη βιομηχανική κίνηση, οικονομική εξωστρέφεια και πολυπολιτισμικό παλμό. Ο καπνός από την υψηλή καπνοδόχο του Ατμόμυλου Αλλατίνι υψωνόταν στον αέρα, τα ηλεκτρικά τραμ κινούνταν στην παραλιακή λεωφόρο και, στα στενά του Φραγκομαχαλά, τραπεζικοί οίκοι και εισαγωγικές εταιρείες έκαναν συναλλαγές σε φράγκα, δηνάρια και οθωμανικές λίρες.
Πίσω από αυτόν τον εκσυγχρονισμό, που μετέτρεψε ένα οθωμανικό επαρχιακό λιμάνι στη σημαντικότερη μητρόπολη των Βαλκανίων, βρισκόταν η δημιουργική πνοή, τα κεφάλαια και η επιχειρηματική τόλμη της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Η νέα περιοδική έκθεση του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, με τίτλο «Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης και το Επιχειρείν: Η συμβολή τους στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης», σε συνδιοργάνωση με την Εταιρεία Διοίκησης Επιχειρήσεων Βόρειας Ελλάδας (ΕΔΕΒΕ), παρουσιάζει τη συμβολή της κοινότητας στην οικονομική και επιχειρηματική ζωή της Θεσσαλονίκης. Μέσα από σπάνιο φωτογραφικό και ανέκδοτο αρχειακό υλικό αναδεικνύεται η επιχειρηματική δράση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και η συμμετοχή τους στη διαμόρφωση της οικονομικής ζωής της πόλης, ιδιαίτερα από τα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έως τη γερμανική Κατοχή.
Η έκθεση, σε επιμέλεια της επιστημονικής υπεύθυνης του Εβραϊκού Μουσείου, Δρος Ξένιας Ελευθερίου, εγκαινιάζεται σήμερα, στις 18:30, με κεντρικό ομιλητή τον Δρα Πάρη Παπαμίχο – Χρονάκη, Αν. Καθηγητή Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Royal Holloway (University of London) και συγγραφέα του βιβλίου The Business of Transition: Jewish and Greek Merchants of Salonica from Ottoman to Greek Rule (National Jewish Book Award 2024).
Χαιρετισμό θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, Δαυίδ Σαλτιέλ, και ο πρόεδρος του Δ.Σ. της ΕΔΕΒΕ, Δρ Απόστολος Αιγυπτιάδης.
Η έκθεση παρουσιάζει φωτογραφίες και τεκμήρια κυρίως από το ιδιωτικό αρχείο του Γιάννη Μέγα, όπως και από το προπολεμικό Αρχείο του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, αναδεικνύοντας πρόσωπα, επιχειρήσεις, επαγγελματικούς χώρους και όψεις της οικονομικής ζωής της Θεσσαλονίκης.
Σημαντικό ερευνητικό υπόβαθρο της έκθεσης αποτέλεσε το ερευνητικό πρόγραμμα της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης για την τεκμηρίωση της οικονομικής δραστηριότητας των Εβραίων της Θεσσαλονίκης κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα. Πρόκειται για ιστορικά τεκμήρια με στόχο τη διάσωση και παρουσίαση μέρους της συλλογικής ιστορικής μνήμης των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Το πρόγραμμα βασίστηκε σε πρόταση των Γιάννη Μέγα και Τέλη Ναχμία για τη δημιουργία ενός ερευνητικού εργαλείου. Με στόχο την επισήμανση τεκμηρίων από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό εβραϊκών και μικτών εταιρειών, καθώς και ατομικών επιχειρήσεων που λειτούργησαν στη Θεσσαλονίκη, συγκεντρώθηκε αρχειακό υλικό με βάση τα κύρια ονόματα και τα επώνυμα που αναγνωρίζονται ως εβραϊκά. Η έκθεση βασίστηκε και στο βιβλίο του Γιάννη Μέγα και Δημήτρη Τάκα με τίτλο Μετοχές και Ομόλογα Μακεδονία – Θεσσαλονίκη 1870-1940 (εκδόσεις Καπόν), μια σημαντική έκδοση με τίτλους ανωνύμων εταιρειών, μάρτυρες της οικονομικής ζωής της Θεσσαλονίκης. Μέσα από τους τίτλους των ανωνύμων εταιρειών ξετυλίγεται η οικονομική ζωή της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο 1870-1940.
Παράλληλα, η ιστορία του κτηρίου που στεγάζει το Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης αποτελεί σημαντικό τεκμήριο της εμπορικής και επιχειρηματικής ιστορίας της πόλης. Ανεγέρθηκε το 1904 από την Εβραϊκή Κοινότητα Θεσσαλονίκης και ονομάστηκε τότε «Τζεντίντ Χάνι» (Νέο Κτήριο). Ήταν μία από τις χαρακτηριστικές εμπορικές στοές που χτίστηκαν από το 1880 έως το 1910 στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, για να στεγάσουν νέες επιχειρηματικές λειτουργίες. Στο κτήριο στεγάστηκαν κατά καιρούς σημαντικές επιχειρήσεις, όπως η Τράπεζα Αθηνών (1906-1925) και η γαλλόφωνη εβραϊκή εφημερίδα L’Independent (1909-1941). Το «Τζεντίντ Χάνι» είναι ένα από τα λίγα οικοδομήματα του κέντρου της Θεσσαλονίκης που επιβίωσαν από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 και τις διαδικασίες ανοικοδόμησης που ακολούθησαν. Χρησιμοποιήθηκε ως εμπορικό κτήριο μέχρι το 1997. Για τη διασκευή τμήματός του σε μουσείο απαιτήθηκαν εκτεταμένες εργασίες και το μουσείο άνοιξε το 2001. Το 2010 προστέθηκε η αίθουσα «Ανδρέας Σεφιχά» στην ανατολική πλευρά του «Τζεντίντ Χάνι», ενώ το 2019 πραγματοποιήθηκε επέκταση του Μουσείου στην κεντρική πτέρυγα.
Η αυγή του εκσυγχρονισμού: Οθωμανική Περίοδος, Μεταρρυθμίσεις και Διεθνείς Επενδύσεις (1838-1912)
Για να κατανοήσει κανείς σε βάθος την επιχειρηματική έκρηξη της Θεσσαλονίκης στις αρχές του 20ού αιώνα, όπως εξηγεί η Δρ Ελευθερίου, χρειάζεται να επιστρέψει στη δεκαετία του 1830. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, αναζητώντας δομικό εκσυγχρονισμό, εγκαινίασε το 1838 τη μεγάλη περίοδο θεσμικών μεταρρυθμίσεων, γνωστή ως Tanzimat. Η υπογραφή διεθνών εμπορικών συμφωνιών με τις ισχυρές ευρωπαϊκές δυνάμεις της εποχής οδήγησε σε σημαντική μείωση των δασμών, άνοιξε τους εμπορικούς δρόμους και έδωσε πρωτοφανή κίνητρα για την είσοδο ξένων κεφαλαίων και επενδυτών στην επικράτεια.
Σε αυτό το νέο, ευνοϊκό περιβάλλον, ο τομέας των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών αναπτύχθηκε με γρήγορους ρυθμούς. Πριν ακόμη από τη δημιουργία οργανωμένου τραπεζικού δικτύου, τη χρηματοδότηση της αγοράς και τη διακίνηση του κεφαλαίου ανέλαβαν ιδιώτες χρηματιστές και τραπεζίτες, γνωστοί ως «σαράφηδες» ή «τραπεζίτες του Γαλατά», ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζαν μέλη της εβραϊκής και της χριστιανικής κοινότητας. Η θεσμική εδραίωση του τραπεζικού συστήματος ήρθε το 1863, με την ίδρυση της Αυτοκρατορικής Οθωμανικής Τράπεζας (Banque Impériale Ottomane), η οποία πολύ γρήγορα ίδρυσε ένα από τα σημαντικότερα παραρτήματά της στη Θεσσαλονίκη, δίνοντας μεγάλη ώθηση στο τοπικό και διεθνές εμπόριο.
Όπως επισημαίνει η Δρ Ελευθερίου, μέσα σε αυτό το κλίμα φιλελευθεροποίησης άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες ανώνυμες εταιρείες, ένα εταιρικό σχήμα που επρόκειτο να μετασχηματίσει εκ βάθρων την οικονομία της περιοχής. Η Θεσσαλονίκη αναδείχθηκε άμεσα στο απόλυτο κέντρο αυτής της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Από τις 20 ανώνυμες εταιρείες της οθωμανικής περιόδου των οποίων έχουν εντοπιστεί και διασωθεί μετοχικοί τίτλοι, οι 18 είχαν την έδρα τους ή το κύριο πεδίο της επιχειρηματικής τους δράσης στη Θεσσαλονίκη. Οι εταιρείες αυτές δραστηριοποιούνταν κυρίως στους τομείς των υποδομών, των μεταφορών και του μεγάλου εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου.
Παράλληλα, τα μεγάλα έργα αστικής υποδομής που μεταμόρφωσαν την εικόνα της Θεσσαλονίκης πραγματοποιήθηκαν με τη σύμπραξη διεθνών και τοπικών κεφαλαίων. Οι σιδηρόδρομοι χρηματοδοτήθηκαν κυρίως από γερμανικά κεφάλαια, τα λιμενικά έργα και η επέκταση του λιμένα από γαλλικά, ενώ τα δίκτυα των τροχιοδρόμων, του ηλεκτροφωτισμού και της ύδρευσης από βελγικά κεφάλαια. Σε αυτή τη διεθνή επενδυτική κινητικότητα, η εβραϊκή επιχειρηματική ελίτ της πόλης διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις 12 από τις 17 εταιρείες με γνωστά στοιχεία ιδρυτών και μετόχων καταγράφεται ενεργός και καθοριστική συμμετοχή Εβραίων επιχειρηματιών, οι οποίοι λειτουργούσαν ως ηγέτες της τοπικής αγοράς αλλά και ως συνδετικοί κρίκοι με τα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά κέντρα.
Η οικονομική κυριαρχία της εβραϊκής κοινότητας στη Θεσσαλονίκη στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία ισχυρών τραπεζικών ιδρυμάτων που μπόρεσαν να χρηματοδοτήσουν την ταχεία βιομηχανική και εμπορική ανάπτυξη της περιοχής.
Banque de Salonique (Τράπεζα Θεσσαλονίκης): Η Banque de Salonique θεωρείται το λαμπρότερο παράδειγμα τοπικής τραπεζικής πρωτοβουλίας. Ιδρύθηκε το 1888 από την οικογένεια Αλλατίνι, σε συνεργασία με μεγάλους γαλλικούς και αυστριακούς τραπεζικούς οίκους, και υπήρξε η πρώτη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με αμιγώς τοπικά κεφάλαια. Δεν ήταν απλώς πιστωτικό ίδρυμα, αλλά ο βασικός χρηματοδότης των μεγάλων έργων υποδομής, όπως ο ηλεκτρισμός, η ύδρευση και οι τροχιόδρομοι, και των πλέον δυναμικών βιομηχανικών κλάδων της πόλης, όπως τα καπνά, η μεταξουργία και η ζυθοποιία. Το 1909, ο έλεγχος της τράπεζας πέρασε στη γαλλική Société Générale, ενώ την ίδια χρονιά εγκαταστάθηκε στο επιβλητικό μέγαρο που σχεδίασε ο Βιταλιάνο Ποζέλλι, το κτήριο που είναι γνωστό έως σήμερα ως Στοά Μαλακοπής. Κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, η Banque de Salonique ανέπτυξε δίκτυο υποκαταστημάτων που απλωνόταν στη Μακεδονία, τη Θράκη, τη Σμύρνη, την Τραπεζούντα και τη Βηρυτό, καθιστώντας τη Θεσσαλονίκη χρηματοοικονομικό κέντρο της Ανατολικής Μεσογείου.
Τράπεζα Αμάρ (Amar Bank): Ιδρύθηκε το 1920 στην καρδιά του εμπορικού κέντρου, στην οδό Ερμού 1, από την οικογένεια Αμάρ. Η τράπεζα εξειδικεύτηκε στη χρηματοδότηση του εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου, διατηρώντας παράλληλα στενούς δεσμούς και παρουσία στο Παρίσι, διευκολύνοντας έτσι τις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές των Θεσσαλονικέων εμπόρων.
Σαλόνικα-Παλαιστίνη Α.Ε.: Μία από τις πλέον πρωτοποριακές εταιρείες της εποχής, ιδρύθηκε το 1923 στην οδό Συγγρού 1. Σκοπός της ήταν η ανάπτυξη στενών εμπορικών, κατασκευαστικών και επενδυτικών σχέσεων ανάμεσα στην Ελλάδα και την Παλαιστίνη, με έμφαση σε αγοραπωλησίες γης, οικοδομικές επιχειρήσεις και εισαγωγές-εξαγωγές. Στο μετοχικό της κεφάλαιο συμμετείχαν περισσότεροι από 45 επιφανείς Εβραίοι επιχειρηματίες της Θεσσαλονίκης, με πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου τον Σιμών Μπουρλά.
Ηνωμέναι Τράπεζαι Μπενβενίστε και Βιομηχανίας Α.Ε.: Ιδρύθηκε το 1925 ως αποτέλεσμα της στρατηγικής συνεργασίας ανάμεσα στην Τράπεζα Βιομηχανίας Αθηνών και τον παραδοσιακό εμπορικό οίκο «Υιοί Ιακώβ και Δαβίδ Μπενβενίστε», με στόχο τη διοχέτευση κεφαλαίων για τη βιομηχανική ανάπτυξη της Βόρειας Ελλάδας.
Τράπεζα Ένωσις (Union Bank): Ιδρύθηκε το 1926 από μια ισχυρή ομάδα Εβραίων παραγόντων της πόλης, αποτελούμενη από τους Ιωσήφ και Αλμπέρτο Νεχαμά, Μάρκο Μοσσερί, Γιεσούα Περαχία και Αλμπέρτο Ματαράσσο. Η τράπεζα στεγάστηκε στο ιδιόκτητο κτήριο του Ιωσήφ Νεχαμά στην οδό Ερμού 3. Ο Νεχαμά, πέρα από επιφανής τραπεζίτης, υπήρξε κορυφαίος ιστορικός και διανοούμενος της εβραϊκής κοινότητας, συγγραφέας της μνημειώδους ιστορίας των Εβραίων της Θεσσαλονίκης.
Αν υπάρχει μια οικογένεια που ταυτίστηκε απόλυτα με τον βιομηχανικό εκσυγχρονισμό της Θεσσαλονίκης, αυτή είναι η οικογένεια Αλλατίνι. Με καταγωγή από το Λιβόρνο της Ιταλίας, οι Αλλατίνι εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη και δημιούργησαν έναν επιχειρηματικό κολοσσό που κάλυπτε τη μεταποίηση, την αλευροποιία, την κεραμοποιία, την τραπεζική και το εμπόριο καπνού.
Το 1897 ιδρύθηκε η Ανώνυμος Οθωμανική Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Θεσσαλονίκης, η οποία έθεσε υπό τη σκέπη της τις μεγάλες παραγωγικές μονάδες της οικογένειας. Ο περίφημος Ατμόμυλος Αλλατίνι στην περιοχή της Νέας Ελβετίας αποτελούσε το μεγαλύτερο βιομηχανικό συγκρότημα των Βαλκανίων. Όταν το αρχικό κτήριο καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1898, ανακατασκευάστηκε αμέσως σε σχέδια του Ιταλού αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλλι και εγκαινιάστηκε το 1900, αποτελώντας ένα αρχιτεκτονικό και τεχνολογικό θαύμα της εποχής.
Παράλληλα, το Κεραμοποιείο Αλλατίνι —η πρώτη μορφή του οποίου χρονολογείται από το 1848, ενώ το μεγάλο βιομηχανικό εργοστάσιο δημιουργήθηκε το 1880— παρήγαγε τούβλα, κεραμίδια και δομικά υλικά εξαιρετικής ποιότητας. Για τη μεταφορά των πρώτων υλών από τα λατομεία των Χορτατζήδων προς το εργοστάσιο, η εταιρεία είχε κατασκευάσει και λειτουργούσε ιδιωτική σιδηροδρομική γραμμή τύπου Decauville.
Μετά το 1926, η πλειοψηφία των μετοχών της εταιρείας Αλλατίνι πέρασε σε όμιλο Ελλήνων επιχειρηματιών υπό τον Κοσμά Πανούτσο. Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, το κεραμοποιείο γνώρισε νέα περίοδο άνθησης, καθώς τα υλικά του ήταν απολύτως απαραίτητα για την ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης μετά την πυρκαγιά του 1917, αλλά και για την κατασκευή οικισμών για τη στέγαση των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία.
Ο καπνός υπήρξε το προϊόν που συνέδεσε τη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας με τις μεγαλύτερες αγορές του κόσμου, και η εβραϊκή κοινότητα κατείχε ηγετική θέση σε κάθε στάδιο της επεξεργασίας και της εμπορίας του, όπως δείχνουν τα στοιχεία που διέθεσε η Δρ Ελευθερίου.
Régie des Tabacs (Μονοπώλιο Καπνού): Ιδρύθηκε το 1884 στο πλαίσιο της Διοίκησης του Οθωμανικού Δημοσίου Χρέους, με σκοπό τον έλεγχο και τη φορολόγηση της παραγωγής καπνού. Το εργοστάσιο της Régie στη Θεσσαλονίκη, στην περιοχή Ρεζί Βαρδάρ, αποτελούσε πρότυπο βιομηχανικής μονάδας. Απασχολούσε περισσότερους από 330 εργάτες, εκ των οποίων οι 270 ήταν Εβραίοι. Ιδιαίτερη κοινωνική όψη ήταν ότι πάνω από το 70% του εργατικού δυναμικού ήταν γυναίκες, οι οποίες εργάζονταν στη διαλογή και την παρασκευή τσιγάρων, παράγοντας την εντυπωσιακή ποσότητα των 30 εκατομμυρίων τσιγάρων ετησίως.
Εμπορική Εταιρεία Θεσσαλονίκης («Κομερσιάλ»): Ιδρύθηκε το 1895 στο Λονδίνο από τις οικογένειες Αλλατίνι και Μισραχή, με την επωνυμία Commercial Company of Salonica Ltd. Η «Κομερσιάλ» εξελίχθηκε στη δεύτερη μεγαλύτερη εξαγωγική εταιρεία καπνού σε ολόκληρη τη Μακεδονία, διακινώντας τεράστιες ποσότητες ανατολικού καπνού προς την Ευρώπη και την Αμερική. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η διοίκηση της εταιρείας πέρασε στον Ερρίκο Μισραχή, το 1935 στον David Schnur, ενώ μεταπολεμικά τη διεύθυνση ανέλαβε ο Ζακ Σαπόρτα. Η «Κομερσιάλ» παραμένει μία από τις πλέον μακροβιότερες επιχειρήσεις της Θεσσαλονίκης, διατηρώντας την ίδια επωνυμία και δραστηριότητα για περισσότερο από έναν αιώνα.
Εκτός από την αλευροποιία και τον καπνό, οι Εβραίοι επιχειρηματίες της Θεσσαλονίκης επένδυσαν συστηματικά στη δημιουργία σύγχρονων εργοστασίων υφαντουργίας, μεταλλουργίας και ειδών λαϊκής κατανάλωσης, δημιουργώντας χιλιάδες θέσεις εργασίας.
Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των εξής επιχειρήσεων: Νέον Νηματουργείον Θεσσαλονίκης (Nouvelle Filature de Salonique), Εργοστάσιον Ιούτης «Τόρρες» Α.Ε., Μακεδονική Καρφοβελονοποιία & Συρματουργία Α.Ε., Εταιρεία Εισαγωγής Μαλλίνων Υφασμάτων «ΑΛΒΙΩΝ» Α.Ε., Γενική Καλτσοποιία «ΓΕΚΑ» Α.Ε.
Ο εκσυγχρονισμός της Θεσσαλονίκης και η μετατροπή της σε διαμετακομιστικό κόμβο διεθνούς εμβέλειας στηρίχθηκε στην ανάπτυξη των υποδομών μεταφοράς, όπου η εβραϊκή παρουσία υπήρξε καταλυτική.
Ανατολικοί Σιδηρόδρομοι (Compagnie d’Exploitation des Chemins de Fer Orientaux): Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1872 από τον Βαρώνο Maurice de Hirsch, ο οποίος ανέλαβε το έργο της κατασκευής του σιδηροδρομικού δικτύου που θα συνέδεε την Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη με την Κεντρική Ευρώπη. Η γραμμή Θεσσαλονίκης-Σκοπίων παραδόθηκε στην κυκλοφορία το 1873, ενώ με την ολοκλήρωση της σύνδεσης με το Βελιγράδι το 1888, η Θεσσαλονίκη συνδέθηκε απευθείας με το ευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο, επιτρέποντας την ταχεία μεταφορά εμπορευμάτων και επιβατών.
Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε επίσης ο σιδηρόδρομος Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου, που ιδρύθηκε το 1891, και η Εταιρεία Τροχιοδρόμων και Ηλεκτροφωτισμού Θεσσαλονίκης (ΕΤΗΕΘ).
Η περίοδος από το 1912 έως το 1940 υπήρξε εποχή βαθιών πολιτικών, εδαφικών και κοινωνικών μετασχηματισμών για τη Θεσσαλονίκη. Η ενσωμάτωση της πόλης στο Ελληνικό Κράτος μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, σε συνδυασμό με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, άλλαξε ριζικά το οικονομικό περιβάλλον. Η χάραξη νέων κρατικών συνόρων είχε ως αποτέλεσμα την αποκοπή της Θεσσαλονίκης από τη φυσική της βαλκανική ενδοχώρα, κλείνοντας παραδοσιακές αγορές αιώνων και αναγκάζοντας τις εμπορικές επιχειρήσεις σε επίπονη διαδικασία αναπροσαρμογής.
Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δραματική τον Αύγουστο του 1917, όταν η καταστροφική πυρκαγιά αποτέφρωσε το μεγαλύτερο μέρος του ιστορικού και εμπορικού κέντρου της πόλης. Εκατοντάδες εβραϊκές επιχειρήσεις, τράπεζες, στοές και καταστήματα καταστράφηκαν ολοσχερώς. Ωστόσο, η επιχειρηματική τάξη της πόλης επέδειξε πρωτοφανή προσαρμοστικότητα και δυναμισμό. Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, η ίδρυση ανωνύμων εταιρειών εντάχθηκε πλήρως στο νέο ελληνικό θεσμικό και νομικό πλαίσιο.
Συνολικά εντοπίζονται τίτλοι 55 ανωνύμων εταιρειών της μεσοπολεμικής περιόδου, εκ των οποίων οι 46 είχαν την έδρα τους στη Θεσσαλονίκη, και κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων: κλωστοϋφαντουργία, τρόφιμα, οικοδομικά υλικά, εμπόριο καπνού, τράπεζες και μεταφορές. Παράλληλα, η άφιξη και εγκατάσταση των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη μετά το 1922 μετασχημάτισε τη δημογραφική δομή, αλλά ταυτόχρονα προσέδωσε νέα εργατική και επιχειρηματική δυναμική στην οικονομία της πόλης. Μέσα από τη συνύπαρξη, τις συνέργειες αλλά και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στο ντόπιο εβραϊκό και το νέο προσφυγικό στοιχείο, η Θεσσαλονίκη κατάφερε να ανασυγκροτηθεί και να παραμείνει το αδιαμφισβήτητο οικονομικό και βιομηχανικό κέντρο της Βόρειας Ελλάδας μέχρι την τραγική περίοδο της γερμανικής Κατοχής.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει, τέλος, η Δρ Ελευθερίου στο γεγονός ότι στην περιοδική έκθεση του Εβραϊκού Μουσείου της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης θα γίνει ειδική μνεία στο ιστορικό φωτογραφείο «Κούνιο», που βρίσκεται ακόμη εν λειτουργία στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, μέσα από το σπάνιο υλικό που παραχώρησε ο συλλέκτης και ερευνητής Πέτρος Παπακυριακού.
Η «ταυτότητα» της έκθεσης
Εγκαίνια: Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου, ώρα 18:30
Χώρος: Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης (Αγίου Μηνά 11)
Διάρκεια Εκθεσης: Έως 31 Δεκεμβρίου 2026
Σ.Παπ.
*Πηγή φωτογραφιών: Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης
![]()
