Τεχνητή νοημοσύνη στην ιατρική: οι δυνατότητες, οι κίνδυνοι και ο νέος ρόλος του γιατρού

Τεχνητή νοημοσύνη στην ιατρική: οι δυνατότητες, οι κίνδυνοι και ο νέος ρόλος του γιατρού

Η τεχνητή νοημοσύνη στην ιατρική φέρνει νέες δυνατότητες για πρόληψη, διάγνωση και εξατομικευμένη θεραπεία, αλλά και σοβαρά ερωτήματα για την αξιοπιστία, τα προσωπικά δεδομένα, τις ανισότητες και την ιατρική ευθύνη. Ο ρόλος της βρέθηκε στο επίκεντρο εκδήλωσης του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο της συμμετοχής του στη 90ή ΔΕΘ.

Στις δυνατότητες της ΤΝ στην πρόβλεψη κινδύνων για την υγεία αναφέρθηκε η καθηγήτρια Ιατρικής Πληροφορικής του ΑΠΘ Ιωάννα Χουβαρδά, σημειώνοντας ότι ήδη αναπτύσσονται μοντέλα που μπορούν να εντοπίζουν την πιθανότητα εμφάνισης σοβαρών προβλημάτων ακόμη και χρόνια πριν από την εκδήλωση συμπτωμάτων. Όπως είπε, αλγόριθμοι μπορούν να αναγνωρίσουν αυξημένο κίνδυνο για παθήσεις όπως η καρδιακή ανεπάρκεια ή ορισμένες μορφές καρκίνου, ακόμη και το ενδεχόμενο αιφνίδιου θανάτου. Ωστόσο, η αξιοπιστία ενός αλγορίθμου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα δεδομένα στα οποία έχει εκπαιδευτεί. Ένα μοντέλο που έχει αναπτυχθεί σε συγκεκριμένο πληθυσμό δεν είναι αυτονόητο ότι θα αποδίδει το ίδιο σε άλλον, λόγω δημογραφικών και γενετικών διαφοροποιήσεων. Για τον λόγο αυτό απαιτείται επικύρωση των αλγορίθμων στον πληθυσμό στον οποίο πρόκειται να χρησιμοποιηθούν. Η ΤΝ μπορεί επίσης να συμβάλει στην προληπτική ιατρική, υπενθυμίζοντας εξετάσεις και ελέγχους, αλλά και στην αυτοπαρατήρηση μέσω φορητών συσκευών. Η κ. Χουβαρδά επισήμανε, ωστόσο, ότι δεν πρέπει να θεωρείται αξιόπιστο οποιοδήποτε εργαλείο ΤΝ στο διαδίκτυο, καθώς χρειάζεται επιστημονικός έλεγχος και αποδεδειγμένο κλινικό όφελος. Έθεσε ακόμη το ζήτημα της πρόσβασης στα δεδομένα των ασθενών και του τρόπου αξιοποίησής τους. Όταν ένα αξιόπιστο και επικυρωμένο μοντέλο εντοπίζει αυξημένο κίνδυνο, η πληροφορία θα πρέπει να οδηγεί σε παρεμβάσεις που μπορούν να τον μειώσουν και όχι να δημιουργεί στον ασθενή μια μόνιμη κατάσταση άγχους. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανθρώπινη επίβλεψη. Η ΤΝ μπορεί να συνδυάζει κλινικά, απεικονιστικά και γενετικά δεδομένα και να εντοπίζει πρότυπα που είναι δύσκολο να αξιολογηθούν από έναν άνθρωπο, ενώ οι εφαρμογές της επεκτείνονται από τη διάγνωση έως την επιλογή θεραπείας και την πρόβλεψη της ανταπόκρισης του ασθενούς. Μεταξύ των μελλοντικών δυνατοτήτων είναι και η δημιουργία ενός «ψηφιακού διδύμου» του ασθενούς για τον σχεδιασμό θεραπευτικών επιλογών.

Το δικαίωμα στη γνώση και η προστασία των δεδομένων

Η καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου και αναπληρώτρια διευθύντρια του Εργαστηρίου Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής του ΑΠΘ Λίνα Παπαδοπούλου έθεσε το ζήτημα από νομική, πολιτική και κοινωνική σκοπιά. Όπως ανέφερε, η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι απαλλαγμένη από τις προκαταλήψεις που υπάρχουν στην κοινωνία, καθώς αυτές μπορούν να μεταφέρονται στα δεδομένα με τα οποία εκπαιδεύονται οι αλγόριθμοι. Σύμφωνα με την ίδια, τίθεται το ερώτημα ποιος θα αποφασίζει για τα όρια της τεχνολογίας και ποιος θα ελέγχει την ισχύ που συγκεντρώνεται γύρω από την ανάπτυξη και αξιοποίησή της. Οι σχετικές αποφάσεις, υποστήριξε, θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο δημοκρατικού και πολιτικού ελέγχου, ενώ απαιτείται συνεννόηση και σε υπερεθνικό επίπεδο. Στον χώρο της υγείας, ιδιαίτερη σημασία έχει το δικαίωμα του ασθενούς να γνωρίζει, αλλά και το δικαίωμα να μην γνωρίζει πληροφορίες για την υγεία του. Παράλληλα, η συγκέντρωση μεγάλου όγκου δεδομένων υγείας δημιουργεί ερωτήματα για το ποιος μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτά και για ποιο σκοπό, ενώ η άνιση πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες μπορεί να ενισχύσει υφιστάμενες ανισότητες. Αναφέρθηκε, τέλος, στις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να θέσει κανόνες μέσω του AI Act.

Η ΤΝ ως εργαλείο για τον ακτινολόγο

Στο ερώτημα αν η τεχνητή νοημοσύνη θα αντικαταστήσει τους ακτινολόγους αναφέρθηκε ο επίκουρος καθηγητής Ακτινοδιαγνωστικής-Επεμβατικής Νευροακτινολογίας και επεμβατικός νευροακτινολόγος Στέφανος Φοινίτσης. Όπως είπε, το ερώτημα τίθεται εδώ και περίπου δύο δεκαετίες, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει επιβεβαιωθεί. Αντίθετα, η αυξανόμενη χρήση των απεικονιστικών εξετάσεων έχει οδηγήσει σε μεγαλύτερη ζήτηση για ακτινολόγους. Ο κ. Φοινίτσης ανέφερε ότι δύο εφαρμογές ΤΝ στην ακτινολογία έχουν φτάσει σε σχετικά ώριμο στάδιο: η αυτόματη ανίχνευση εγκεφαλικού επεισοδίου και η ανίχνευση ενδοκράνιας αιμορραγίας. Για άλλες εφαρμογές υπάρχουν προβλήματα με τους ψευδώς θετικούς συναγερμούς, οι οποίοι μπορεί να αυξάνουν τον χρόνο και το κόστος ελέγχου. Κατά την εκτίμησή του, η ΤΝ μπορεί να λειτουργήσει ως ένα επιπλέον «μάτι» του γιατρού, ιδιαίτερα σε συνθήκες κόπωσης ή εφημερίας. Ωστόσο, τα συστήματα κάνουν και αυτά λάθη και τα αποτελέσματά τους πρέπει να ελέγχονται. Η ευθύνη της ιατρικής απόφασης εξακολουθεί να ανήκει στον γιατρό.

Στήριξη της κλινικής πράξης, όχι υποκατάστασή της

Στην ανάγκη εκπαίδευσης των επαγγελματιών υγείας στη χρήση και αξιολόγηση της ΤΝ αναφέρθηκε η παιδίατρος-νεογνολόγος και αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Μαιευτικής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας Μαρία Τζητηρίδου-Χατζοπούλου. Όπως είπε, στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Ψηφιακή Υγεία και Διοίκηση Μονάδων Υγείας» δίνεται έμφαση όχι μόνο στη γνώση, αλλά και στις δεξιότητες. Στη νεογνολογία και στις μονάδες εντατικής νοσηλείας, η ΤΝ μπορεί, σύμφωνα με την ίδια, να συμβάλει στην παρακολούθηση ασθενών, στην εξοικονόμηση χρόνου και στην τυποποίηση θεραπευτικών πρωτοκόλλων. Ωστόσο, στον νεογνό η κλινική εξέταση πρέπει να προηγείται και η ΤΝ να λειτουργεί επικουρικά. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη χρήση εργαλείων ΤΝ από γονείς για αναζήτηση πληροφοριών σχετικά με συμπτώματα των παιδιών. Η χρήση της τεχνολογίας, όπως είπε, δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με στιγματισμό, αλλά οι γονείς θα πρέπει να γνωρίζουν ότι οι πληροφορίες μπορεί να είναι ελλιπείς ή λανθασμένες και ότι η ΤΝ δεν αντικαθιστά την ιατρική εκτίμηση. Προβληματισμό εξέφρασε και για τα δεδομένα υγείας των παιδιών, τα οποία μπορεί να παραμένουν αποθηκευμένα σε ψηφιακές πλατφόρμες για χρόνια.

Ο γιατρός απέναντι στον «τρίτο» της σχέσης

Στη σχέση γιατρού-ασθενούς εστίασε ο καθηγητής Ιατρικού Δικαίου και Ηθικής του ΑΠΘ Πολυχρόνης Βούλτσος, χαρακτηρίζοντας την τεχνητή νοημοσύνη έναν «τρίτο» που εισέρχεται σε αυτή την ιδιαίτερη σχέση. Όπως ανέφερε, η σύγχρονη ιατρική πρακτική επιβάλλει ένα ασθενοκεντρικό μοντέλο, στο οποίο ο ασθενής αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο με ανάγκες, αξίες, αυτονομία και δικαιώματα. Κεντρική θέση έχει η σχέση εμπιστοσύνης και η από κοινού λήψη αποφάσεων από γιατρό και ασθενή. Η τεχνητή νοημοσύνη, σύμφωνα με τον κ. Βούλτσο, μπορεί να ενισχύσει αυτή τη σχέση, εφόσον χρησιμοποιείται σωστά, καθώς μπορεί να προσφέρει πληροφορίες και να εξοικονομεί χρόνο στον γιατρό. Ο χρόνος αυτός, όμως, δεν είναι αυτονόητο ότι θα μετατραπεί σε περισσότερο χρόνο επικοινωνίας με τον ασθενή, καθώς αυτό εξαρτάται από την εκπαίδευση του γιατρού και την οργάνωση του συστήματος υγείας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, όπως είπε, η εμφάνιση του AI-informed patient, του ασθενούς που αναζητά πληροφορίες και πιθανές διαγνώσεις μέσω της ΤΝ πριν επισκεφθεί τον γιατρό. Η προσέγγιση αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται απορριπτικά. Ο γιατρός μπορεί να συζητήσει με τον ασθενή τις πληροφορίες που έχει βρει, να διορθώσει ανακρίβειες και να τον βοηθήσει να διαμορφώσει πιο στοχευμένες ερωτήσεις. Ανοιχτό παραμένει, ωστόσο, το ζήτημα του κατά πόσο ένας ασθενής μπορεί να αρνηθεί τη χρήση της ΤΝ στην ιατρική του αντιμετώπιση, ιδίως όταν αυτή αποτελεί αναγκαίο εργαλείο για τη λήψη μιας απόφασης. Ο κ. Βούλτσος έθεσε παράλληλα το ζήτημα της ευθύνης και της λογοδοσίας σε περίπτωση λανθασμένης απόφασης ενός αλγορίθμου.

Loading

Play