«Θεσσαλονίκη, ευρωπαϊκή φοιτητούπολη»: η νέα αναπτυξιακή πρόταση για την Κεντρική Μακεδονία

«Θεσσαλονίκη, ευρωπαϊκή φοιτητούπολη»: η νέα αναπτυξιακή πρόταση για την Κεντρική Μακεδονία

«Θεσσαλονίκη, ευρωπαϊκή φοιτητούπολη» παρουσιάζει ως νέα αναπτυξιακή πρόταση για τη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη Κεντρική Μακεδονία ο Αντιπεριφερειάρχης Ψηφιακής Διακυβέρνησης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, Νίκος Τζόλλας. Με αιχμή την εκπαίδευση, θέτει ως πρώτο στόχο την προσέλκυση 5.000 νέων διεθνών φοιτητών, μέσα από περισσότερα ξενόγλωσσα προγράμματα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Η ιδέα, όπως εξηγεί, συνδέεται με τη διαδρομή του στην εκπαίδευση, την επαγγελματική του πορεία και τον ρόλο του στην αυτοδιοίκηση. Ο κ. Τζόλλας είναι Χημικός με δύο μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών και διδακτορικό, έχει 15 χρόνια επαγγελματικής εμπειρίας και είναι πιστοποιημένος εκπαιδευτής ενηλίκων με περισσότερες από 6.000 ώρες εκπαιδευτικής εμπειρίας σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η πρόταση μπορεί να δώσει στη Θεσσαλονίκη σημαντική αναπτυξιακή διάσταση με πολλαπλά οφέλη. Στο υπολογιστικό σενάριο που παραθέτει, αν η μέση ετήσια τοπική δαπάνη φτάνει τις 10.000 ευρώ ανά φοιτητή, τότε 5.000 διεθνείς φοιτητές σημαίνουν 50 εκατομμύρια ευρώ πρόσθετης κατανάλωσης κάθε χρόνο για την τοπική οικονομία. Αν σε τέσσερα χρόνια τα προγράμματα απορροφήσουν 20.000 φοιτητές, η τοπική κατανάλωση θα φτάσει τα 200 εκατ. ευρώ ετησίως τον τέταρτο χρόνο και τα 500 εκατ. ευρώ αθροιστικά στην πρώτη τετραετία.

Τα νούμερα αυτά θα έχουν, όπως αναφέρει, μεγάλο αντίκτυπο στην κατοικία, το λιανεμπόριο, την εστίαση, τις μεταφορές, τις τηλεπικοινωνίες και τον πολιτισμό. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η εικόνα γίνεται ακόμη πιο θετική αν μέρος αυτών των ανθρώπων παραμείνει στη Θεσσαλονίκη για σπουδές, εργασία, έρευνα ή απασχόληση, ενώ δίνει έμφαση και στην ανάγκη για ανθρώπους με ψηφιακές δεξιότητες και στις ανακοινώσεις του Ευρωπαίου Επιτρόπου Μεταφορών και Τουρισμού Απόστολου Τζιτζικώστα για τον κάθετο άξονα Θεσσαλονίκης, Σόφιας και Βουκουρεστίου.

Ο κ. Τζόλλας καταλήγει ότι κάθε επένδυση στην εκπαίδευση δεν πάει χαμένη και ότι η ιδέα «Θεσσαλονίκη, ευρωπαϊκή φοιτητούπολη» μπορεί να αποτελέσει μία από τις αναπτυξιακές κατευθύνσεις που πρέπει να χτιστούν από σήμερα.

Ακολουθεί αναλυτικά η συνέντευξη του Αντιπεριφερειάρχη Ψηφιακής Διακυβέρνησης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, Νίκου Τζόλλα, στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων:

Ερώτηση: Γιατί η εκπαίδευση μπορεί να γίνει ο επόμενος μεγάλος αναπτυξιακός μοχλός της Θεσσαλονίκης;

Απάντηση: Τα τελευταία χρόνια η Θεσσαλονίκη και συνολικά η Κεντρική Μακεδονία έχουν κάνει σημαντικά βήματα στην τεχνολογία, στην καινοτομία και στον ψηφιακό μετασχηματισμό. Μεγάλες διεθνείς εταιρείες έχουν επενδύσει στην περιοχή μας, νέα κέντρα τεχνολογίας και καινοτομίας έχουν δημιουργηθεί και γύρω τους αναπτύσσεται ένα οικοσύστημα επιχειρήσεων, πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και ανθρώπων με υψηλή εξειδίκευση.

Μέσα από τον ρόλο μου ως Αντιπεριφερειάρχης Ψηφιακής Διακυβέρνησης και τη συνεχή επαφή μου με επιχειρήσεις τεχνολογίας, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και ανθρώπους του οικοσυστήματος καινοτομίας και επιχειρηματικότητας, ακούω όλο και συχνότερα την ίδια ανάγκη: χρειαζόμαστε περισσότερο εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Θεωρώ ότι εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες αναπτυξιακές προκλήσεις, αλλά και ευκαιρίες, για τα επόμενα χρόνια.

Η εκπαίδευση μπορεί να αποτελέσει έναν βασικό συνδετικό κρίκο. Η Θεσσαλονίκη διαθέτει ισχυρά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, μεγάλη φοιτητική κοινότητα, ένα αναπτυσσόμενο τεχνολογικό οικοσύστημα και ποιότητα ζωής. Έχει, δηλαδή, όλα τα βασικά στοιχεία για να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη θέση της ως ευρωπαϊκός εκπαιδευτικός προορισμός.

Γι’ αυτό θέλω να καταθέσω μια συγκεκριμένη αναπτυξιακή πρόταση προς συζήτηση και συνδιαμόρφωση: τη Θεσσαλονίκη ως Ευρωπαϊκή Φοιτητούπολη και, ευρύτερα, την Κεντρική Μακεδονία ως Περιφέρεια Εκπαίδευσης και Γνώσης, ξεκινώντας από έναν πρώτο, σαφή και μετρήσιμο στόχο: την προσέλκυση 5.000 επιπλέον διεθνών φοιτητών.

Ερ.: Γιατί θέτετε ως πρώτο στόχο 5.000 επιπλέον διεθνείς φοιτητές; Τι μπορεί να αλλάξει αυτό για τη Θεσσαλονίκη;

Απ.: Πιστεύω ότι πρέπει να ξεκινήσουμε ακούγοντας πρώτα τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς. Και σήμερα ακούω δύο πράγματα πολύ συχνά. Το πρώτο είναι η ανάγκη για περισσότερο εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και νέες δεξιότητες. Το δεύτερο, που αφορά ένα πολύ μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματικής αγοράς, είναι η ανάγκη για περισσότερη οικονομική δραστηριότητα, περισσότερους ανθρώπους που ζουν εδώ και μεγαλύτερη κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών.

Η υπογεννητικότητα και η δημογραφική πίεση δεν αφορούν μόνο τη Θεσσαλονίκη. Επηρεάζουν σταδιακά τις πόλεις και τις τοπικές οικονομίες σε ολόκληρη τη χώρα. Επομένως, παράλληλα με τις μακροπρόθεσμες πολιτικές για το δημογραφικό, θεωρώ ότι πρέπει να αναζητήσουμε και άμεσους, πρακτικούς και μετρήσιμους τρόπους για να προσελκύσουμε περισσότερους ανθρώπους να ζήσουν στην πόλη και στην Περιφέρειά μας.

Και εδώ θεωρώ ότι η διεθνής εκπαίδευση μπορεί να αποτελέσει μέρος ενός ευρύτερου αναπτυξιακού σχεδίου. Ένας διεθνής φοιτητής που επιλέγει τη Θεσσαλονίκη έρχεται για να σπουδάσει και τέσσερα ή περισσότερα χρόνια επιλέγει τον τόπο μας για να ζήσει. Νοικιάζει σπίτι, μετακινείται, αγοράζει προϊόντα, χρησιμοποιεί υπηρεσίες, βγαίνει, ταξιδεύει και συμμετέχει στην καθημερινή οικονομική ζωή της περιοχής. Αυξάνει, δηλαδή, τον πληθυσμό που πραγματικά ζει και καταναλώνει στον τόπο μας.

Παράλληλα υπάρχει η δεύτερη μεγάλη ανάγκη: το ανθρώπινο δυναμικό. Σήμερα υπάρχει μεγάλη ζήτηση για ψηφιακές δεξιότητες στην πληροφορική, στην τεχνητή νοημοσύνη, στην κυβερνοασφάλεια, στα δεδομένα, στη βιοπληροφορική και σε πολλά ακόμη σύγχρονα αντικείμενα. Και η πληροφορική πλέον διατρέχει οριζόντια σχεδόν όλους τους κλάδους: την υγεία και τις βιοεπιστήμες, τις θετικές επιστήμες, τη βιομηχανία, τον τουρισμό, την αγροδιατροφή και τις μεταφορές.

Άρα μπορούμε να συνδέσουμε δύο ανάγκες μέσα από μία κοινή αναπτυξιακή κατεύθυνση. Τα δημόσια πανεπιστήμια, μαζί με τα μη κρατικά πανεπιστήμια και τα κολέγια, μπορούν να δημιουργήσουν περισσότερες θέσεις σε ξενόγλωσσα προγράμματα σπουδών, ιδιαίτερα σε σύγχρονα αντικείμενα όπου υπάρχει διεθνής ζήτηση και ανάγκη για νέες δεξιότητες.

Γι’ αυτό προτείνω έναν πρώτο, άμεσο και μετρήσιμο στόχο: 5.000 νέες θέσεις φοίτησης σε ξενόγλωσσα προγράμματα, με στόχο την προσέλκυση 5.000 επιπλέον διεθνών φοιτητών στη Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Μακεδονία.

Δεν βλέπω τις 5.000 θέσεις ως έναν απομονωμένο εκπαιδευτικό στόχο. Τις βλέπω ως μέρος ενός αναπτυξιακού σχεδίου: περισσότεροι άνθρωποι που έρχονται να ζήσουν εδώ, νέα κατανάλωση για την τοπική αγορά, περισσότερες δεξιότητες και μεγαλύτερη δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού για την οικονομία μας.

Και αυτός είναι ένας στόχος που αξίζει να γίνει κοινός και να συνδιαμορφωθεί από την εκπαιδευτική κοινότητα, την Πολιτεία, την Περιφέρεια, τους Δήμους, τα επιμελητήρια και τις επιχειρήσεις. Γιατί αν θέλουμε ανάπτυξη, πρέπει να σκεφτούμε ταυτόχρονα πώς θα φέρουμε περισσότερους ανθρώπους στον τόπο μας και πώς θα δημιουργήσουμε περισσότερες ευκαιρίες γύρω από αυτούς.

Ερ.: Αρκούν τα πανεπιστήμια για να γίνει η Θεσσαλονίκη πραγματικά διεθνής εκπαιδευτικός προορισμός;

Απ.: Όχι. Και εδώ υπάρχει ένα ακόμη πολύ σημαντικό ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Οι διαθέσιμες θέσεις σε ξενόγλωσσα προγράμματα πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην περιοχή μας, δημόσια και ιδιωτικά, είναι σήμερα πολύ περιορισμένες.

Αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικό εμπόδιο στην προσπάθεια προσέλκυσης ανθρώπινου δυναμικού από το εξωτερικό. Ένας ερευνητής, ένα υψηλόβαθμο στέλεχος μιας διεθνούς εταιρείας ή ένας Έλληνας επιστήμονας που σκέφτεται να επιστρέψει στη χώρα δεν αποφασίζει μόνο με βάση τη θέση εργασίας. Εάν έχει οικογένεια, θα αναρωτηθεί αμέσως: «Πού θα πάνε σχολείο τα παιδιά μου και μπορούν να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους χωρίς να αλλάξουν εκπαιδευτικό περιβάλλον;»

Επομένως, εάν μιλάμε σοβαρά για brain gain, πρέπει να μπορούμε να προσφέρουμε όχι μόνο καλές θέσεις εργασίας και ποιότητα ζωής, αλλά και ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον αντίστοιχο με αυτό που μια οικογένεια έχει συνηθίσει στο εξωτερικό.

Γι’ αυτό θεωρώ σημαντικό να αυξηθούν οι δυνατότητες ξενόγλωσσης εκπαίδευσης από το Δημοτικό μέχρι και το Λύκειο. Και εξίσου σημαντικό είναι να μπορούμε να επικοινωνήσουμε προς τα έξω ένα πολύ καθαρό μήνυμα: «Στην Κεντρική Μακεδονία μπορείς να έρθεις με την οικογένειά σου. Τα παιδιά σου μπορούν να έχουν πρόσβαση σε ξενόγλωσση εκπαίδευση και εσύ μπορείς να συνεχίσεις εδώ την επαγγελματική και οικογενειακή σου ζωή».

Αυτό είναι σημαντικό και για τις ίδιες τις διεθνείς επιχειρήσεις που επενδύουν στην περιοχή. Όσο ευκολότερο είναι για μια εταιρεία να προσελκύσει ή να μετακινήσει εδώ εξειδικευμένα και υψηλόβαθμα στελέχη μαζί με τις οικογένειές τους, τόσο ισχυρότερο γίνεται συνολικά το οικοσύστημα.

Άρα η πρόταση δεν σταματά στο πανεπιστήμιο. Αφορά τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης διεθνούς εκπαιδευτικής διαδρομής, που μπορεί να κάνει τη Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Μακεδονία πιο ελκυστικές για φοιτητές, επιστήμονες, στελέχη και οικογένειες από το εξωτερικό – και να μετατρέψει την εκπαίδευση σε πραγματικό εργαλείο brain gain.

Ερ.: Πόσα χρήματα μπορούν να φέρουν 5.000 επιπλέον διεθνείς φοιτητές στην οικονομία της Θεσσαλονίκης;

Απ.: Ας το δούμε με πολύ απλούς αριθμούς. Ένας φοιτητής που έρχεται από το εξωτερικό για να σπουδάσει στη Θεσσαλονίκη, για τα επόμενα χρόνια ζει και καταναλώνει εδώ. Νοικιάζει σπίτι, αγοράζει τρόφιμα, πληρώνει λογαριασμούς, χρησιμοποιεί μεταφορές και τηλεπικοινωνίες, βγαίνει στην εστίαση και χρησιμοποιεί καθημερινά υπηρεσίες.

Αν χρησιμοποιήσουμε ως μια απλή παραδοχή εργασίας μια μέση τοπική δαπάνη περίπου 10.000 ευρώ τον χρόνο ανά φοιτητή, τότε 5.000 επιπλέον φοιτητές από το εξωτερικό σημαίνουν περίπου 50 εκατομμύρια ευρώ πρόσθετης κατανάλωσης κάθε χρόνο στην τοπική οικονομία.

Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί μιλάμε για νέα οικονομική δραστηριότητα που έρχεται στην περιοχή μας από το εξωτερικό. Δεν ανακατανέμουμε απλώς την κατανάλωση που ήδη υπάρχει. Προσελκύουμε περισσότερους ανθρώπους να ζήσουν εδώ και δημιουργούμε πρόσθετη ζήτηση για κατοικία, εμπόριο, εστίαση, μεταφορές και υπηρεσίες.

Αν μάλιστα καταφέρουμε να προσελκύουμε 5.000 νέους φοιτητές κάθε χρόνο και πάρουμε ως παράδειγμα έναν τετραετή κύκλο σπουδών, το αποτύπωμα συσσωρεύεται. Τον δεύτερο χρόνο θα μπορούσαμε να έχουμε 10.000 φοιτητές, τον τρίτο 15.000 και στον τέταρτο περίπου 20.000 επιπλέον διεθνείς φοιτητές που θα ζουν ταυτόχρονα στην περιοχή. Με την ίδια παραδοχή, αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 200 εκατομμύρια ευρώ ετήσιας τοπικής κατανάλωσης στον τέταρτο χρόνο και περίπου 500 εκατομμύρια ευρώ αθροιστικά στην πρώτη τετραετία.

Φυσικά, πρόκειται για ένα απλό υπολογιστικό σενάριο και όχι για οικονομική πρόβλεψη. Και εδώ υπάρχει μια σημαντική διευκρίνιση: στους αριθμούς αυτούς δεν υπολογίζουμε τα παράπλευρα οικονομικά οφέλη που μπορεί να δημιουργήσει η ανάπτυξη μιας τόσο μεγαλύτερης εκπαιδευτικής κοινότητας.

Δεν υπολογίζουμε νέες θέσεις εργασίας για εκπαιδευτικούς και διοικητικό προσωπικό, τις πρόσθετες ανάγκες λειτουργίας δημόσιων και μη κρατικών πανεπιστημίων, κολεγίων και σχολείων, νέες υποδομές και ανακαινίσεις κατοικιών, ούτε τα ταξίδια των φοιτητών και των οικογενειών τους, τα εισιτήρια και τη συνολική πρόσθετη δραστηριότητα που δημιουργείται γύρω από αυτούς. Όλα αυτά μπορούν να δημιουργήσουν επιπλέον οικονομική δραστηριότητα και πολλαπλασιαστικά οφέλη για τον τόπο μας.

Στον συγκεκριμένο υπολογισμό μετράμε μόνο περίπου 10.000 ευρώ ετήσιας άμεσης κατανάλωσης ανά φοιτητή – ενοίκιο, διατροφή, λογαριασμούς, μετακινήσεις και καθημερινές υπηρεσίες. Επομένως, τα 50 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο είναι η βάση αυτού του υπολογιστικού σεναρίου και όχι μια εκτίμηση του συνολικού οικονομικού αποτυπώματος.

Ερ.: Και μετά το πτυχίο; Μπορούν οι διεθνείς φοιτητές να γίνουν το αυριανό ανθρώπινο κεφάλαιο της Θεσσαλονίκης;

Απ.: Εδώ βρίσκεται ένα ακόμη σημαντικό όφελος αυτής της προσπάθειας. Ένας διεθνής φοιτητής έρχεται αρχικά στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει. Για τρία, τέσσερα ή περισσότερα χρόνια, όμως, ζει εδώ, γνωρίζει την πόλη, δημιουργεί φιλίες, επαγγελματικές επαφές και αποκτά μια πραγματική σχέση με τον τόπο.

Όταν ολοκληρώσει τις σπουδές του, ένα μέρος αυτών των ανθρώπων μπορεί να επιλέξει να συνεχίσει εδώ. Να κάνει μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές, να συμμετάσχει στην έρευνα, να εργαστεί ή να δημιουργήσει τη δική του startup, μέσα σε ένα οικοσύστημα καινοτομίας και τεχνολογίας που συνεχώς αναπτύσσεται. Ο σημερινός φοιτητής μπορεί να είναι ο αυριανός επιστήμονας, ερευνητής, εργαζόμενος ή επιχειρηματίας της περιοχής μας.

Παράλληλα, δημιουργούμε σταδιακά μια μεγαλύτερη δεξαμενή εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού. Και αυτό είναι κρίσιμο και για την επόμενη μεγάλη επένδυση που θέλουμε να προσελκύσουμε στη Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Μακεδονία: ένας επενδυτής θέλει να γνωρίζει ότι εδώ υπάρχουν οι άνθρωποι και οι δεξιότητες που χρειάζεται για να αναπτυχθεί.

Ακόμη όμως και όσοι επιστρέψουν στη χώρα τους μπορούν να διατηρήσουν προσωπικούς και επαγγελματικούς δεσμούς, να συνεργαστούν στο μέλλον με πανεπιστήμια ή επιχειρήσεις της περιοχής και να αποτελέσουν μέρος ενός διεθνούς δικτύου ανθρώπων που έζησαν, σπούδασαν και γνωρίζουν τη Θεσσαλονίκη.

Άρα το μακροπρόθεσμο όφελος είναι πολύ μεγαλύτερο: ανθρώπινο κεφάλαιο, νέες startups, περισσότερες δεξιότητες, διεθνή δίκτυα και ένα ισχυρότερο οικοσύστημα που μπορεί να υποστηρίξει και τις επόμενες επενδύσεις στον τόπο μας.

Ερ.: Όταν μια μεγάλη διεθνής εταιρεία κοιτάζει τη Θεσσαλονίκη, βρίσκει τους ανθρώπους που χρειάζεται;

Απ.: Αυτό είναι ένα από τα ζητήματα που ακούω συχνότερα μέσα από την επαφή μου, ως Αντιπεριφερειάρχης Ψηφιακής Διακυβέρνησης, με επιχειρήσεις τεχνολογίας και ανθρώπους της αγοράς. Υπάρχει αυξανόμενη ανάγκη για περισσότερο εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η πληροφορική, τα δεδομένα, η τεχνητή νοημοσύνη και η κυβερνοασφάλεια.

Και αυτό δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις που βρίσκονται ήδη εδώ. Αφορά και την επόμενη επένδυση που θέλουμε να προσελκύσουμε. Όταν μια διεθνής εταιρεία εξετάζει πού θα επενδύσει, ένα από τα βασικά ερωτήματα είναι πολύ πρακτικό: «Υπάρχουν οι άνθρωποι που χρειάζομαι για να αναπτυχθώ εδώ;»

Γι’ αυτό θεωρώ ότι πρέπει να δούμε την εκπαίδευση, το ανθρώπινο δυναμικό και την προσέλκυση επενδύσεων ως μία ενιαία αλυσίδα: εκπαίδευση → δεξιότητες → ανθρώπινο δυναμικό → επιχειρήσεις → νέες επενδύσεις.

Αν καταφέρουμε να κρατήσουμε περισσότερους νέους στον τόπο μας, να προσελκύσουμε διεθνείς φοιτητές και εξειδικευμένους ανθρώπους και παράλληλα να δημιουργήσουμε συνθήκες για να επιστρέψουν Έλληνες που σήμερα εργάζονται στο εξωτερικό, τότε μπορούμε να ενισχύσουμε ουσιαστικά το brain gain.

Για μένα, λοιπόν, αυτή είναι και η σύνδεση της «Ευρωπαϊκής Φοιτητούπολης» με την αναπτυξιακή στρατηγική της περιοχής: να δημιουργήσουμε το ανθρώπινο κεφάλαιο που χρειάζεται η οικονομία σήμερα και που μπορεί να γίνει λόγος για να έρθει η επόμενη μεγάλη επένδυση αύριο.

Ερ.: Πόσο καθοριστική είναι η ευρωπαϊκή συνδεσιμότητα για να γίνει η Θεσσαλονίκη διεθνής φοιτητούπολη;

Απ.: Η προσβασιμότητα είναι πολύ σημαντική. Αν θέλουμε να προσελκύσουμε περισσότερους νέους ανθρώπους από το εξωτερικό για να σπουδάσουν, να εργαστούν ή να δημιουργήσουν εδώ, πρέπει η Θεσσαλονίκη να είναι μια πόλη εύκολα προσβάσιμη και καλά συνδεδεμένη με την Ευρώπη.

Στη φετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, ο Ευρωπαίος Επίτροπος Βιώσιμων Μεταφορών και Τουρισμού Απόστολος Τζιτζικώστας αναφέρθηκε στον νέο οδικό και σιδηροδρομικό κάθετο άξονα, με ορίζοντα 15ετίας, που θα συνδέει την Ελλάδα με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, τη Θεσσαλονίκη με το Βουκουρέστι και από εκεί με τα ευρωπαϊκά δίκτυα προς τη Δυτική Ευρώπη. Η ανάπτυξη του λιμανιού και οι δυνατότητες του αεροδρομίου συμπληρώνουν αυτή την εικόνα και μπορούν να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τη θέση της Θεσσαλονίκης ως σημείου σύνδεσης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Και αυτό έχει άμεση σχέση με την πρότασή μας. Όσο ευκολότερο γίνεται για έναν νέο άνθρωπο να έρθει στη Θεσσαλονίκη, τόσο μεγαλύτερη σημασία έχει να του δώσουμε και έναν ισχυρό λόγο για να την επιλέξει. Η εκπαίδευση μπορεί να είναι ένας από αυτούς τους λόγους.

Θα το έλεγα πολύ απλά: οι υποδομές κάνουν έναν τόπο προσβάσιμο. Η εκπαίδευση δίνει λόγο να έρθει κάποιος. Η ποιότητα ζωής δίνει λόγο να μείνει. Και ένα ισχυρό οικοσύστημα καινοτομίας και επιχειρηματικότητας δίνει λόγο να δημιουργήσει εδώ.

Ερ.: College of Europe στη Θεσσαλονίκη; Ποια θα μπορούσε να είναι η πρώτη μεγάλη κίνηση για την «Ευρωπαϊκή Φοιτητούπολη»;

Απ.: Πρώτα απ’ όλα πρέπει να δούμε τι έχει πετύχει στην υπόλοιπη Ευρώπη και να διεκδικήσουμε καλές πρακτικές και για τη Θεσσαλονίκη. Υπάρχουν πολύ ενδιαφέροντα παραδείγματα. Το College of Europe λειτουργεί στην Bruges, στη Natolin της Βαρσοβίας και, από το 2024, στα Τίρανα. Το γεγονός ότι δημιουργήθηκε πρόσφατα ένα νέο campus στα Βαλκάνια δείχνει ότι τέτοιες πρωτοβουλίες μπορούν να εξεταστούν και σήμερα.

Αντίστοιχα, το European University Institute στη Φλωρεντία αποτελεί ένα διαφορετικό ευρωπαϊκό μοντέλο διεθνούς ακαδημαϊκής εκπαίδευσης. Γιατί να μη διεκδικήσουμε και εμείς ένα College of Europe – Thessaloniki Campus ή αντίστοιχες ευρωπαϊκές ακαδημαϊκές δομές και προγράμματα; Δεν χρειάζεται να αντιγράψουμε κανέναν. Χρειάζεται να δούμε τι λειτουργεί, να το προσαρμόσουμε στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της περιοχής μας και να δημιουργήσουμε νέες θέσεις που θα φέρουν διεθνείς φοιτητές στη Θεσσαλονίκη.

Και εδώ χρειάζεται ένα κοινό όραμα. Πανεπιστήμια, εκπαιδευτική κοινότητα, Πολιτεία, Περιφέρεια, Δήμοι, επιμελητήρια και επιχειρήσεις μπορούμε να καθίσουμε στο ίδιο τραπέζι και να θέσουμε έναν συγκεκριμένο στόχο: να αυξήσουμε τις θέσεις σε ξενόγλωσσα προγράμματα σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και να κάνουμε τη Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Μακεδονία περισσότερο διεθνείς εκπαιδευτικούς προορισμούς.

Η οικονομική ανάπτυξη είναι μια συνολική εξίσωση. Χρειάζεται υποδομές, επενδύσεις και επιχειρήσεις, αλλά χρειάζεται πάνω απ’ όλα ανθρώπινο κεφάλαιο, εργασία, γνώση και τεχνολογία. Και ο ψηφιακός μετασχηματισμός έρχεται να συμπληρώσει αυτή την εξίσωση, απλοποιώντας διαδικασίες και διευκολύνοντας πολίτες και επιχειρήσεις στην αλληλεπίδρασή τους με το κράτος.

Η πρόταση των 5.000 διεθνών φοιτητών είναι ένα κομμάτι αυτής της μεγαλύτερης εικόνας. Είναι ένας συγκεκριμένος και μετρήσιμος στόχος, που μπορεί να αποτελέσει μια πρώτη μικρή νίκη με πραγματική αναπτυξιακή προοπτική. Αρκεί να τον βάλουμε στον δημόσιο διάλογο, να τον συνδιαμορφώσουμε και κάθε χρόνο να μετράμε πόσο πλησιάζουμε.

Γιατί πιστεύω ότι τα μεγάλα οράματα χτίζονται μέσα από μικρές, μετρήσιμες νίκες. Και υπάρχει μία επένδυση που, κατά τη γνώμη μου, δεν πάει ποτέ χαμένη: η επένδυση στη γνώση και στην εκπαίδευση. Από εκεί ξεκινούν οι δεξιότητες, οι νέες ιδέες, η καινοτομία, οι επιχειρήσεις και τελικά οι νέες ευκαιρίες για τον τόπο μας.

Loading

Play