Γεμάτη, αλλά με σαφώς διαφορετικούς όρους, είναι η φετινή τουριστική σεζόν, σύμφωνα με τον Τριαντάφυλλο Παπαϊωάννου, πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Επιχειρηματιών Τουριστικών Καταλυμάτων «Ο Αριστοτέλης» και επικεφαλής της Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Τουριστικών Καταλυμάτων «Η Διαμονή». Το καλοκαίρι στηρίχθηκε κυρίως στις προκρατήσεις έως τις 2 Μαρτίου, ενώ έντονη επιστροφή καταγράφουν και οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής, τάση που είχε αρχίσει να επανέρχεται από πέρυσι, για πρώτη φορά μετά το 2011.
Την ίδια ώρα, Έλληνες και ξένοι ταξιδιώτες εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι, μειώνοντας τόσο τη διάρκεια της διαμονής τους όσο και τις καθημερινές τους δαπάνες. «Η εικόνα είναι σχετικά γεμάτη, αλλά όχι άνετη», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Λιγοστεύουν οι διαμονές και αυξάνουν οι κρατήσεις στο «παρά πέντε»
Μία από τις πιο έντονες αλλαγές της φετινής χρονιάς αφορά τη διάρκεια παραμονής. Ακόμη και στην καρδιά του Αυγούστου, όποιος αναζητήσει κατάλυμα για δύο ή τρία βράδια μπορεί να βρει επιλογή, κάτι που, όπως λέει ο κ. Παπαϊωάννου, «σε καμία περίπτωση δεν συνέβαινε τα προηγούμενα χρόνια».
Οι διαμονές τεσσάρων έως έξι ημερών για τους Έλληνες έχουν περιοριστεί αισθητά σε δύο το πολύ τρεις, ενώ για τους ξένους επισκέπτες η παραμονή, που παλαιότερα έφθανε τις επτά έως δέκα ημέρες, φέτος διαμορφώνεται στις πέντε έως επτά. «Από πέρυσι έτσι και φέτος καλά κρατούν οι κρατήσεις της τελευταίας στιγμής – κάτι που είχαμε να δούμε από το 2011», αναφέρει, αποδίδοντας την τάση στην οικονομική αβεβαιότητα και στην αυξημένη πίεση που νιώθουν οι ταξιδιώτες.
«Κουμπωμένοι» οι τουρίστες – Μειωμένη κατά 30% η κατανάλωση
Η συγκράτηση δεν περιορίζεται στη διάρκεια των διακοπών. Σύμφωνα με τον κ. Παπαϊωάννου, τόσο οι Έλληνες όσο και, για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, οι ξένοι τουρίστες εμφανίζονται ιδιαίτερα «κουμπωμένοι» στις δαπάνες τους.
Η συνολική κατανάλωση υπολογίζεται μειωμένη περίπου κατά 30%, με τα καταλύματα, τα σούπερ μάρκετ και τα πρατήρια καυσίμων να διατηρούν μεγαλύτερη σταθερότητα. Αντίθετα, η εστίαση και τα υπόλοιπα καταστήματα δέχονται ισχυρότερες πιέσεις, καθώς οι επισκέπτες περιορίζουν τις εξόδους, τις αγορές και γενικά την κατανάλωσή τους.
Ενδεικτική της μεταβολής στη συμπεριφορά των επισκεπτών είναι, όπως λέει ο ίδιος, και η στάση ακόμη και των γερμανόφωνων τουριστών. Για πρώτη φορά φέτος μετά από πολλά χρόνια, ζητούν να μάθουν γιατί αυξήθηκε η τιμή ενός προϊόντος, ρωτούν το κόστος πριν από αγορά ή κατανάλωση και σε αρκετές περιπτώσεις συζητούν ακόμη και την τιμή.
Βουτιά άνω του 60% για τη βουλγαρική αγορά
Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η πτώση της βουλγαρικής αγοράς, η οποία, σύμφωνα με τον κ. Παπαϊωάννου, ξεπερνά το 60%. «Δεν υπάρχουν πια τα τριήμερα και οι εξορμήσεις τους που ξεκινούσαν παραδοσιακά από τον Μάιο», τονίζει, περιγράφοντας μια αγορά που τα προηγούμενα χρόνια λειτουργούσε ως σημαντικός τροφοδότης της τουριστικής κίνησης.
Αντίθετα, η τουρκική αγορά εμφανίζει εντυπωσιακή δυναμική και εκτιμάται ότι μπορεί να βρεθεί, αν όχι στη δεύτερη, σίγουρα στην τρίτη σημαντικότερη αγορά για την περιοχή. «Από τις 20 Ιουνίου μέχρι και σήμερα οι Τούρκοι ουσιαστικά σώζουν την αγορά», σημειώνει χαρακτηριστικά. Όπως εξηγεί, οι Τούρκοι επισκέπτες μετακινούνται περισσότερο, δεν μένουν σταθεροί σε έναν προορισμό και έτσι καλύπτουν σημαντικά κενά στις επιχειρήσεις τουριστικών καταλυμάτων.
Η ελληνική αγορά συρρικνώνεται
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η συρρίκνωση της ελληνικής αγοράς, η οποία φέτος υποχωρεί ακόμη περισσότερο και κινείται κοντά στο 4%, έναντι περίπου 5% πέρυσι, 15% το 2024 και 20%-25% τα προηγούμενα χρόνια. Τον Αύγουστο, πάντως, το ποσοστό των Ελλήνων επισκεπτών διαμορφώνεται υψηλότερα, περίπου στο 8%-10%, παραμένοντας όμως αισθητά χαμηλότερο από τα προηγούμενα χρόνια.
«Ο Έλληνας και φέτος πραγματικά δείχνει να πιέζεται. Όσοι ήρθαν ήταν ιδιαίτερα σφιγμένοι στις διανυκτερεύσεις τους», αναφέρει ο κ. Παπαϊωάννου, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη «ιδιαίτερα ανησυχητική, αν και κατανοητή».
Η ρουμανική αγορά παραμένει και φέτος κυρίαρχη στην περιοχή, αν και καταγράφει μικρή υποχώρηση σε σχέση με πέρυσι. Σύμφωνα με τον κ. Παπαϊωάννου, αντιπροσωπεύει περίπου το 50%-55% του συνολικού τουριστικού ρεύματος, έναντι περίπου 60% πέρυσι.
Ανοδικά κινείται η σερβική αγορά, η οποία από περίπου 25% πέρυσι εκτιμάται ότι φέτος διαμορφώνεται στο 30%-35%. Μεταξύ των άλλων αγορών καταγράφονται γερμανόφωνοι, Αυστριακοί, Τσέχοι και Ούγγροι επισκέπτες, ενώ σημαντική υποχώρηση εμφανίζει η ιταλική αγορά.
Η σεζόν επιμηκύνεται για τέταρτη χρονιά
Στα θετικά της φετινής περιόδου, έστω κι αν η τελική εικόνα θα κριθεί στους επόμενους μήνες, περιλαμβάνεται η περαιτέρω επιμήκυνση της τουριστικής σεζόν, τάση που, όπως εκτιμά ο κ. Παπαϊωάννου, συνεχίζεται για τέταρτη χρονιά.
«Η σεζόν μεγαλώνει και επενδύουμε σε αυτό. Υπάρχει ένα μεγάλο κοινό τουριστών που αναζητά καλό καιρό χωρίς τις ακραίες θερμοκρασίες του Ιουλίου και του Αυγούστου», επισημαίνει, αναφερόμενος κυρίως σε Πολωνούς, Γερμανούς και Αυστριακούς.
Ενδεικτικός είναι ο περυσινός Σεπτέμβριος, που ήταν ένας από τους καλύτερους των τελευταίων ετών, με τη συνολική πληρότητα να φθάνει το 81%. Τα προηγούμενα χρόνια, η πληρότητα του Σεπτεμβρίου μπορούσε να αγγίξει περίπου το 80%, κυρίως όμως κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο, ενώ στη συνέχεια πολλές επιχειρήσεις έκλειναν και ουσιαστικά κατέβαζαν ρολά για τη σεζόν.
Σε επίπεδο πληροτήτων, ο Ιούνιος κινήθηκε φέτος χαμηλότερα, με μέσο όρο περίπου 45%, έναντι 65% πέρυσι. Ωστόσο, στο δεύτερο δεκαπενθήμερο η πληρότητα έφτασε περίπου στο 90%.
Τον Ιούλιο η μέση πληρότητα υπολογίζεται στο 80%-82%, έναντι 85% πέρυσι και 95% το 2024, ενώ τον Αύγουστο διαμορφώνεται στο 95%, στα ίδια επίπεδα με πέρυσι. Παρά τις δυσκολίες, ο κ. Παπαϊωάννου εκτιμά ότι η φετινή σεζόν θα κλείσει με θετικό πρόσημο στα έσοδα, με ελάχιστες επιχειρήσεις να μην προσεγγίζουν τους περυσινούς μικτούς τζίρους και την επισκεψιμότητα να κινείται είτε στα περυσινά επίπεδα είτε με μικρή πτώση.
Το κέρδος, πάντως, δεν αναμένεται υψηλό, καθώς το αυξημένο κόστος και οι υποχρεώσεις απορροφούν σημαντικό μέρος των εσόδων. «Εμείς οι επιχειρηματίες είμαστε υπερευχαριστημένοι όταν μπορούμε να καλύψουμε τις υποχρεώσεις μας και να πληρώσουμε τους λογαριασμούς μας», λέει χαρακτηριστικά. «Οι εποχές που συμβάλλαμε σημαντικά στον οικογενειακό μας προϋπολογισμό έχουν παρέλθει, αλλά κανείς μας δεν παραπονιέται, μιας και ως πολίτες και καταναλωτές και οι ίδιοι αντιλαμβανόμαστε πλήρως τι συμβαίνει γενικώς», προσθέτει.
Στη Χαλκιδική και την ανατολική Θεσσαλονίκη λειτουργούν περίπου 3.200 καταλύματα, εκ των οποίων περίπου 2.100 βρίσκονται στην Κασσάνδρα και τη Σιθωνία.
Σύμφωνα με τον κ. Παπαϊωάννου, οι τιμές φέτος, έπειτα από αρκετά χρόνια σταθερότητας, αυξήθηκαν έως περίπου 10% το πολύ. Σε ό,τι αφορά τη δυναμικότητα, στη Χαλκιδική και την ανατολική Θεσσαλονίκη καταγράφονται περίπου 41.000 κλίνες σε ξενοδοχεία και 44.000 σε τουριστικά καταλύματα, ενώ οι κλίνες στη βραχυχρόνια μίσθωση ξεπερνούν τις 51.000.
«Η φετινή τουριστική περίοδος αποτυπώνει, έτσι, μια αγορά που εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλές πληρότητες στην αιχμή, αλλά λειτουργεί πλέον με διαφορετικούς κανόνες: μικρότερες διαμονές, περισσότερες κρατήσεις της τελευταίας στιγμής, μεγαλύτερη ευαισθησία στις τιμές και σαφώς περιορισμένη κατανάλωση. Την ίδια στιγμή, η επιμήκυνση της σεζόν και η ανάδειξη νέων αγορών, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την τουρκική, δημιουργούν ένα νέο ισοζύγιο για τις επιχειρήσεις του τουρισμού. Η φετινή σεζόν μπορεί να μη χαρίζει την «άνεση» του παρελθόντος, αλλά, όπως όλα δείχνουν, εξακολουθεί να κρατά τον πήχη σε ικανοποιητικό ύψος», τονίζει.
![]()
