Παράδοξες ειδήσεις, ευρηματικές διαφημίσεις και ιστορίες που σήμερα θα έμοιαζαν απίστευτες κρύβονται στις παλιές εφημερίδες και ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια μέσα από το βιβλίο του Θωμά Σιταρά «Και μη χειρότερα».
Ένας υποψήφιος της Σχολής Ευελπίδων στην Πάτρα κατήγγειλε για απάτη τη γυναίκα που του πούλησε ένα φυλαχτό, επειδή δεν πέρασε τις εξετάσεις. Ένα υποθηκοφυλακείο μεταφέρθηκε μέσα σε ένα ραφτάδικο, χωρίς ούτε μια πινακίδα στην είσοδο. Και μια γυναίκα δημοσίευσε στην εφημερίδα τις ευχαριστίες της προς έναν φωτογράφο, επειδή το πορτρέτο που της έβγαλε τη βοήθησε, όπως έλεγε, να παντρευτεί. Δεν πρόκειται για επινοήσεις κάποιου σατιρικού συγγραφέα, αλλά για περιστατικά, δημοσιεύματα και καταχωρίσεις που φιλοξενήθηκαν στις ελληνικές εφημερίδες περασμένων δεκαετιών.
Ιστορίες που σήμερα θα μπορούσαν να γίνουν αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πριν από έναν αιώνα όμως αποτελούσαν μέρος της καθημερινής ειδησεογραφίας, τότε που οι εφημερίδες δεν περιορίζονταν στις πολιτικές αντιπαραθέσεις και στα μεγάλα γεγονότα, αλλά αναζητούσαν με την ίδια επιμέλεια τα παράδοξα, τα ευτράπελα και τα «μαργαριτάρια» της ελληνικής κοινωνίας. Δίπλα στις ειδήσεις, οι διαφημίσεις και οι δημόσιες ευχαριστίες των αναγνωστών συμπλήρωναν την εικόνα της καθημερινής ζωής.
Αυτή την πλευρά της ιστορίας φωτίζει ο αθηναιογράφος και συγγραφέας Θωμάς Σιταράς στο νέο του βιβλίο «Και μη χειρότερα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bell. Μέσα από 330 ιστορίες, αποκόμματα και γελοιογραφίες, όπως αναφέρει ο ίδιος, ανασυνθέτει έναν κόσμο γεμάτο ανθρώπινες αδυναμίες, ευρηματικότητα, υπερβολές, αλλά και τρυφερότητα.
Μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, εξηγεί ότι δεν χρειάστηκε να καταφύγει σε λογοτεχνικές επινοήσεις για να προκαλέσει το γέλιο. «Λένε πως η σάτιρα ενέχει στοιχεία υπερβολής, χωρίς βεβαίως να απέχει της πραγματικότητας. Εδώ έχουμε μια σπάνια περίπτωση όπου η σάτιρα είναι η ίδια η πραγματικότητα».
Τα δώρα του μαραθωνοδρόμου
Το 1906, δέκα χρόνια μετά τον θρίαμβο του Σπύρου Λούη στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες, η προσμονή μιας ακόμη ελληνικής νίκης στον Μαραθώνιο είχε κινητοποιήσει καταστηματάρχες σε ολόκληρη την Αθήνα. Όπως κατέγραφε η εφημερίδα «Χρόνος», οι προσφορές προς τον υποψήφιο Έλληνα νικητή διαδέχονταν η μία την άλλη. Ένα καφενείο στα Λιόσια υποσχόταν δωρεάν πρωινό καφέ για έναν χρόνο. Ένα μαγειρείο στο Βατραχονήσι προσέφερε καθημερινά πατσά, ένα ξενοδοχείο της Ομόνοιας μεσημεριανό γεύμα και ένα μαστιχοπωλείο στα Πατήσια μία μαστίχα την ημέρα. Οι προσφορές δεν σταματούσαν εκεί. Ένα ζυθοπωλείο στη Γαργαρέττα υποσχόταν μπύρα πρωί και απόγευμα, ένα καπνοπωλείο στο Μεταξουργείο ένα πακέτο τσιγάρα καθημερινά, ένας κουρέας στο Θησείο δωρεάν περιποίηση και ένα ακόμη ζυθοπωλείο στην Κολοκυνθού την τελευταία μπύρα της ημέρας.
Το υποθηκοφυλακείο που κρυβόταν σε ένα ραφτάδικο
Το 1909, μια άλλη ιστορία που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καιροί» έφερνε στο προσκήνιο τις περιπέτειες της δημόσιας διοίκησης. Το υποθηκοφυλακείο, που μέχρι τότε στεγαζόταν σε χώρο της Εθνικής Τράπεζας, αναγκάστηκε να μεταφερθεί. Η νέα του στέγη, όμως, δεν ήταν κάποιο δημόσιο κτίριο ή οργανωμένο γραφείο, αλλά ένα ραφτάδικο στην οδό Μιλτιάδου. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η ασυνήθιστη επιλογή. Σύμφωνα με το δημοσίευμα της εποχής, το υποθηκοφυλακείο καταλάμβανε δύο ή τρία δωμάτια στο βάθος του καταστήματος, ενώ στην εξωτερική πόρτα δεν υπήρχε ούτε μία πινακίδα που να ενημερώνει τους πολίτες για την παρουσία της υπηρεσίας. «Έξω εις την πόρτα του ραφείου δεν υπάρχει, τουλάχιστον ούτε μία πινακίς», παρατηρούσε ο συντάκτης, περιγράφοντας μια δημόσια υπηρεσία που οι πολίτες έπρεπε πρώτα να ανακαλύψουν για να μπορέσουν να εξυπηρετηθούν. Το δημοσίευμα έκλεινε με την εξής αποστροφή: «Είμεθα οι αιώνιοι Ρωμηοί εις όλα μας».
Ανάμεσα στις παράδοξες ειδήσεις βρίσκεται και μια ανταπόκριση από την Πάτρα, στην εφημερίδα «Ασύρματος» το 1939, για έναν υποψήφιο της Σχολής Ευελπίδων, ο οποίος αναζήτησε τη βοήθεια ενός φυλαχτού για να πετύχει στις εισαγωγικές εξετάσεις. Σύμφωνα με το απόκομμα που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, ο νεαρός κατήγγειλε για απάτη μία γυναίκα, επειδή του είχε πουλήσει το φυλαχτό αντί 1.500 δραχμών. Η ανταπόκριση κατέληγε ως εξής: «Το φυλακτόν δεν έφερε ουδέν αποτέλεσμα».
Μια διαφορετική όψη της καθημερινότητας αποτυπώνεται και στις διαφημιστικές καταχωρίσεις. «ΕΥΡΕΘΗ ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΓΡΙΠΠΗΣ», ανακοίνωνε με κεφαλαία γράμματα μια διαφήμιση στην εφημερίδα «Έθνος» το 1930. Το κείμενο που ακολουθούσε αποκάλυπτε ότι το «φάρμακο» ήταν ψητά αρνιά, μπύρα ΦΙΞ και εκλεκτοί μεζέδες, που προσφέρονταν τις βραδινές ώρες σε μπαρ κοντά στον σταθμό Λαυρίου.
Στις σελίδες του παλιού Τύπου, οι αναγνώστες δημοσιοποιούσαν και τις ευχαριστίες τους για υπηρεσίες που θεωρούσαν καθοριστικές στη ζωή τους. Σε καταχώριση της εφημερίδας «Σφαίρα» το 1921, με τίτλο «Πώς κατόρθωσα και υπανδρεύθηκα», μια γυναίκα ανέφερε ότι, στα 40 της χρόνια, είχε πλέον χάσει κάθε ελπίδα ότι θα έβρισκε σύζυγο. Απέδιδε όμως την αλλαγή της τύχης της σε μια φωτογραφία που είχε βγάλει σε φωτογραφείο της οδού Αιόλου 188. «Χάρις εις μίαν αξιοθαύμαστον φωτογραφίαν», έγραφε, είχε αποκατασταθεί και ήταν πλέον ευτυχής. Για τον λόγο αυτό, δημοσίευε την ευγνωμοσύνη της προς τον φωτογράφο, τον οποίο χαρακτήριζε «δημιουργόν της ευτυχίας μου».
Ο «θησαυρός» στις ψηφιοποιημένες συλλογές παλαιών εφημερίδων της Βιβλιοθήκης της Βουλής
Για να συγκεντρώσει το υλικό του, ο συγγραφέας στράφηκε στις ψηφιοποιημένες συλλογές παλαιών εφημερίδων της Βιβλιοθήκης της Βουλής. «Η βιβλιοθήκη της Βουλής έχει κάνει μια σπουδαία δουλειά, που δεν είναι και τόσο γνωστή στο ευρύ κοινό. Ψηφιοποίησε όλες τις παλιές εφημερίδες από το 1830 μέχρι το 1940. Χιλιάδες σελίδες στο πιάτο του ερευνητή», αναφέρει.
Όπως εξηγεί, οι μεγάλες εφημερίδες της εποχής δεν περιορίζονταν στην καταγραφή των σημαντικών πολιτικών και κοινωνικών γεγονότων. Παρακολουθούσαν συστηματικά και τον επαρχιακό Τύπο, αναδημοσίευαν παράξενα περιστατικά και αφιέρωναν ειδικές στήλες στα γλωσσικά «μαργαριτάρια», στις φάρσες και στις απρόσμενες ιστορίες της καθημερινότητας. «Ήταν τα πρώτα που διάβαζαν οι αναγνώστες μόλις άνοιγαν την εφημερίδα τους», σημειώνει.
Πέρα από το χιούμορ, ωστόσο, το υλικό αυτό αποτελεί και μια διαφορετική μορφή ιστορικής μαρτυρίας, μέσα από τις μικρές στιγμές της καθημερινής ζωής. «Πέρα από το χιουμοριστικό περιεχόμενο, μπορεί να δει κανείς το πώς λειτουργούσε η Κοινωνία εκείνες τις εποχές και τι απασχολούσε την καθημερινότητα των ανθρώπων. Συναισθήματα, πάθη και συμπεριφορές που πιστέψτε με έχουν διαχρονικό χαρακτήρα. Λαογραφία και Κοινωνική Ιστορία στα καλύτερά της!».
Πίσω από την επιλογή των ιστοριών υπάρχει, σύμφωνα με τον δημιουργό του βιβλίου, και μια νοσταλγία για την εποχή κατά την οποία το χιούμορ κατείχε πιο κεντρική θέση στη δημόσια και κοινωνική ζωή. «Σε αντίθεση με τις παλιές εποχές, το χιούμορ σήμερα είναι είδος “εν ανεπαρκεία”, που λέει και η Αγορανομία», υποστηρίζει. Θυμάται τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, τις ελληνικές και ιταλικές κωμωδίες που γέμιζαν τις κινηματογραφικές αίθουσες, τις φάρσες της Πρωταπριλιάς και τις εφημερίδες που συναγωνίζονταν μεταξύ τους σε ευρηματικότητα.
«Τα παλιά χρόνια ο κόσμος γελούσε, γλεντούσε, αυτοσαρκαζόταν, σκάρωνε φάρσες… Η Πρωταπριλιά ήτανε “Εθνική Γιορτή”», αναφέρει. Και αν υπάρχει μια ευχή που συνοδεύει το «Και μη χειρότερα», αυτή δεν περιορίζεται στο να διασκεδάσει ο αναγνώστης. «Θα ήθελα με το νέο μου αυτό βιβλίο κάτι να αλλάξει. Να μπορέσουμε βρε αδερφέ να γελάσουμε αβίαστα. Ακόμα θα ευχόμουν το βιβλίο αυτό να συνεισφέρει στο να μην εξαφανιστούν τελείως τα “ωραία” μας εκείνης της εποχής».
Τις φωτογραφίες παραχώρησε ο συγγραφέας Θωμάς Σιταράς
![]()

