Δεν έχουμε στεγαστική «κρίση», λέει ο Βασίλης Αργυράκης για τα ενοίκια και τη βραχυχρόνια μίσθωση

Δεν έχουμε στεγαστική «κρίση», λέει ο Βασίλης Αργυράκης για τα ενοίκια και τη βραχυχρόνια μίσθωση

Δεν έχουμε στεγαστική «κρίση», υποστηρίζει ο Βασίλης Αργυράκης, τονίζοντας ότι η στεγαστική πίεση δεν είναι συγκυριακό φαινόμενο αλλά ένα διαχρονικό πρόβλημα που επανέρχεται σταθερά στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Προλαμβάνω τον καρκίνο του μαστού

Ο τίτλος «Ανεξέλεγκτες οι αυξήσεις στα ενοίκια» θα μπορούσε να ανήκει σε σημερινό φύλλο, όμως δημοσιεύτηκε στο πρωτοσέλιδο της «Καθημερινής» στις 4 Ιανουαρίου 1991.

Με αυτό το δεδομένο, ο συντάκτης θέτει το ερώτημα αν υπήρχε τότε κρίση, σε μια περίοδο με οικοδομικό οργασμό, φορείς εργατικής κατοικίας, στεγαστικά δάνεια από τις τράπεζες και χωρίς βραχυχρόνια μίσθωση, ή αν η ακριβή στέγη είναι τελικά ένα πρόβλημα που παραμένει σταθερό στον χρόνο.

Παράλληλα, σημειώνει ότι σε όλη την Ευρώπη από τη δεκαετία του ’70 και μετά καταγράφηκε συνεχής άνοδος στις τιμές πώλησης και στα ενοίκια, πολύ υψηλότερη από τον πληθωρισμό, ενώ η Ελλάδα αποτέλεσε «φωτεινή» εξαίρεση μόνο την περασμένη δεκαετία, όταν έπεσαν οι τιμές, έστω κι αν τότε δεν υπήρχε δουλειά ούτε για να πληρωθούν τα χαμηλά ενοίκια.

Γι’ αυτό, όπως αναφέρει, η χρήση του όρου «κρίση» είναι και λανθασμένη και αποπροσανατολιστική, επειδή δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για πρόσκαιρο πρόβλημα με εύκολη λύση, ενώ στην πραγματικότητα αφορά χρόνια δυσκολία πρόσβασης στη στέγη.

Το κράτος, σύμφωνα με το κείμενο, θεωρεί ως λύση τους περιορισμούς στις βραχυχρόνιες μισθώσεις και τα επιδόματα στέγης για συγκεκριμένες ομάδες, όμως όπου μπήκαν περιορισμοί δεν υπήρξε μείωση. Στη Βαρκελώνη, με απαγορεύσεις από το 2014 και μείωση των ακινήτων στη βραχυχρόνια μίσθωση κατά 50%, η σωρευτική αύξηση των ενοικίων έφτασε το 72%.

Τα επιδόματα, όπως υποστηρίζει, συνιστούν έμμεση παραδοχή ότι οι τιμές δεν πρόκειται να πέσουν, ενώ η συνεχής επένδυση κεφαλαίων σε γη και στέγη δείχνει πως η άνοδος των τιμών θα συνεχιστεί, σε ρυθμούς πολλαπλάσιους του πληθωρισμού.

Στις 9/9/2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όρισε τους εκπροσώπους για την επιτροπή σχεδιασμού και έθεσε σε διαβούλευση την Πολιτική για «Προσιτή Στέγη», αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ότι υπάρχει διαχρονικό πρόβλημα πρόσβασης ενός μέρους της κοινωνίας σε προσιτά ενοίκια ή δάνεια για σπίτια.

Ο ίδιος αναφέρει ότι, εκπροσωπώντας την Ελλάδα σε μία από τις επιτροπές που θα δώσουν στοιχεία για τη διαμόρφωση της πολιτικής προσιτής στέγης, διαπίστωσε πως κανείς δεν χρησιμοποιεί τον όρο «κρίση» και πως όλες οι χώρες προσέρχονται με έρευνες και δεδομένα, χωρίς η βραχυχρόνια μίσθωση να βρίσκεται στο επίκεντρο.

Προτεραιότητα, όπως λέει, έχουν ζητήματα διαχείρισης, όπως στην Ολλανδία, όπου στις περισσότερες περιοχές δεν μπορούν να μπουν άμεσα νέα ακίνητα στην αγορά, επειδή υπάρχει αναμονή ενός χρόνου για σύνδεση στο ηλεκτρικό δίκτυο, κάτι που του θύμισε τις παλιές αναμονές για γραμμή στον ΟΤΕ.

Την ίδια ώρα, επισημαίνει ότι η αύξηση του πληθυσμού και των μεταναστευτικών κυμάτων, η επενδυτικοποίηση των ακινήτων, τα κλειστά ακίνητα που αντιστοιχούν στο 20% του οικιστικού αποθέματος της Ευρώπης και η έλλειψη χώρου είναι τα βασικά ζητήματα που χρειάζονται αντιμετώπιση.

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με το κείμενο, η δημόσια συζήτηση στράφηκε στο αφήγημα περί κρίσης και στους «εύκολους» ενόχους, δηλαδή το «Airbnb» και τους «Ξένους που μας παίρνουν τα σπίτια», χωρίς όμως να παρουσιάζονται στοιχεία που να στηρίζουν αυτή τη θέση.

Αντί να εξετάζονται παράγοντες όπως η αναθέρμανση της οικονομίας, ο πληθωρισμός και τα κλειστά ακίνητα, κυριαρχεί το αφήγημα ότι «γέμισε το Κουκάκι με κλειδοθήκες» και ότι «επενδυτές τρίτων χωρών έχουν πάρει την μισή Ομόνοια».

Παράλληλα, κανείς δεν ζητά από τις τράπεζες, τους διαχειριστές δανείων και το Ελληνικό Δημόσιο να δημοσιοποιήσουν στοιχεία, όπως τον αριθμό των ακινήτων που έχουν στην κατοχή τους και το σχέδιο που έχουν για να επιστρέψουν αυτά τα ακίνητα στην αγορά.

Ούτε, όπως αναφέρει, ελέγχονται οι φορείς του Δημοσίου που έχουν ως μονόδρομο την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας μέσω μετατροπών κτηρίων του κέντρου σε ξενοδοχεία.

Οι εκπρόσωποι αυτών των φορέων αποφεύγουν να σχολιάσουν οτιδήποτε, αφήνοντας τους προβολείς στραμμένους στη βραχυχρόνια μίσθωση.

Έτσι, καταλήγει, επιλέγεται ξανά ο εύκολος δρόμος της στοχοποίησης ενός κλάδου που συνεισφέρει πλέον πάνω από 1 δισ. ευρώ σε φορολογικά έσοδα, την ώρα που δεν διαμορφώνονται μακροχρόνιες πολιτικές για προσιτή στέγη, δεν μειώνεται η γραφειοκρατία και δεν ενθαρρύνονται οι φορείς που έχουν δεκάδες χιλιάδες ακίνητα να τα διαθέσουν στην αγορά.

Ο Βασίλης Αργυράκης αναρωτιέται ποιον κατηγορούσε το κράτος και η κοινή γνώμη το 1991, αλλά και σε όλες τις προηγούμενες και επόμενες δεκαετίες, για τις ανεξέλεγκτες αυξήσεις στα ενοίκια.

Επίσης, διερωτάται ποιες λύσεις προτάθηκαν τότε και γιατί δεν λειτούργησαν, αν χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία ή απλώς βρέθηκε ένα εξιλαστήριο θύμα και μοιράστηκαν επιδόματα, καθώς και γιατί οι τιμές των ακινήτων και των ενοικίων το 2017 έπεφταν, ενώ τα ακίνητα στη βραχυχρόνια μίσθωση είχαν φτάσει περίπου στον ίδιο αριθμό που έχουν και σήμερα, το 2026.

Loading

Play