Στη Θεσσαλονίκη, στους διαδρόμους της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής, η Ελπινίκη Μανάβη ζει καθημερινά μακριά από τον τόπο της, τη Λέσβο. Στα 16 της χρόνια, η ζωή της έχει μεταφερθεί από τα χωράφια και τα ζώα της οικογένειας σε αίθουσες διδασκαλίας, εργαστήρια και ομίλους πρακτικής εκπαίδευσης. Κι όμως, η καρδιά της και τα όνειρά της παραμένουν εκεί που μεγάλωσε, στη Στύψη, ανάμεσα στα πρόβατα, τις ελιές και την οικογενειακή μονάδα.
Η Ελπινίκη Μανάβη μεγάλωσε στη Στύψη της Λέσβου μέσα στα χωράφια και δίπλα στα ζώα. «Κατάγομαι από αγροτική οικογένεια. Οι γονείς μου είναι κτηνοτρόφοι. Έχουμε μια μονάδα προβάτων και ασχολούμαστε επίσης με τις ελιές», λέει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η μαθήτρια από το ημιορεινό χωριό της Λέσβου, που αφηγείται με νοσταλγία τη ζωή στο νησί.
Την ώρα που τα περισσότερα παιδιά στην ηλικία της κάνουν όνειρα για σπουδές και δουλειά σε μια μεγαλούπολη, η ίδια ονειρεύεται την επιστροφή στον τόπο της, ώστε να επενδύσει στη γη και να φέρει την παράδοση στο σήμερα, μέσω του αγροτουρισμού. «Υπάρχουν πολλά παιδιά που δεν σκέφτονται ποτέ την προοπτική να μείνουν στον τόπο τους. Εγώ όμως που έχω ζήσει και στην περιφέρεια, δεν σκέφτομαι να φύγω.» Η επιλογή της είναι συνειδητή και συνδέεται με όνειρα για τον τόπο της και τη ζωή στη φύση. Άλλωστε, από πολύ μικρή, όπως λέει, συμμετείχε ενεργά στη ζωή της οικογένειας: «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ήμουν δίπλα στους γονείς μου. Με πήγαιναν παντού…», αφηγείται.
Η απόφαση να φύγει για σπουδές ήταν δύσκολη, καθώς οι γονείς της αρχικά ήταν διστακτικοί, αφού θα έπρεπε σε μικρή ηλικία να φύγει μακριά τους και να έρθει στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να φοιτήσει στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή, να αποκτήσει τα κατάλληλα εφόδια και να δώσει «σάρκα και οστά» στα όνειρά της.
Η αρχή στη Θεσσαλονίκη δεν ήταν εύκολη. Η πιο δύσκολη στιγμή για την Ελπινίκη ήταν όταν για πρώτη φορά έπρεπε να μείνει μόνη χωρίς την οικογενειακή παρουσία: «Η πιο δύσκολη στιγμή που έχω περάσει εδώ ήταν όταν ήρθα στην αρχή, που με άφησε ο μπαμπάς μου… ήταν εκεί που μου κόβονταν τα πόδια. Όμως το κράτησα. Δεν σταμάτησα να προσπαθώ». Η στήριξη των καθηγητών, αλλά και των γυναικών στο οικοτροφείο, ήταν καθοριστική: «Ιδίως η κυρία Σοφία, πάντα ήταν δίπλα μου. Όποτε με έβλεπε να κλαίω, να στεναχωριέμαι, με ρωτούσε και με βοηθούσε πολύ». Αυτή η ζεστή αγκαλιά που βρήκε από τους ανθρώπους της σχολής, έδωσε στην Ελπινίκη δύναμη να συνεχίσει και να αξιοποιήσει στο έπακρο τις ευκαιρίες που προσφέρει η εκπαιδευτική διαδικασία εκεί.
Η εμπειρία στη σχολή δεν της έδωσε μόνο γνώσεις, αλλά και όραμα. «Όταν ήρθα εδώ, ήξερα ελάχιστα πράγματα. Τώρα, όσο μαθαίνω, συμμετέχω σε ομίλους, σε προγράμματα, σε όσα περισσότερα μπορώ… γεμίζω γνώσεις». Η πρακτική μάθηση την ενέπνευσε να σχεδιάσει την επιστροφή στη Λέσβο με συγκεκριμένα σχέδια και στόχους.
Η Ελπινίκη σχεδιάζει να φέρει τη γνώση που αποκτά στη σχολή πίσω στη Λέσβο, με στόχο τη δημιουργία ξενώνων και χώρων όπου οι επισκέπτες θα ζουν, θα μαθαίνουν και θα έρχονται σε επαφή με τη γη, τα ζώα και την παράδοση: «Το σχέδιο που έχω τώρα στο μυαλό μου είναι να φτιάξω ένα μέρος με ξενώνες και να συνδυάσω τη μάθηση… να δείξω τα όμορφα σημεία που έχει το χωριό μου, τα ήθη, τα έθιμα». Η παράδοση είναι κεντρική επιλογή της: «Θέλω να το κάνω όσο πιο παραδοσιακό γίνεται… να διατηρήσω την παράδοση, να κάνω κάτι διαφορετικό». Παράλληλα, η Ελπινίκη επιδιώκει να ενισχύσει τοπικές δομές, συνεταιρισμούς και επιχειρήσεις: «Να δείξω όλο αυτό τον τρόπο ζωής… είμαστε από το πρωί μέχρι το βράδυ εκεί, δουλεύουμε… θέλω να περάσω την αγάπη που έχω για τον αγροτικό τομέα στον κόσμο». Στα μόλις 16 της, η καρδιά της είναι βαθιά ριζωμένη στη γη του τόπου της, ενώ τα όνειρά της ανθίζουν στο μέλλον που σχεδιάζει να χτίσει με τα χέρια της.
![]()
