Η πρόσφατη αξιολόγηση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και οι συζητήσεις που διεξήχθησαν στη Λευκωσία, φέρνουν στο προσκήνιο μια κρίσιμη συγκυρία για την ευρωπαϊκή αλιεία και τις παράκτιες κοινωνίες. Στις εργασίες συμμετείχαμε με τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτη Σχοινά, και αναδείχθηκε η ανάγκη να προστατευτούν οι αγρότες και οι αλιείς μας από τις διαδοχικές κρίσεις. Οι κρίσεις αυτές απαιτούν γρήγορα αντανακλαστικά και έμφαση στην πρόληψη.
Η εικόνα είναι μικτή: υπάρχει πρόοδος στη μείωση της υπεραλίευσης και στην ενίσχυση της επιστημονικής τεκμηρίωσης, αλλά η ανάκαμψη πολλών ιχθυαποθεμάτων είναι πιο αργή από το αναμενόμενο. Οι αλιείς συνεχίζουν να πιέζονται από αυξημένα κόστη και περιορισμένη ελκυστικότητα του επαγγέλματος.
Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στην εφαρμογή της πολιτικής. Η καλύτερη πολιτική χάνει την αξία της αν δεν εφαρμόζεται με συνέπεια. Στη Μεσόγειο, καμία χώρα δεν μπορεί να πετύχει μόνη της, καθώς οι πιέσεις και οι δραστηριότητες δεν γνωρίζουν εθνικά σύνορα.
Για την Ελλάδα, η μικρή παράκτια αλιεία είναι κομβική για την κοινωνική συνοχή και την τοπική οικονομία. Το 80% των αλιέων δραστηριοποιείται σε αυτόν τον τομέα, και οι ευρωπαϊκές πολιτικές πρέπει να είναι εφαρμόσιμες χωρίς να δημιουργούν διοικητικά βάρη. Η προστασία πρέπει να είναι πιο έξυπνη και αποτελεσματική, με βάση την επιστημονική τεκμηρίωση.
Η υδατοκαλλιέργεια αποτελεί στρατηγικό τομέα για την Ελλάδα και την Ευρώπη, με δυνατότητες που δεν έχουν ακόμη αξιοποιηθεί πλήρως. Η βιώσιμη ανάπτυξή της μπορεί να συμβάλει στην επισιτιστική επάρκεια και την ανάπτυξη τοπικών οικονομιών. Η συζήτηση για την Κοινή Αλιευτική Πολιτική είναι κρίσιμη για το μέλλον της Μεσογείου, και η Ελλάδα απαιτεί μια πολιτική πιο ισχυρή και αποτελεσματική.
![]()

