Η Λατινοπούλου δεν πολεμάει το σύστημα. Το κάνει πιο βρόμικο.

Η Λατινοπούλου δεν πολεμάει το σύστημα. Το κάνει πιο βρόμικο.

Όταν ένας πολιτικός βγαίνει στα κανάλια και επιμένει να χρησιμοποιεί υποτιμητικούς όρους για τους Ρομά, δεν «μιλάει λαϊκά». Δεν «λέει τα πράγματα με το όνομά τους». Κανονικοποιεί τον ρατσισμό.

Και το κάνει με τον πιο φτηνό τρόπο, πατώντας πάνω σε μια κοινότητα που εδώ και χρόνια ζει με αποκλεισμό, στερεότυπα και κρατική εγκατάλειψη. Αντί η συζήτηση να πάει στις αιτίες στην παιδεία, στην ένταξη, στην εργασία, στις ευθύνες του κράτους, μεταφέρεται σε μια λέξη που κουβαλά περιφρόνηση.

Αν υπάρχει παραβατικότητα, να ερευνηθεί. Αν υπάρχουν κυκλώματα, να αποκαλυφθούν. Αν υπάρχουν ευθύνες, να αποδοθούν. Με ονόματα, στοιχεία και Δικαιοσύνη. Όχι με φυλετικά τσουβάλια.

Εκεί ακριβώς πατά η ακροδεξιά. Παίρνει υπαρκτά προβλήματα και, αντί να δείξει τις αιτίες, δείχνει έναν εύκολο εχθρό. Σήμερα τους Ρομά, χθες τους πρόσφυγες, αύριο όποιον περισσεύει από τη βιτρίνα της «κανονικότητάς» της.

Η Λατινοπούλου παίζει αυτό το παιχνίδι με πλήρη πολιτική συνείδηση. Παίρνει μια λέξη που στάζει περιφρόνηση, τη ρίχνει στα κανάλια και περιμένει να γίνει θόρυβος. Ο θόρυβος φέρνει προβολή. Η προβολή φέρνει κοινό. Και το κοινό, όταν ταΐζεται συστηματικά με φόβο και προκατάληψη, μετατρέπεται σε δεξαμενή ψήφων.

Αυτός είναι ο πραγματικός μηχανισμός, ο ρατσισμός γίνεται επικοινωνιακό εργαλείο. Λίγη στοχοποίηση, λίγη τηλεοπτική ένταση, λίγη δήθεν αντισυστημική πόζα και στο τέλος μια ολόκληρη κοινότητα γίνεται εκλογικό καύσιμο.

Η Λατινοπούλου παρουσιάζεται ως φωνή που «τα λέει έξω από τα δόντια». Στην πραγματικότητα, δείχνει τους πιο αδύναμους για να μη μιλήσει για τις πραγματικές ευθύνες. Και αυτό είναι η πιο παλιά συνταγή της ακροδεξιάς: φόβος, εχθρός, ψήφος.

Loading

Play