Η δημόσια αναφορά της Ντόρας Μπακογιάννη σε υπουργούς που έχουν επιδείξει αλαζονική συμπεριφορά και «πρέπει να ξεκαβαλικέψουν» δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια τυχαία ή δευτερεύουσα πολιτική παρατήρηση.
Μπορεί να μην κατονομάστηκαν πρόσωπα, ωστόσο το περιεχόμενο της παρέμβασης αγγίζει ένα ευρύτερο ζήτημα: τη συμπεριφορά κυβερνητικών στελεχών και την εικόνα που αυτή δημιουργεί για το σύνολο της κυβέρνησης.
Η αλαζονεία στην άσκηση της εξουσίας δεν αποτελεί απλώς επικοινωνιακό πρόβλημα. Όταν εκδηλώνεται μέσα από δημόσιες τοποθετήσεις, απαξιωτικό λόγο ή την αίσθηση ότι η πολιτική ισχύς απαλλάσσει από την υποχρέωση λογοδοσίας, μετατρέπεται σε ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα.
Και σε αυτή την περίπτωση η ευθύνη δεν περιορίζεται στα πρόσωπα που προκαλούν τις αντιδράσεις.
Η τελική πολιτική ευθύνη για τη λειτουργία και τη δημόσια συμπεριφορά του υπουργικού συμβουλίου ανήκει στον πρωθυπουργό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι εκείνος που επιλέγει τους υπουργούς, αξιολογεί την παρουσία τους και αποφασίζει αν συμπεριφορές που προκαλούν πολιτική φθορά είναι ανεκτές ή απαιτούν παρέμβαση.
Αυτό ακριβώς καθιστά την τοποθέτηση της Ντόρας Μπακογιάννη πολιτικά σημαντική. Δεν αφορά μόνο συγκεκριμένους υπουργούς. Θέτει εμμέσως το ερώτημα αν στο εσωτερικό της κυβέρνησης έχουν διαμορφωθεί συμπεριφορές που θεωρούνται πλέον προβληματικές ακόμη και από στελέχη με μακρά διαδρομή στη Νέα Δημοκρατία.
Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι ποιοι αναγνώρισαν τον εαυτό τους στην αναφορά περί αλαζονείας.
Το κρίσιμο είναι αν το Μέγαρο Μαξίμου αναγνωρίζει ότι υπάρχει πρόβλημα.
Γιατί όταν τέτοιες συμπεριφορές επαναλαμβάνονται χωρίς πολιτικό κόστος ή σαφή αποδοκιμασία, η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους υπουργούς.
Αφορά και εκείνον που τους διατηρεί στις θέσεις τους.
![]()
