Τη δυνατότητα παραγωγής σημαντικών ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας από την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών στις στέγες των 27 πρωτευουσών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξετάζει νέα επιστημονική μελέτη, στην οποία συμμετέχουν ερευνητές του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Για την Αθήνα, η δυνητική ετήσια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας υπολογίζεται σε περίπου 1,8 τεραβατώρες (TWh).
Σύμφωνα με ενημέρωση που δημοσίευσε το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η μελέτη δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Energy του εκδοτικού οίκου Elsevier και αναπτύσσει ένα ενιαίο πλαίσιο αξιολόγησης του δυναμικού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά συστήματα στις στέγες των 27 πρωτευουσών της ΕΕ.
Ειδικότερα, για την Αθήνα, η κατάλληλη επιφάνεια στεγών για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών εκτιμάται σε περίπου 24,5 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ενώ η δυνητική ετήσια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας υπολογίζεται σε περίπου 1,8 τεραβατώρες (TWh). Η αντίστοιχη εκτίμηση για τις εκπομπές που θα μπορούσαν να αποφευχθούν ανέρχεται σε περίπου 512.000 τόνους ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα ετησίως. Τα δυνητικά ετήσια οικονομικά έσοδα υπολογίζονται σε 117,39 εκατ. ευρώ.
Μεταξύ των υπόλοιπων ευρωπαϊκών πρωτευουσών, το Παρίσι εμφανίζει τη μεγαλύτερη δυνητική ετήσια παραγωγή, με περίπου 3,81 TWh, ενώ το Βερολίνο και η Βουδαπέστη ακολουθούν με περίπου 2,55 TWh η καθεμία. Συνολικά, η εκτιμώμενη ετήσια παραγωγική δυνατότητα των εξεταζόμενων πρωτευουσών κυμαίνεται από 0,2 έως 3,8 TWh.
Σύμφωνα με τα ευρήματα που παρουσιάζονται στο γράφημα της επιστημονικής δημοσίευσης, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που θα μπορούσαν να αποφευχθούν φτάνουν έως περίπου 1 εκατομμύριο τόνους ισοδύναμου CO₂ ετησίως, ενώ τα καθαρά οικονομικά έσοδα ενδέχεται να υπερβούν τα 330 εκατ. ευρώ, με βάση τις τρέχουσες τιμές αγοράς.
Η ανάλυση συνδυάζει 16 χρόνια ατμοσφαιρικών δεδομένων, για την περίοδο 2008-2023, δορυφορικές πληροφορίες από τις υπηρεσίες Copernicus, δεδομένα αστικού ιστού και προσομοιώσεις φωτοβολταϊκών συστημάτων μέσω του μοντέλου PVGIS.
Στη μεθοδολογία λαμβάνονται υπόψη τρεις παράγοντες που επηρεάζουν την ηλιακή ακτινοβολία και, κατ’ επέκταση, την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας: η νέφωση, η παρουσία αερολυμάτων στην ατμόσφαιρα και η σκίαση από τα γειτονικά κτίρια και τα χαρακτηριστικά του αστικού περιβάλλοντος.
Η μελέτη υπολογίζει επίσης τον δείκτη ενεργειακής αυτονομίας, ο οποίος συγκρίνει τη δυνητική παραγωγή φωτοβολταϊκής ενέργειας με την ηλεκτρική κατανάλωση. Ενδεικτικά, στο Λουξεμβούργο ο συγκεκριμένος δείκτης φτάνει το 180%, δηλαδή η δυνητική παραγωγή από τα φωτοβολταϊκά στις στέγες υπερβαίνει την ηλεκτρική ζήτηση που χρησιμοποιείται στον σχετικό υπολογισμό.
Όπως επισημαίνεται στην ενημέρωση του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, ακόμη και με εκτεταμένη αξιοποίηση των διαθέσιμων στεγών, τα φωτοβολταϊκά δεν επαρκούν από μόνα τους για να καλύψουν το σύνολο των αναγκών μιας πόλης σε ηλεκτρική ενέργεια. Για τον λόγο αυτό αναδεικνύεται η σημασία της αποθήκευσης ενέργειας, της ευελιξίας των ηλεκτρικών δικτύων και του συνδυασμού διαφορετικών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Η επιστημονική εργασία έχει τίτλο «Unified framework for the assessment of rooftop solar PV electricity generation potential in EU-27» και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Energy, τόμος 367 (2026), με αριθμό άρθρου 143010.
Η δημοσίευση είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο του εκδοτικού οίκου Elsevier:
https://doi.org/10.1016/j.energy.2026.143010
*Η φωτογραφία παραχωρήθηκε από το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών
![]()
