Η Σερβία και η επιστροφή της κοινωνίας στην πολιτική: τι δείχνει η εκλογική ανατροπή

Η Σερβία και η επιστροφή της κοινωνίας στην πολιτική: τι δείχνει η εκλογική ανατροπή

Η εκλογική ανατροπή στη Σερβία δείχνει τη δύναμη της συμμετοχής και θέτει ένα σαφές ερώτημα για τα σύγχρονα κόμματα: μπορούν να εκφράσουν τις κοινωνικές ανάγκες ή μένουν στη διαχείριση της εικόνας τους;

Οι εκλογές στη Σερβία φέρνουν στην επιφάνεια ένα φαινόμενο που ξεπερνά τα όρια της χώρας: τη δυνατότητα της νέας γενιάς να μετατρέπει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε πολιτική κινητοποίηση και, τελικά, σε εκλογικό αποτέλεσμα. Η επικράτηση της Φοιτητικής Λίστας απέναντι στο πολιτικό σύστημα που κυριάρχησε επί δεκατέσσερα χρόνια δεν ήρθε ξαφνικά. Προέκυψε από συλλογική οργάνωση, κοινωνικές συμμαχίες και αμφισβήτηση της λειτουργίας των θεσμών. Στις εκλογές της 25ης Οκτωβρίου, η συμμετοχή έφτασε σχεδόν το 70%, το υψηλότερο επίπεδο από το 1992. Το στοιχείο αυτό καταγράφει μια ισχυρή κινητοποίηση πέρα από τους παραδοσιακούς κομματικούς συσχετισμούς. Οι φοιτητές δεν έμειναν στη διαμαρτυρία. Έστησαν δίκτυα, ενεργοποίησαν κοινωνικές ομάδες και συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας διαφορετικής πολιτικής εκπροσώπησης. Αυτή είναι η ουσία της πολιτικής κινητοποίησης: η μετατροπή της ατομικής δυσαρέσκειας σε συλλογική δράση με πολιτικό αποτέλεσμα.

Η εξέλιξη αυτή αμφισβητεί μια διαδεδομένη αντίληψη, ότι οι νέοι απομακρύνονται από την πολιτική επειδή δεν ενδιαφέρονται. Η απόσταση από τα κόμματα δεν σημαίνει απαραίτητα πολιτική αδιαφορία. Συχνά εκφράζει δυσπιστία απέναντι σε μηχανισμούς εκπροσώπησης που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους. Ζητήματα όπως η οικονομική ανασφάλεια, η εργασία, η στέγαση, η αξιοκρατία και η κοινωνική δικαιοσύνη παραμένουν κεντρικά. Το ερώτημα είναι ποιος μπορεί να τους δώσει ουσιαστική πολιτική έκφραση. Εκεί βρίσκεται και το πιο ουσιαστικό δίδαγμα για την πολιτική επικοινωνία. Για χρόνια, μεγάλο μέρος της πολιτικής στρατηγικής επικεντρώθηκε στην εικόνα του ηγέτη, στις δημοσκοπήσεις, στην τηλεοπτική παρουσία και, πλέον, στην επιρροή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όμως, η αποτελεσματική προβολή ενός πολιτικού μηνύματος δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτό απαντά στις κοινωνικές ανάγκες.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της σερβικής εμπειρίας είναι η απόσταση ανάμεσα σε ορισμένες προεκλογικές εκτιμήσεις και στο εκλογικό αποτέλεσμα. Οι δημοσκοπήσεις κατέγραφαν ανταγωνιστικό πολιτικό συσχετισμό, με διαφορετικές εκτιμήσεις για την έκταση της υποστήριξης της Φοιτητικής Λίστας. Η αυξημένη συμμετοχή θυμίζει ότι οι εκλογές δεν κρίνεται μόνο από τη μετακίνηση ψηφοφόρων ανάμεσα στα υπάρχοντα κόμματα. Σημασία έχει και η ενεργοποίηση πολιτών που στο παρελθόν απείχαν ή δεν ένιωθαν ότι εκπροσωπούνται. Αυτό είναι κρίσιμη παράμετρος για την ανάλυση της εκλογικής συμπεριφοράς. Οι παραδοσιακές κομματικές ταυτίσεις εξακολουθούν να μετρούν, όμως δεν εξηγούν πάντα τις νέες μορφές κοινωνικής κινητοποίησης, ιδιαίτερα όταν αναδύονται ζητήματα που ξεπερνούν τις καθιερωμένες πολιτικές διαιρέσεις.

Για τα κόμματα, επομένως, η μελέτη της κοινής γνώμης δεν μπορεί να περιορίζεται στην πρόθεση ψήφου ή στη δημοφιλία των πολιτικών προσώπων. Χρειάζεται να εξετάζει πιο βαθιά τη σχέση των πολιτών με τους θεσμούς, τους λόγους της πολιτικής αποστασιοποίησης, τα ζητήματα που δημιουργούν συλλογικές ταυτίσεις και τις νέες μορφές συμμετοχής.

Η περίπτωση της Σερβίας έχει σημασία πολύ πέρα από τα σύνορά της. Σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες εμφανίζονται δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, απογοήτευση από την πολιτική και αμφισβήτηση της δυνατότητας των πολιτών να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Η απάντηση σε αυτά τα φαινόμενα δεν μπορεί να περιορίζεται σε περισσότερη επικοινωνία ή σε πιο αποτελεσματικές προεκλογικές καμπάνιες. Χρειάζονται θεσμοί και πολιτικές οργανώσεις που να ακούν, να ανταποκρίνονται και να δημιουργούν ουσιαστικές δυνατότητες συμμετοχής. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ζήτημα για το μέλλον των πολιτικών κομμάτων: πώς θα περάσουν από την επικοινωνία με τους πολίτες στη συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση της πολιτικής. Δεν πρόκειται για κατάργηση της πολιτικής εκπροσώπησης, αλλά για ανάγκη ανανέωσής της. Τα κόμματα εξακολουθούν να είναι βασικοί θεσμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η κοινωνική τους νομιμοποίηση, όμως, συνδέεται και με την ικανότητά τους να εκφράζουν τις μεταβαλλόμενες ανάγκες της κοινωνίας και να διατηρούν ουσιαστική επαφή μαζί της.

Αυτό απαιτεί τρεις βασικές αλλαγές.

Πρώτον, συστηματική κατανόηση των κοινωνικών αιτημάτων, πέρα από τις μετρήσεις πρόθεσης ψήφου. Τα κόμματα χρειάζεται να γνωρίζουν όχι μόνο ποιος τα στηρίζει, αλλά και γιατί σημαντικά τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται ότι δεν εκπροσωπούνται.

Δεύτερον, μετατροπή των αιτημάτων σε συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις. Η αναφορά στην αξιοκρατία, τη διαφάνεια ή στις ευκαιρίες για τους νέους αποκτά περιεχόμενο όταν συνοδεύεται από εφαρμόσιμες δεσμεύσεις και θεσμική λογοδοσία.

Τρίτον, δημιουργία πραγματικών δυνατοτήτων συμμετοχής. Οι νέοι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως εκλογικό ακροατήριο ή ως αποδέκτες ψηφιακών εκστρατειών. Χρειάζονται διαδικασίες μέσα από τις οποίες οι απόψεις τους επηρεάζουν τις πολιτικές αποφάσεις.

Η περίπτωση της Σερβίας αναδεικνύει επίσης τη σημασία της πολιτικής αποτελεσματικότητας: της πεποίθησης ότι η συμμετοχή μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις και ότι η δημοκρατία παράγει αποτελέσματα, όχι μόνο γενικόλογες διακηρύξεις. Το ουσιαστικό ζητούμενο για τα κόμματα είναι να περάσουν από την επικοινωνία με τους πολίτες στη συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση της πολιτικής. Γιατί η πολιτική αλλάζει όταν η κοινωνία παύει να είναι θεατής και γίνεται πρωταγωνιστής.

* Ο Νίκος Σ. Παναγιώτου είναι καθηγητής και διευθυντής του Εργαστήριου Ειρηνευτικής Δημοσιογραφίας στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ.

Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Ιδέες και Απόψεις» δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι του Πρακτορείου.

Loading

Play