Το πλοίο με το οποίο ταξίδευε ο Οδυσσέας στην «Οδύσσεια» του Νόλαν δεν είναι μυκηναϊκό, αλλά το Draken Harald Hårfagre, ένα πλοίο των Βίκινγκς. Πρόκειται για σύγχρονο λειτουργικό αντίγραφο Viking longship, που επιλέχθηκε επειδή ήταν αξιόπλοο ξύλινο σκάφος για γυρίσματα στην ανοιχτή θάλασσα και όχι επειδή αντιστοιχούσε ιστορικά στα πλοία της εποχής του Οδυσσέα.
Δύο χιλιετίες χωρίζουν αυτές τις δύο κατηγορίες πλοίων. Ποιες είναι οι διαφορές στη ναυπηγική φιλοσοφία τους και πώς προσαρμόστηκαν στις θάλασσες όπου ταξίδευαν;
Πώς σκεφτόταν ο Βίκινγκ και πώς ο Μυκηναίος ναυπηγός;
Ο Μυκηναίος ναυδόμος, δηλαδή ο ναυπηγός, στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, από τον 16ο έως τον 11ο αιώνα π.Χ., κατασκεύαζε πλοία χωρίς καρφιά και μεταλλικούς συνδέσμους, για να ταξιδεύει συχνά στο Αιγαίο και να περιπλέει τη νοτιοανατολική Μεσόγειο από την Αίγυπτο ως τη Φοινίκη, επιστρέφοντας με χαλκό από την Κύπρο, εξωτικά αγαθά, χρυσό και πολύτιμες πρώτες ύλες. Ο Βίκινγκ καραβομαραγκός, δύο χιλιετίες αργότερα, στην Εποχή του Σιδήρου, από τον 8ο έως τον 11ο αιώνα μ.Χ., ναυπηγούσε πολεμικά πλοία δεμένα με καρφιά και μεταλλικούς συνδέσμους για τις ακτές της Βόρειας θάλασσας και του Ατλαντικού, για επιδρομές, εξερεύνηση και μεταφορές.
Τα πλοία αυτά είχαν βασικές διαφορές στη ναυπήγησή τους, αλλά και χαρακτηριστικές ομοιότητες. Και τα δύο χτίζονταν χωρίς αρχικό σκελετό από στραβόξυλα, με τη λογική «το κέλυφος πρώτα». Οι ναυπηγοί τα έκτιζαν σανίδα σανίδα από την καρίνα προς τα πάνω και στη συνέχεια τοποθετούσαν στο εσωτερικό ενισχύσεις, τα στραβόξυλα, ώστε να εξασφαλίσουν την καλύτερη συνοχή των σανίδων του σκάφους.
Οι καραβομαραγκοί των Βίκινγκς, με τα εξελιγμένα σιδερένια εργαλεία τους, μπορούσαν να κόβουν λεπτές δρύινες σανίδες για ελαφρά σκαριά. Τις τοποθετούσαν ώστε να επικαλύπτουν η μία την άλλη, με την τεχνική κλίνκερ, και τις κάρφωναν με μεταλλικούς συνδέσμους. Για τα ωκεάνια ταξίδια τους χρειάζονταν κέλυφος ελαστικό στις καταπονήσεις των μεγάλων κυμάτων και ταυτόχρονα ανθεκτικό, με μικρό βύθισμα για να προσεγγίζουν ρηχές ακτές και ποτάμια.
Αντίθετα, οι Μυκηναίοι με μπρούτζινα εργαλεία έκοβαν παχύτερες σανίδες από κωνοφόρα, ώστε να ανοίγουν ορθογώνιες τρύπες στις πλευρές τους, τις συνέδεαν παράλληλα με σφήνες, τους τόρμους, και τις ασφάλιζαν με ξύλινα καρφιά. Η τεχνική της εντόρμωσης ήταν χρονοβόρα και σύνθετη, αλλά έδινε συμπαγή και στεγανά σκαριά. Αντικαταστάθηκε από τη ναυπήγηση με αρχικό σκελετό, όταν καταργήθηκε η δουλεία.
Για να είναι ελαφρά και άρα γρήγορα, τα μυκηναϊκά πλοία ήταν άφρακτα. Δεν είχαν ενιαίο κατάστρωμα, παρά μόνο στην πλώρη και στην πρύμνη, ενώ η ζώνη των κωπηλατών ήταν ανοιχτή και πιθανότατα καλυπτόταν με δέρματα για προστασία από τα κύματα και τους πειρατές. Αντίθετα, τα πλοία των Βίκινγκς, φτιαγμένα για μακροχρόνια και δύσκολη χειμερινή διαβίωση στη θάλασσα και κοντά σε αφιλόξενες ακτές, είχαν ενιαίο κατάστρωμα με κινητές τάβλες που δημιουργούσε και εσωτερικό χώρο.
Σχεδιασμός ποντοπόρων πλοίων για δεινούς πλόες στη Μεσόγειο και στον ωκεανό
Μεγάλο πρόβλημα και στις δύο εποχές ήταν ότι τα πλοία δεν μπορούσαν να διατηρούν ανοιχτό το πανί σε ισχυρό άνεμο. Όταν το κατέβαζαν, η κωπηλασία σε έντονο κυματισμό γινόταν δύσκολη και το σκάφος κινδύνευε να στραφεί παράλληλα στα κύματα και να κατακλυστεί. Επειδή δεν είχε επινοηθεί το δεύτερο, μικρότερο πανί που θα λειτουργούσε ως φλόκος, το υψηλό ακρόπλωρο με το μεγάλο ακροστόλιο των μυκηναϊκών αγγειογραφιών φαίνεται ότι βοηθούσε το πλοίο να στρέφει και να παίρνει τον άνεμο στα πρύμα, δηλαδή ούριο. Η λειτουργία αυτή έχει διερευνηθεί από τη Διεπιστημονική Ομάδα Ναυτικής Αρχαιολογίας του Ξυλοκάστρου με τεχνικές μελέτες και πειράματα σε μοντέλα και απαντά ήδη στα πρωτοκυκλαδικά πλοία των τηγανόσχημων αγγείων, γύρω στο 3000 π.Χ. Μήπως οι εντυπωσιακοί δράκοι στα ακρόπλωρα των πλοίων των Βίκινγκς δεν ήταν μόνο αποτροπαϊκά σύμβολα;
Και οι δύο τύποι πλοίων κινούνταν με κουπιά και πανί, αλλά σε διαφορετικά θαλάσσια περιβάλλοντα. Οι Μυκηναίοι, που κινούνταν σε περάσματα ανάμεσα στα νησιά, είχαν να αντιμετωπίσουν τους απότομα μεταβαλλόμενους ανέμους του Αιγαίου. Από τις αγγειογραφίες τους προκύπτει ότι πρωτοχρησιμοποιούν έναν τύπο ιστιοφορίας διαφορετικό από των Μινωιτών. Κατάργησαν τη μάτσα, το δοκάρι κατά μήκος του κάτω μέρους του πανιού, προσάρμοσαν στα ελεύθερα κάτω άκρα ιμάντες, τις σκότες, και πρόσθεσαν τους συστολείς. Οι συστολείς ήταν μια σειρά από ιμάντες που διέτρεχαν κατακόρυφα το πανί. Τους χειρίζονταν συστέλλοντας και απλώνοντας το πανί, ώστε να συλλαμβάνει και την παραμικρή πνοή ανέμου, να μαζεύεται γρήγορα και να παραμένει ευέλικτο στις αλλαγές του ανέμου.
Οι Βίκινγκς, που έπλεαν με σταθερούς και ισχυρούς ανέμους σε ανοιχτές θάλασσες, είχαν μάλλινο πανί χωρίς μάτσα και χωρίς συστολείς. Το κινούσαν κυρίως από τις άκρες της μακριάς αντένας και τα ελεύθερα κάτω άκρα, τις σκότες. Πανί αντοχής περισσότερο, ενώ των Μυκηναίων ευελιξίας.
Σε δύο χιλιετίες απόσταση, κοινές και διαφορετικές λύσεις για δεινούς πλόες. Η ταινία του Νόλαν έφερε ξανά στο προσκήνιο τα πλοία του Οδυσσέα. Στο Κέντρο Μυκηναϊκής Ναυτικής Τέχνης στο Ξυλόκαστρο, που εγκαινιάζεται στις 18 Αυγούστου στο πλαίσιο του «Φεστιβάλ Αριστοναυτών», ο επισκέπτης μπορεί να γνωρίσει πώς ήταν πραγματικά τα ποντοπόρα πλοία της μυκηναϊκής εποχής και να συγκρίνει την ιστορική πραγματικότητα με την κινηματογραφική εικόνα της Οδύσσειας.
(*) Η Δήμητρα Καμαρινού είναι αρχαιολόγος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πατρών, με ερευνητικό έργο στα ομηρικά και μυκηναϊκά πλοία. Έχει τιμηθεί από την Ακαδημία Αθηνών για τη μελέτη της που εκδόθηκε με τίτλο «ΝΗΕΣ ΠΟΝΤΟΠΟΡΟΙ. Ομηρικά πλοία, Δεινοί Πλόες και Ναυτική Αρχαιολογία» (εκδ. Πεδίο) και αναδεικνύει πίσω από τους μύθους της Οδύσσειας την πραγματικότητα ποντοπόρων πλοίων και των ταξιδιών τους.
Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Ιδέες και Απόψεις» δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι του Πρακτορείου.
![]()
