Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η νέα μισθολογική ρύθμιση για την ανώτατη εκκλησιαστική ιεραρχία φέρνει αυξήσεις που δύσκολα περνούν απαρατήρητες, όχι μόνο ως προς το ύψος τους αλλά και ως προς το πολιτικό και θεσμικό τους αποτύπωμα. Οι αποδοχές του Αρχιεπισκόπου, από περίπου 2.850€ μικτά, διαμορφώνονται στα περίπου 4.670€ μικτά, δηλαδή αύξηση της τάξης του 60% έως 65%.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, φοιτητής Νομικής Α.Π.Θ.
Οι Μητροπολίτες, από περίπου 2.400€–2.500€, φτάνουν επίσης στα ίδια επίπεδα, με αυξήσεις που αγγίζουν περίπου το 89% έως 95%, ενώ για βοηθούς επισκόπους οι αυξήσεις φτάνουν έως και 99%, δηλαδή σχεδόν διπλασιασμό. Με απλά λόγια, σε μια οικονομία όπου οι περισσότερες αυξήσεις μετρώνται σε ευρώ και όχι σε ποσοστά, εδώ μιλάμε για μισθολογική «αναβάθμιση» που θυμίζει περισσότερο ανακατάταξη κρατικής κλίμακας παρά προσαρμογή.
Την ίδια στιγμή, δεν έχει υπάρξει δημόσια ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου που να απορρίπτει ή να σχολιάζει κριτικά τις συγκεκριμένες αυξήσεις. Η απουσία τοποθέτησης δεν είναι από μόνη της απόδειξη συναίνεσης, αλλά σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο λειτουργεί ως σιωπηρή αποδοχή ενός πλαισίου που επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται τη σχέση Εκκλησίας και Κράτους.
Η συγκυρία δεν είναι ουδέτερη. Σε μια περίοδο έντονης οικονομικής πίεσης για τα νοικοκυριά, όπου οι αυξήσεις στους μισθούς του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα παραμένουν περιορισμένες, η εντυπωσιακή αναπροσαρμογή των αποδοχών της εκκλησιαστικής ηγεσίας δημιουργεί αναπόφευκτα κοινωνικό και πολιτικό σχολιασμό. Όχι απαραίτητα ως προς το δικαίωμα αμοιβής, αλλά ως προς την αναλογία και το συμβολικό βάρος.
Σε αυτό το ήδη φορτισμένο περιβάλλον, επανέρχεται και η πολιτική διάσταση των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας, ιδιαίτερα μετά τη νομοθέτηση του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών, που προκάλεσε
έντονες αντιδράσεις σε εκκλησιαστικούς και πατριωτικούς κύκλους. Εκεί εντάσσονται και οι σκληρές τοποθετήσεις του βουλευτή και Πρόεδρο του Ελληνικού Παλμού κ. Νίκου Παπαδόπουλου, ο οποίος είχε δηλώσει με ιδιαίτερη ένταση ότι τέτοιες επιλογές «πάνε κόντρα στο Ευαγγέλιο», θέτοντας το ερώτημα «πώς θα σταθείτε στην Εκκλησία;» και καταλήγοντας με τη λέξη «ντροπή».
Σήμερα, με φόντο τις μισθολογικές αυξήσεις, η ίδια φράση αποκτά μια παράξενη αντιστροφή: το ερώτημα «πώς θα σταθείτε στην Εκκλησία;» μοιάζει να απαντιέται όχι με θεολογικούς όρους, αλλά με πιο γήινους. Διότι η παρουσία στην εκκλησιαστική ζωή, τουλάχιστον σε θεσμικό επίπεδο, φαίνεται πλέον να συνοδεύεται από μια οικονομική σταθερότητα που κάνει τη «στάση» σημαντικά πιο άνετη από ό,τι θα υπέθετε κανείς με βάση την αρχική θεολογική ένταση.
Και εδώ προκύπτει το βαθύτερο ερώτημα που διαπερνά τη συζήτηση: ποια είναι τελικά η σχέση Εκκλησίας και κράτους στην Ελλάδα του σήμερα; Το υφιστάμενο μοντέλο, όπου οι μισθοί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας καθορίζονται από κρατικές αποφάσεις και δημοσιονομικές εξισώσεις, δημιουργεί μια διαρκή εικόνα θεσμικής αλληλεξάρτησης. Υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν είναι λίγοι όσοι επαναφέρουν τη συζήτηση για έναν πιο καθαρό διαχωρισμό κράτους και Εκκλησίας, είτε με την πλήρη
θεσμική αποδέσμευση της μισθοδοσίας είτε με τη μετάβαση σε μοντέλα όπου η Εκκλησία χρηματοδοτείται κυρίως από τους πιστούς της. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, όπως συχνά αναφέρεται ενδεικτικά η Ολλανδία, η χρηματοδότηση των θρησκευτικών κοινοτήτων βασίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό σε ιδιωτικές δωρεές και εσωτερικούς πόρους των ίδιων των εκκλησιών, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ενιαίο ή απόλυτα συγκρίσιμο σύστημα σε όλες τις περιπτώσεις. Εντυπωσιακό είναι ότι οι άνθρωποι που υποστηρίζουν τον διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας δεν είναι μόνο αυτοί που ανήκουν στην αριστερά, αλλά με τέτοιες ενέργειες πληθαίνει και ο κόσμος στη λεγόμενη συντηρητική πτέρυγα που έχει πλέον το ίδιο αίτημα. Διότι παρατηρείται μια σχέση εξάρτησης της Εκκλησίας από το Κράτος, κάτι που πάει κόντρα στο πνεύμα του Ευαγγελίου: «Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ», αλλά δημιουργείται μια σχέση όπου ο εκάστοτε καίσαρας κάνει ό,τι θέλει για να ηρεμήσει τους εκπροσώπους του Θεού στη γη, ακόμα και όταν πάνε κόντρα με τον
λόγο του Ευαγγελίου.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο λογιστικό. Είναι κυρίως θεσμικό και εν τέλει πολιτισμικό. Διότι όσο η Εκκλησία παραμένει οικονομικά δεμένη με το κράτος, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διαχωριστεί η πνευματική της αποστολή από τη διοικητική της θέση μέσα στο δημόσιο σύστημα.
Και κάπου εδώ η απόσταση με το ποίμνιο μεγαλώνει: η Εκκλησία και οι Αρχιερείς, που είναι η συνέχεια των Αποστόλων, βρίσκονται σήμερα να λειτουργούν μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η αποστολική αυτή συνέχεια συναντά μισθολογικά κλιμάκια, κρατικές αποφάσεις και ποσοστιαίες αυξήσεις που θα ζήλευαν και τα πιο «τυχερά» δημόσια επαγγέλματα. Τελικά, το ζήτημα δεν είναι αν οι αποδοχές του ανώτατου εκκλησιαστικού κλήρου είναι υψηλές, αλλά πώς γίνεται να διαβάζεται στην κοινωνία μια αύξηση τέτοιου μεγέθους: αυξήσεις της τάξης του 60%, 90% και έως 99% σε αρχιερείς, την ώρα που οι περισσότεροι εργαζόμενοι δεν βλέπουν ούτε κατ’ ελάχιστο αντίστοιχες μεταβολές στους δικούς τους μισθούς. Γιατί η εικόνα που υπάρχει στην κοινωνία για τον ανώτατο εκκλησιαστικό κλήρο δεν είναι ανθρώπων που αντιμετωπίζουν οικονομική δυσκολία, αλλά ανθρώπων που ήδη ζουν σε ένα σταθερό και σχετικά άνετο επίπεδο ζωής. Και ακριβώς γι’ αυτό, μια τόσο μεγάλη αναπροσαρμογή δύσκολα εκλαμβάνεται ως απλή τεχνική απόφαση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το γεγονός αυτό αφήνει ακόμη περισσότερο χώρο για ερωτήματα και ερμηνείες. Όπως γιατί αυτή η αύξηση γίνεται άραγε προεκλογικά ; Είναι αλήθεια ότι δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί τον Απόστολο Πέτρο ή τον Απόστολο Παύλο να συζητούν για ποσοστά αυξήσεων και μισθολογικά κλιμάκια, όταν η ίδια η παράδοση στην οποία στηρίζεται η εκκλησιαστική ιεραρχία βασίζεται στην αποστολική λιτότητα και όχι σε κρατικές αναπροσαρμογές. Και όσο για την πολιτική ανάγνωση της συγκυρίας, δεν είναι λίγοι όσοι βλέπουν ότι μια τέτοια αύξηση δύσκολα μπορεί να αποσυνδεθεί από το ευρύτερο κλίμα και τη χρονική συγκυρία, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν πρόκειται απλώς για μια μισθολογική ρύθμιση, αλλά για μια απόφαση που «κουμπώνει» και με προεκλογικές ισορροπίες, ειδικά όταν δεν προκύπτει κάποια εμφανής κοινωνική ή θεσμική ανάγκη για τόσο μεγάλη αναπροσαρμογή
![]()

