Το κράτος είναι μικρό αλλά για ποιον;
(ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)

Το κράτος είναι μικρό αλλά για ποιον;

Η συζήτηση για την κρατική παρέμβαση, οι κοινωνικές ανισότητες και ένα ερώτημα που συνήθως μένει έξω από τον δημόσιο διάλογο.

Προλαμβάνω τον καρκίνο του μαστού

Πότε θεωρείται το κράτος υπερβολικά μεγάλο και πότε η παρέμβασή του απαραίτητη;

Γιατί η χρηματοδότηση μιας δημόσιας υπηρεσίας αντιμετωπίζεται συχνά ως βάρος, ενώ η ενίσχυση μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας ως επένδυση;

Τέλος, μπορούμε να συζητάμε για το μέγεθος του κράτους χωρίς να εξετάζουμε ποιους εξυπηρετεί η λειτουργία του;

Η ανάγκη για «λιγότερο κράτος» αποτελεί εδώ και δεκαετίες έναν από τους πιο διαδεδομένους κοινούς τόπους της πολιτικής συζήτησης. Το κράτος παρουσιάζεται ως δυσκίνητο, σπάταλο, αναποτελεσματικό. Η αλάνθαστη αγορά, από την άλλη, εμφανίζεται έτοιμη να διορθώσει τις παθογένειές του, αρκεί να της δοθεί περισσότερος χώρος.

Ωστόσο, αυτή η περιγραφή αφήνει έξω κάτι ουσιαστικό.

Οι αγορές λειτουργούν μέσα σε κανόνες που θεσπίζει και επιβάλλει η πολιτική εξουσία. Ακόμη και η απόφαση να ανατεθεί μια δημόσια λειτουργία σε ιδιώτες προϋποθέτει κρατική παρέμβαση. Επομένως, το ερώτημα αφορά και την κατεύθυνση αυτής της παρέμβασης.

Μια κοινωνία που βλέπει την επιλεκτική παρουσία του κράτους

Η έρευνα του Eteron για την οικονομική δικαιοσύνη, που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2026, προσφέρει μια ενδιαφέρουσα αφετηρία. Το 82,2% των ερωτώμενων θεωρεί ότι η κρατική πολιτική ευνοεί κυρίως τις μεγάλες επιχειρήσεις. Την ίδια στιγμή, το 60,4% εκτιμά ότι το κράτος δεν παρεμβαίνει αρκετά, επιτρέποντας στον ιδιωτικό τομέα να δρα ασύδοτος.

Πρόκειται για αντιλήψεις των πολιτών, όχι για λογιστική αποτύπωση των κρατικών δαπανών. Η συνύπαρξή τους, όμως, έχει πολιτική σημασία.

Υπάρχει αντίφαση; Όχι απαραίτητα. Ένα κράτος μπορεί να διευκολύνει επιχειρηματικές επενδύσεις και συγχρόνως να αδυνατεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τον εργαζόμενο ή τον ενοικιαστή. Μπορεί να οργανώνει με συνέπεια ορισμένες παρεμβάσεις, αφήνοντας άλλες ανάγκες σε διαρκή αναμονή.

Η κριτική, επομένως, δεν εξαντλείται στην απουσία του. Αφορά την επιλεκτική παρουσία του. Πού κινητοποιείται, με ποια ταχύτητα, ποιος ωφελείται και ποιος καλείται να περιμένει.

Ο νεοφιλελευθερισμός χρειάζεται κράτος

Εδώ χρειάζεται μια μικρή διευκρίνιση. Η νεοφιλελεύθερη οργάνωση της οικονομίας συχνά περιγράφεται ως απλή υποχώρηση της κρατικής εξουσίας. Στην πράξη, όμως, απαιτεί ένα κράτος που δημιουργεί και προστατεύει τους όρους επέκτασης της αγοράς.

Μια ιδιωτικοποίηση χρειάζεται αποφάσεις, συμβάσεις, ρυθμίσεις και μηχανισμούς εποπτείας. Η μεταφορά επιχειρηματικών κριτηρίων σε ένα νοσοκομείο ή πανεπιστήμιο χρειάζεται επίσης πολιτικές επιλογές. Η κρατική λειτουργία μετασχηματίζεται, αποκτά άλλες προτεραιότητες.

Ας σκεφτούμε ένα απλό παράδειγμα από τη στέγαση. Η επιδότηση ενός στεγαστικού δανείου και η δημιουργία δημόσιων κατοικιών με προσιτό ενοίκιο αποτελούν και οι δύο μορφές παρέμβασης. Η πρώτη ενισχύει την αγοραστική δυνατότητα συγκεκριμένων δικαιούχων μέσα στην υφιστάμενη αγορά. Η δεύτερη δημιουργεί κατοικίες με διαφορετικούς όρους πρόσβασης και τιμολόγησης.

Για να κρίνουμε αυτές τις επιλογές, χρειάζεται να εξετάσουμε ποιοι καλύπτονται, τι συμβαίνει στις τιμές και πόσο διαρκεί το κοινωνικό όφελος. Η γενική αντιπαράθεση «κράτος ή αγορά» δεν αρκεί.

Όταν οι κανόνες αποκτούν ευελιξία

Ένα χαρακτηριστικό ευρωπαϊκό παράδειγμα αφορά τις αμυντικές δαπάνες. Τον Ιούλιο του 2025, το Συμβούλιο της Ε.Ε. ενεργοποίησε την εθνική ρήτρα διαφυγής για δεκαπέντε κράτη, μεταξύ τους την Ελλάδα, επιτρέποντας δημοσιονομική ευελιξία για αυξημένες δαπάνες άμυνας. Το πλαίσιο καλύπτει τέσσερα χρόνια, με ανώτατο περιθώριο ευελιξίας 1,5% του ΑΕΠ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα δημόσια οικονομικά διαθέτουν απεριόριστους πόρους. Ούτε καταργεί τη συζήτηση για τις πραγματικές αμυντικές ανάγκες. Δείχνει, όμως, ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες μπορούν να προσαρμόζονται όταν διαμορφώνεται η αντίστοιχη πολιτική βούληση.

Γιατί, λοιπόν, η δυνατότητα προσαρμογής δεν αποτελεί εξίσου κεντρικό αίτημα όταν συζητάμε για τη δημόσια υγεία, τη στέγαση ή τις υποδομές;

Ποιος αποφασίζει ποιες ανάγκες θεωρούνται επείγουσες και ποιες μπορούν να περιμένουν ακόμη έναν προϋπολογισμό;

Η κυβέρνηση οφείλει να απαντά σε αυτά τα ερωτήματα με συγκεκριμένες προτεραιότητες και αποτελέσματα. Η επίκληση των περιορισμών, από μόνη της, δεν εξηγεί την κατανομή των διαθέσιμων πόρων.

Το δημόσιο συμφέρον χρειάζεται περιεχόμενο

Βέβαια, ούτε η αύξηση των κρατικών δαπανών εγγυάται αυτομάτως κοινωνική δικαιοσύνη. Ένα μεγαλύτερο κράτος μπορεί να παραμένει πελατειακό, αδιαφανές και βαθιά άνισο. Η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα των υπηρεσιών χρειάζεται να συνοδεύεται από λογοδοσία, δημοκρατικό έλεγχο και ουσιαστική συμμετοχή εργαζομένων και πολιτών.

Μια δημόσια υπηρεσία πρέπει να κρίνεται από το αν ανταποκρίνεται στις ανάγκες για τις οποίες υπάρχει. Αν περιθάλπει, αν εκπαιδεύει, αν μετακινεί με ασφάλεια, αν εξασφαλίζει πρόσβαση χωρίς αποκλεισμούς.

Το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα είναι τι κράτος θέλουμε και για ποιους.

Όσο η συζήτηση περιορίζεται σε αφηρημένα μεγέθη και δείκτες αποτελεσματικότητας, αυτή η πλευρά παραμένει βολικά στο περιθώριο.

Και ο πολίτης συνεχίζει να συναντά ένα κράτος πολύ απαιτητικό όταν πρέπει να πληρώσει, αλλά πολύ λιγότερο διαθέσιμο όταν χρειάζεται τη στήριξή του.

Loading

Play