Όταν το κράτος δεν πείθει, ο πολίτης γίνεται «δικαστής»
(ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)

Όταν το κράτος δεν πείθει, ο πολίτης γίνεται «δικαστής»

Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι το κράτος δεν μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη, η αυτοδικία εμφανίζεται ως επικίνδυνο υποκατάστατο των θεσμών.

Το αφήγημα της κυβέρνησης για ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος και ένα κράτος δικαίου που λειτουργεί αποτελεσματικά δοκιμάζεται καθημερινά στην πράξη. Και δεν είναι μόνο οι μεγάλες θεσμικές υποθέσεις που τροφοδοτούν αυτή τη συζήτηση. Είναι και οι μικρές, καθημερινές ιστορίες, εκεί όπου ο πολίτης αισθάνεται ότι πρέπει να προστατεύσει μόνος του τον εαυτό του, την περιουσία του, την οικογένειά του ή αυτό που θεωρεί δίκαιο.

Το περιστατικό στο 1ο Νηπιαγωγείο Άνω Λιοσίων είναι χαρακτηριστικό. Η διευθύντρια του σχολείου καταγράφηκε σε βίντεο να απευθύνεται με έντονο τρόπο σε παιδιά ηλικίας 4 και 5 ετών, με αφορμή ζημιές στον χώρο του σχολείου. Ακολούθησε καταγγελία για επίθεση σε βάρος της από γονείς μαθητή, με την υπόθεση πλέον να βρίσκεται ταυτόχρονα ενώπιον των αστυνομικών και εισαγγελικών Αρχών, αλλά και υπό διοικητική διερεύνηση.

Η Πολιτεία, εκ των υστέρων, κινήθηκε: διατάχθηκε ΕΔΕ, ενημερώθηκαν οι εισαγγελικές Αρχές και αποφασίστηκε η μετακίνηση της διευθύντριας σε άλλο νηπιαγωγείο. Όμως το ερώτημα που μένει είναι τι συμβαίνει πριν φτάσουμε στην ΕΔΕ, στη μήνυση και στην αστυνομία.

Γιατί ένας γονιός να θεωρήσει ότι η λύση είναι να μπει στο σχολείο και να χτυπήσει την εκπαιδευτικό;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι η βία δικαιολογείται. Δεν δικαιολογείται. Η αυτοδικία δεν είναι υποκατάστατο της Δικαιοσύνης και η οργή, όσο έντονη κι αν είναι, δεν μετατρέπει κανέναν σε δικαστή, αστυνομικό ή τιμωρό.

Όμως το φαινόμενο πρέπει να εξεταστεί και από την άλλη πλευρά: τι συμβαίνει όταν ένα κομμάτι της κοινωνίας παύει να εμπιστεύεται ότι οι θεσμοί μπορούν να δώσουν έγκαιρα και αποτελεσματικά λύσεις;

Από την αγανάκτηση στην αυτοδικία

Η αυτοδικία δεν εμφανίζεται από το πουθενά. Συνήθως προϋποθέτει μια συσσωρευμένη αίσθηση αδιεξόδου.

Ο πολίτης που βλέπει επαναλαμβανόμενες κλοπές στην περιοχή του μπορεί να αρχίσει να βάζει κάμερες, να οργανώνει περιπολίες ή να πληρώνει ιδιωτική φύλαξη. Στην Πέλλα και την Ημαθία, για παράδειγμα, αγρότες έχουν καταφύγει σε κάμερες, διανυκτέρευση στα χωράφια και περιπολίες για να προστατεύσουν τις καλλιέργειές τους από κλοπές. Στον Λαγκαδά, αγρότες είχαν επίσης ξεκινήσει νυχτερινές περιπολίες μετά τις επανειλημμένες κλοπές μετασχηματιστών.

Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να μην υπάρχει ακόμη αυτοδικία με τη στενή ποινική έννοια. Υπάρχει όμως κάτι που προηγείται: η αίσθηση ότι «αν δεν προστατεύσω μόνος μου το σπίτι, το χωράφι και τη δουλειά μου, κανείς δεν θα το κάνει για μένα».

Τον Αύγουστο του 2023, στον Έβρο, τρεις πολίτες εντόπισαν και κράτησαν 13 μετανάστες, τους οποίους μετέφεραν σε αυτοσχέδιο τρέιλερ και παρέδωσαν αργότερα στην Αστυνομία. Οι τρεις άνδρες χαρακτηρίστηκαν «αυτόκλητοι σερίφηδες» και προφυλακίστηκαν.

Εκεί πλέον η κοινωνική αντίδραση μετατρέπεται σε παράλληλη απονομή «δικαιοσύνης». Κάποιοι πολίτες αποφασίζουν μόνοι τους ποιος είναι ύποπτος, ποιος είναι ένοχος και ποιος πρέπει να κρατηθεί. Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου το κράτος δικαίου αρχίζει να χάνει το νόημά του.

Όταν η κοινωνία γίνεται αστυνομία

Το ίδιο φαινόμενο μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές. Από τις αυτοσχέδιες περιπολίες σε χωριά και αγροτικές περιοχές μέχρι τις ομάδες πολιτών που επιχειρούν να απομακρύνουν παραβατικούς από μια γειτονιά. Από τον γονιό που αποφασίζει να «τιμωρήσει» μόνος του έναν άνθρωπο που θεωρεί ότι έβλαψε το παιδί του μέχρι οργανωμένες συλλογικότητες που επιχειρούν να επιβάλουν τη δική τους εκδοχή κοινωνικής δικαιοσύνης.

Εδώ βρίσκεται και η περίπτωση του Ρουβίκωνα. Η αναρχική συλλογικότητα έχει εδώ και χρόνια επιλέξει παρεμβάσεις έξω από τους θεσμικούς διαύλους, με καταλήψεις, εισβολές και επιθέσεις σε κτίρια και συμβολικούς στόχους.

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η επίθεση με βαριοπούλες στο εργοστάσιο της «Βιολάντα» στη Λάρισα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2026. Ο Ρουβίκωνας συνέδεσε την ενέργεια με την αποφυλάκιση του ιδιοκτήτη της εταιρείας, αλλά και με καταγγελίες εργαζομένων που είχαν μιλήσει για τη διαρροή αερίου στο εργοστάσιο των Τρικάλων, όπου τον Ιανουάριο έχασαν τη ζωή τους πέντε εργαζόμενες.

Το ζήτημα εδώ δεν είναι αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με την αφετηρία μιας διαμαρτυρίας. Το κρίσιμο είναι ποιος αποφασίζει ποιος πρέπει να τιμωρηθεί και με ποιον τρόπο.

Αν η απάντηση είναι «όποιος αισθάνεται ότι έχει δίκιο», τότε το κράτος δικαίου παύει να είναι κοινό πλαίσιο και μετατρέπεται σε υπόθεση προσωπικής ισχύος.

Το επικίνδυνο «αφού δεν κάνει τίποτα το κράτος…»

Κάπου εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη παγίδα.

«Αφού η Αστυνομία δεν έρχεται, θα κάνω εγώ περιπολία».
«Αφού η Δικαιοσύνη καθυστερεί, θα τον τιμωρήσω εγώ».
«Αφού κανείς δεν προστατεύει το παιδί μου, θα προστατεύσω εγώ το παιδί μου».
«Αφού οι θεσμοί δεν αποδίδουν δικαιοσύνη, θα την αποδώσουμε εμείς».

Η λογική αυτή μπορεί να ξεκινά από ένα πραγματικό πρόβλημα. Δεν παύει όμως να οδηγεί σε ένα επικίνδυνο αποτέλεσμα: στην ιδιωτικοποίηση της επιβολής του νόμου. Και τότε ο ισχυρότερος, ο πιο οργανωμένος ή ο πιο βίαιος αποκτά πλεονέκτημα.

Η κυβέρνηση μιλά για κράτος δικαίου – η καθημερινότητα θέτει το ερώτημα

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη υποστηρίζει ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει πρόοδο στο κράτος δικαίου και ότι οι θεσμοί λειτουργούν και ενισχύονται.

Όμως ένα κράτος δικαίου δεν κρίνεται μόνο στις κυβερνητικές παρουσιάσεις, στις ευρωπαϊκές εκθέσεις ή στους δείκτες. Κρίνεται και στο σχολείο, στο χωριό, στη γειτονιά, στο αστυνομικό τμήμα, στο δικαστήριο. Εκεί όπου ο πολίτης περιμένει να δει αν το κράτος μπορεί πράγματι να τον προστατεύσει και να αποδώσει δικαιοσύνη χωρίς να χρειαστεί να πάρει ο ίδιος τον νόμο στα χέρια του.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική ευθύνη μιας κυβέρνησης: όχι να ζητά απλώς από τους πολίτες να εμπιστεύονται τους θεσμούς, αλλά να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε να έχουν λόγο να τους εμπιστεύονται.

Γιατί όταν η εμπιστοσύνη στους θεσμούς υποχωρεί, το κενό δεν μένει κενό. Το γεμίζουν ο φόβος, η οργή, οι αυτοσχέδιες περιπολίες, οι «σερίφηδες», οι αυτόκλητοι τιμωροί και οι οργανωμένες ομάδες που αποφασίζουν ότι μπορούν να επιβάλουν τη δική τους δικαιοσύνη.

Και τότε η κοινωνία βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο: ζητά περισσότερη προστασία από το κράτος, αλλά ταυτόχρονα αρχίζει να λειτουργεί σαν να μην υπάρχει κράτος.

Η αυτοδικία, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα ζήτημα δημόσιας τάξης. Είναι και σύμπτωμα μιας βαθύτερης κρίσης εμπιστοσύνης. Και όσο το κράτος δεν πείθει ότι μπορεί να είναι παρόν εκεί όπου ο πολίτης το χρειάζεται, τόσο μεγαλώνει ο πειρασμός κάποιων να γίνουν οι ίδιοι κράτος.

Loading

Play