Ανησυχητικά σημάδια μείωσης στα ποσοστά εμβολιασμού στην παιδική ηλικία καταγράφονται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες μετά την πανδημία του κορονοϊού, παρά τη σημαντική πρόοδο που είχε σημειωθεί από τη δεκαετία του 1980. Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύεται σήμερα στην επιστημονική επιθεώρηση The Lancet, ο κίνδυνος επανεμφάνισης λοιμωδών νοσημάτων αυξάνεται.
Για τη μελέτη εξετάστηκαν τα επίπεδα εμβολιασμού για επτά παιδικά εμβόλια, δηλαδή διφθερίτιδα, τέτανος και κοκκύτης, ηπατίτιδα Β, μηνιγγίτιδα Β, πολιομυελίτιδα, πνευμονιοκοκκική νόσος, ιλαρά και ερυθρά, στα 27 κράτη μέλη της ΕΕ για περισσότερα από 40 χρόνια, από το 1980 έως το 2024, με στοιχεία από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) και τη UNICEF.
Οι συντάκτες της εκτενούς ανάλυσης, που δημοσιεύτηκε στο The Lancet Regional Health, αναφέρουν ότι τα ευρήματα σκιαγραφούν μια σύνθετη εικόνα.
Από τη μία πλευρά, η ΕΕ έχει καταγράψει ιστορικά υψηλά ποσοστά εμβολιασμού κατά των παιδικών ασθενειών, με σημαντική άνοδο μέσα στα τελευταία 40 χρόνια, όμως η εξέλιξη αυτή δεν ήταν ίδια σε όλες τις χώρες.
Το 2024, το Λουξεμβούργο και η Πορτογαλία πέτυχαν κάλυψη τουλάχιστον 95% για τα επτά εμβόλια, ενώ στη Ρουμανία η κάλυψη έμεινε κάτω από 80%.
Ωστόσο, η μελέτη δείχνει ότι τα τελευταία χρόνια έχει εμφανιστεί μια πρόσφατη, ανησυχητική και εκτεταμένη επιδείνωση, με σημείο καμπής την περίοδο της Covid.
Δεκαέξι χώρες της ΕΕ έχουν καταγράψει μείωση στα ποσοστά εμβολιασμού για τουλάχιστον τέσσερα εμβόλια.
Σε ποιες χώρες μειώθηκαν τα ποσοστά εμβολιασμού
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη Βουλγαρία, την Κύπρο, την Ιρλανδία, την Ολλανδία, τη Ρουμανία και τη Σουηδία, όπου τα ποσοστά εμβολιασμού και για τα επτά εμβόλια που εξετάστηκαν μειώθηκαν τα τελευταία χρόνια.
Δεδομένα από τη Γερμανία και την Ισπανία έδειξαν επίσης μείωση για πέντε από τα επτά παιδικά εμβόλια, ενώ στη Γαλλία και την Ιταλία η εμβολιαστική κάλυψη αυξήθηκε για τέσσερα εμβόλια και μειώθηκε για τρία άλλα.
Οι πιο έντονες πρόσφατες μειώσεις έχουν παρατηρηθεί στους παιδικούς εμβολιασμούς κατά της μηνιγγίτιδας Β και της πολιομυελίτιδας, οι οποίοι μειώθηκαν σε 20 χώρες, ακολουθούμενοι από αυτούς κατά της ηπατίτιδας Β, που μειώθηκαν σε 18 χώρες, και κατά της διφθερίτιδας, του τετάνου και της πολιομυελίτιδας, που μειώθηκαν σε 17 χώρες.
Οι τάσεις εμφανίζονται σχετικά λιγότερο δυσμενείς για την ιλαρά και την ερυθρά.
Οι περισσότερες από τις μειώσεις στους παιδικούς εμβολιασμούς ξεκίνησαν μεταξύ 2019 και 2022, συμπίπτοντας με την πανδημία της COVID.
Παρότι οι ερευνητές εκτιμούν ότι η υγειονομική κρίση που προέκυψε από την πανδημία μπορεί να έπαιξε κάποιο ρόλο, ξεκαθαρίζουν ότι η μελέτη τους δεν είχε ως στόχο να φωτίσει τα αίτια των αλλαγών στις πρακτικές εμβολιασμού.
Τονίζουν κυρίως την επείγουσα ανάγκη να διασφαλιστεί υψηλή και διαρκής εμβολιαστική κάλυψη, ώστε να αποτραπεί η επανεμφάνιση μολυσματικών ασθενειών.
Τα τελευταία 50 χρόνια, οι εμβολιασμοί έχουν περιορίσει τις επιπτώσεις ασθενειών όπως ο τέτανος, ο κοκκύτης, η πνευμονία, η ιλαρά, η γρίπη και η διφθερίτιδα, αποτρέποντας περισσότερους από 154 εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως, κυρίως μεταξύ των παιδιών, σημειώνει η μελέτη.
Η κρίση που προέκυψε με την πανδημία του κορονοϊού, από την πλευρά της, διατάραξε το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και τροφοδότησε τη δυσπιστία και την παραπληροφόρηση.
![]()
