Κάψιμο, φαγούρα, κοκκινίλα, αίσθηση ξένου σώματος, δάκρυα και ξηροφθαλμία. Πολλά από τα συμπτώματα που εμφανίζουν καθημερινά εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί να κρύβουν τη βλεφαρίτιδα, μια πάθηση των βλεφάρων που συχνά μένει χωρίς διάγνωση.
Για χρόνια η αντιμετώπισή της βασιζόταν κυρίως στην υγιεινή των βλεφάρων και στις φαρμακευτικές θεραπείες, όμως πλέον οι οφθαλμίατροι έχουν στη διάθεσή τους νέες τεχνικές με φως και θερμότητα. Την ίδια στιγμή, οι ψεύτικες βλεφαρίδες, που θεωρούνται στοιχείο ομορφιάς, μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν ερεθισμό και φλεγμονή στα βλέφαρα.
Πόσο συχνή είναι τελικά η βλεφαρίτιδα; Πόσο κρίσιμη είναι η ανεύρεση της αιτίας που την προκαλεί; Μπορεί να θεραπευτεί οριστικά ή πρόκειται για μια χρόνια κατάσταση που χρειάζεται συνεχή έλεγχο; Και τι μπορούν να προσφέρουν σήμερα οι νέες θεραπείες; Η βλεφαρίτιδα κρύβεται πίσω από την ξηροφθαλμία.
Απαντήσεις δίνει ο πρόεδρος της Ελληνικής Οφθαλμολογικής Εταιρείας και διευθυντής του Οφθαλμολογικού Τμήματος του Ασκληπιείου Βούλας, κ. Χρήστος Πίτσας, σε συνέντευξη που παραχωρεί στο Πρακτορείο Fm και στην Τάνια Μαντουβάλου.
Η βλεφαρίτιδα είναι πολύ συχνότερη απ’ ό,τι δείχνουν οι επίσημες διαγνώσεις. Δεν υπάρχει ένα απολύτως αξιόπιστο ποσοστό για τον γενικό πληθυσμό, καθώς η βλεφαρίτιδα, η δυσλειτουργία των μεϊβομιανών αδένων και η ξηροφθαλμία συχνά δεν καταγράφονται ξεχωριστά. Ωστόσο, από τους ασθενείς που επισκέπτονται τον οφθαλμίατρο, περίπου το 30%-50% έχει βλεφαρίτιδα. Πολλοί άνθρωποι εμφανίζουν αλλοιώσεις χωρίς να το αντιλαμβάνονται, ενώ το γεγονός ότι κάποιος δεν έχει έντονα συμπτώματα δεν σημαίνει ότι τα βλέφαρα και οι μεϊβομιανοί αδένες είναι απολύτως φυσιολογικοί.
Επειδή τα συμπτώματα μπορεί να είναι ήπια ή να αποδίδονται γενικά στην ξηροφθαλμία, η βλεφαρίτιδα συχνά δεν γίνεται αντιληπτή. Η δυσλειτουργία των μεϊβομιανών αδένων μπορεί να είναι σχεδόν αόρατη για τον ασθενή, ενώ υπάρχει και θέμα ορολογίας, αφού η αστάθεια της δακρυϊκής στιβάδας, η ξηροφθαλμία και η φλεγμονή των βλεφάρων συχνά καταγράφονται συνολικά ως ξηροφθαλμία, παρότι στην πραγματικότητα υπάρχει και υποκείμενη βλεφαρίτιδα.
Η βλεφαρίτιδα είναι περισσότερο ένας γενικός όρος παρά μία συγκεκριμένη νόσος. Υπάρχουν διαφορετικοί μηχανισμοί που συχνά συνυπάρχουν και αυτό επηρεάζει καθοριστικά την επιλογή της θεραπείας. Χρήσιμη διάκριση είναι ανάμεσα στην πρόσθια και την οπίσθια βλεφαρίτιδα. Η πρόσθια αφορά κυρίως τη βάση των βλεφαρίδων και το εξωτερικό χείλος του βλεφάρου και μπορεί να σχετίζεται με μικροβιακή αποίκιση, σμηγματορροϊκή δερματίτιδα ή Demodex, το μικροσκοπικό ακάρεο που μπορεί να εγκαθίσταται στις βλεφαρίδες. Η οπίσθια βλεφαρίτιδα αφορά κυρίως τη λειτουργία των μεϊβομιανών αδένων. Οι αδένες αυτοί μπορεί να αποφράσσονται και να αλλάζει η σύσταση του λιπιδικού συστατικού που παράγουν, το οποίο είναι απαραίτητο για τη σταθερότητα της δακρυϊκής στιβάδας. Έτσι μπορεί να εμφανιστούν έντονη φλεγμονή και εξατμιστική ξηροφθαλμία.
Υπάρχουν πολλοί μηχανισμοί που αλληλοκαλύπτονται, γι’ αυτό είναι σημαντικό να εξετάζεται κάθε ασθενής ξεχωριστά και να αναζητείται τι προκαλεί ή συντηρεί τη φλεγμονή.
Το Demodex είναι ένα ακάρεο που μπορεί να βρίσκεται στους θύλακες των βλεφαρίδων. Η παρουσία του δεν σημαίνει αυτομάτως ότι προκαλεί βλεφαρίτιδα, αφού μπορεί να υπάρχει και σε υγιείς βλεφαρίδες. Το ζητούμενο είναι να αναγνωρίζεται πότε η παρουσία του συνυπάρχει με την αντίστοιχη κλινική εικόνα. Δεν υπάρχει ένα μοναδικό gold standard διαγνωστικό τεστ, όμως τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το Demodex δεν είναι σπάνιο σε ασθενείς με χρόνια βλεφαρίτιδα. Ένα ποσοστό περίπου 30%-70% των ασθενών με χρόνια βλεφαρίτιδα μπορεί να εμφανίζει Demodex, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες.
Χαρακτηριστικό εύρημα είναι οι κυλινδρικές εναποθέσεις ή κολάρα γύρω από τη βάση των βλεφαρίδων. Όταν υπάρχει αυτή η εικόνα, μπορεί να χρειαστεί περαιτέρω εξέταση. Οι γιατροί μπορούν να αφαιρέσουν βλεφαρίδες και να τις εξετάσουν στο μικροσκόπιο, ώστε να αναζητήσουν το Demodex. Δεν πρόκειται για καλλιέργεια, αλλά για μικροσκοπική εξέταση.
Η βλεφαρίτιδα δεν είναι μεταδοτική νόσος. Ωστόσο, η κοινή χρήση καλλυντικών, όπως μιας μάσκαρας, δεν αποτελεί καλή πρακτική και μπορεί να συμβάλει στη μεταφορά μικροοργανισμών και στην πρόκληση ερεθισμού.
Οι θεραπείες με φως, όπως το IPL, δηλαδή η θεραπεία με παλμικό φως, αλλά και το LLLT, δηλαδή οι θεραπείες χαμηλής έντασης φωτός, δεν είναι το ίδιο πράγμα και δεν έχουν ακριβώς τον ίδιο στόχο. Αφορούν κυρίως μορφές βλεφαρίτιδας που συνδέονται με δυσλειτουργία των μεϊβομιανών αδένων και χρόνια ξηροφθαλμία και δεν είναι θεραπείες για κάθε μορφή βλεφαρίτιδας. Οι σύγχρονες οδηγίες και τα διαθέσιμα δεδομένα περιλαμβάνουν τόσο το IPL όσο και άλλες θεραπείες φωτός ως επιλογές για τη δυσλειτουργία των μεϊβομιανών αδένων. Το IPL χρησιμοποιεί έντονο παλμικό φως ευρέος φάσματος, το οποίο εφαρμόζεται κυρίως στο δέρμα κάτω από τα βλέφαρα και όχι απευθείας στον κερατοειδή. Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς του είναι η απορρόφηση του φωτός από την αιμοσφαιρίνη στα διατεταμένα αγγεία, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται το αγγειακό και φλεγμονώδες υπόστρωμα.
Δεν πρόκειται απλώς για μια θεραπεία που ζεσταίνει τα βλέφαρα. Υπάρχουν περισσότεροι από ένας μηχανισμοί δράσης και στόχος είναι, μεταξύ άλλων, να βελτιωθεί η λειτουργία των μεϊβομιανών αδένων και η ποιότητα των εκκρίσεών τους.
Το αν η βλεφαρίτιδα μπορεί να θεραπευτεί οριστικά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της. Υπάρχει η σύγχρονη αντίληψη ότι όταν συνυπάρχει με δυσλειτουργία των μεϊβομιανών αδένων, ροδόχρου ακμή και ξηροφθαλμία, πρόκειται συνήθως για μια χρόνια κατάσταση που μπορεί όμως να ελεγχθεί πολύ καλά. Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική εξαίρεση: όταν εντοπιστεί συγκεκριμένος αιτιολογικός παράγοντας, μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί πιο στοχευμένα από ό,τι στο παρελθόν, ιδιαίτερα στην περίπτωση του Demodex.
Η θεραπεία δεν είναι ίδια για όλους. Πρώτα πρέπει να εντοπιστεί ο αιτιολογικός παράγοντας, όταν υπάρχει, και στη συνέχεια να αποκατασταθεί η υγεία των βλεφάρων και της οφθαλμικής επιφάνειας. Εξίσου σημαντική είναι η πρόληψη των υποτροπών. Η βασική υγιεινή των βλεφάρων είναι σημαντικό μέρος της αντιμετώπισης, αλλά χρειάζεται και σωστή οφθαλμολογική εξέταση, ώστε να αναγνωριστεί ο παράγοντας που προκαλεί ή συντηρεί το πρόβλημα. Όταν η θεραπεία είναι στοχευμένη στην αιτία, τα αποτελέσματα μπορεί να είναι πολύ καλύτερα.
Οι ψεύτικες βλεφαρίδες και ιδιαίτερα τα extensions μπορούν να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν ερεθισμό και φλεγμονή στην περιοχή των βλεφάρων. Υπάρχουν αρκετοί πιθανοί μηχανισμοί. Πρώτος είναι η αλλεργία ή ο ερεθισμός από την κόλλα που χρησιμοποιείται, με αποτέλεσμα φαγούρα, κοκκίνισμα και πρήξιμο. Δεύτερος είναι ο μηχανικός ερεθισμός, καθώς το πρόσθετο βάρος στις φυσικές βλεφαρίδες μπορεί να αλλάξει τη μηχανική συμπεριφορά της περιοχής και να ερεθίσει το βλεφαρικό χείλος ή να έλξει τις φυσικές βλεφαρίδες. Τρίτος είναι η συσσώρευση υλικού στη βάση των βλεφαρίδων, που δυσκολεύει τον καθαρισμό και μπορεί να οδηγήσει σε λιπαρότητα και κυτταρικά υπολείμματα.
![]()
