Φρίντριχ Μερτς είναι ο πιο πιεσμένος άνθρωπος της στιγμής στη Γερμανία, καθώς η καγκελαρία του μοιάζει να βρίσκεται στο χείλος της κρίσης. Η συζήτηση πλέον δεν αφορά μόνο την εικόνα του, αλλά και το πόσο θα αντέξει ακόμη στην εξουσία.
Οι ενδείξεις δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα ενθαρρυντικές. Ο Φρίντριχ Μερτς έφτασε στην ηγεσία του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU) με την τρίτη προσπάθεια και έγινε καγκελάριος με τη δεύτερη ψηφοφορία στην Bundestag, καταγράφοντας από νωρίς αρνητικό προηγούμενο. Μόλις 16 μήνες αργότερα, η δημόσια κουβέντα γύρω από το όνομά του έχει μετατραπεί σε σενάρια για το πόσο θα παραμείνει στη θέση του. Η δημοτικότητά του κινείται πλέον κοντά στα μονοψήφια ποσοστά, η κυβέρνησή του δυσκολεύεται να παίρνει καθημερινές αποφάσεις και το κόμμα του, σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, υποχωρεί ακόμη και κάτω από το 20%, με διαφορά άνω των 10 μονάδων από την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD). Παράλληλα, το CDU έχει μέχρι τώρα μόνο αρνητικά αποτελέσματα στις φετινές κρατιδιακές εκλογές και οι αυριανές αναμετρήσεις δύσκολα θα αλλάξουν την εικόνα. Όσο κι αν ο καγκελάριος δείχνει προς το παρελθόν, την Άγγελα Μέρκελ, τους εξωτερικούς παράγοντες ή ακόμη και τους «μη-σοβαρούς» δημοσκόπους, η πολιτική ευθύνη βαραίνει τον ίδιο.
κρατιδιακές εκλογές στο Βερολίνο και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό το μέλλον του Φρίντριχ Μερτς. Ο ίδιος το γνωρίζει και έχει ήδη συγκαλέσει την εκτελεστική επιτροπή του CDU για τις 17:00, μία ώρα πριν από την ανακοίνωση των exit polls. Εκεί, σύμφωνα με τα γερμανικά ΜΜΕ, σκοπεύει να θέσει στην ηγεσία του κόμματός του ένα τελεσίγραφο: είτε πλήρης στήριξη στις μεταρρυθμίσεις που προωθεί, με τις απαραίτητες υποχωρήσεις και προς το SPD, είτε άμεση απάντηση για το ποιος μπορεί να τον αντικαταστήσει.
Για να σηκώσει το CDU το γάντι, θα πρέπει πρώτα να έχει βρει αντικαταστάτη. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, ο πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Χέντρικ Βουστ, που εμφανίζεται εδώ και εβδομάδες ως το επικρατέστερο όνομα, διστάζει να κάνει το βήμα, κυρίως επειδή νιώθει ανασφάλεια για τα μεγάλα ανοιχτά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Επιπλέον, τον επόμενο Απρίλιο έχει εκλογές στο κρατίδιό του και το πιθανότερο είναι πως δεν θα βγει ενισχυμένος, ακόμη κι αν επανεκλεγεί. Τα υπόλοιπα ονόματα που ακούγονται, του πρωθυπουργού της Βαυαρίας Μάρκους Ζέντερ και του υπουργού Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ, θα σήμαιναν καγκελάριο από τον «μικρό» εταίρο του CDU, τη Χριστιανοκοινωνική Ένωση (CSU), κάτι που παραδοσιακά δεν αρέσει στους Χριστιανοδημοκράτες.
Αν όμως αύριο στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις που θέλουν το CDU να παλεύει για την είσοδό του στο τοπικό κοινοβούλιο, με ποσοστά κοντά στο 6%, το κλίμα θα γίνει ακόμη βαρύτερο και ο κ. Μερτς δεν αποκλείεται να βρεθεί αντιμέτωπος με πίεση για παραίτηση από τους πιο θερμόαιμους του κόμματός του. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα μείνει στη θέση του μέχρι η Bundestag να εκλέξει τον αντικαταστάτη του, ο οποίος όμως θα χρειαστεί και τη στήριξη του SPD – με ποια ανταλλάγματα, όμως; Θα χρειαστεί άραγε και μια χρονοβόρα επαναδιαπραγμάτευση της προγραμματικής συμφωνίας;
Υπάρχει και το σενάριο να ζητήσει ο καγκελάριος ψήφο εμπιστοσύνης από τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού. Στο παρελθόν, μία φορά ο Όλαφ Σολτς και μία φορά ο Γκέρχαρντ Σρέντερ το έκαναν για να χάσουν την πλειοψηφία και να ανοίξουν τον δρόμο για εκλογές. Ποιος, όμως, θέλει εκλογές σήμερα, εκτός από την AfD; Σίγουρα όχι τα κυβερνώντα κόμματα.
Ένα ακόμη, μάλλον απίθανο, σενάριο προβλέπει στήριξη του αντικαταστάτη του Φρίντριχ Μερτς από την ακροδεξιά στη Βουλή. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι θα έσπαγαν βίαια πολλά ταμπού και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το CDU θα άντεχε τους κραδασμούς.
Η πιθανότερη εξέλιξη είναι να παραμείνει ο κ. Μερτς στην καγκελαρία, με νύχια και με δόντια. Έτσι μπορεί να διαβαστεί και η πρόσφατη κίνηση των οκτώ χριστιανοδημοκρατών πρωθυπουργών κρατιδίων, οι οποίοι με κοινή επιστολή απέρριψαν κατηγορηματικά τη συζήτηση για αλλαγή προσώπου. Η επιστολή, ωστόσο, απέχει πολύ από το κείμενο που θα ήθελε ο καγκελάριος, αφού το όνομά του δεν αναφέρεται πουθενά και η κίνηση μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια των δελφίνων να απομακρύνουν από πάνω τους τις ευθύνες για την εσωστρέφεια των τελευταίων εβδομάδων, παρά με θερμή έκφραση στήριξης. Μάλιστα, όπως αποκάλυψε η BILD, η επιστολή ζητήθηκε από τον ίδιο τον Φρίντριχ Μερτς και δεν ήταν πρωτοβουλία των στελεχών του. Ο κ. Μερτς, σε αντίθεση με την Άγγελα Μέρκελ, δεν τηλεφωνούσε ποτέ στους πρωθυπουργούς. Τους θυμήθηκε ξαφνικά τώρα, έγραψε η εφημερίδα.
Ακόμη και τώρα ο Φρίντριχ Μερτς δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τις ευθύνες του για την εικόνα της κυβέρνησης και του κόμματός του. Πρώτα απέδωσε τα προβλήματα στην Άγγελα Μέρκελ, λέγοντας πως άφησε τις υποδομές στο έλεος του χρόνου, οδήγησε στην ενεργειακή εξάρτηση από τη Μόσχα και άνοιξε την πόρτα στους μετανάστες, κάτι που επέτρεψε στην ακροδεξιά να γιγαντωθεί. Ακόμη κι αν το επιχείρημα έχει βάση, πλέον δεν περνά στους πολίτες που περιμένουν λύσεις στα σημερινά τους προβλήματα. Βέβαια, η ιστορία είναι πράγματι σκληρή με τον κ. Μερτς. Η προκάτοχός του διαχειρίστηκε περιόδους ευημερίας, ειρήνης και «γερμανικού θαύματος», ενώ ο ίδιος ανέλαβε πολέμους, βιομηχανία σε κρίση, διεθνή αστάθεια, απρόβλεπτους συμμάχους και αυξανόμενη απειλή από τα δεξιά. Δεν φταίει όμως κανείς για τις προσδοκίες που καλλιέργησε ο ίδιος πριν από τη θητεία του. Προερχόταν από την οικονομία και υποσχόταν λύσεις. Σε 100 ημέρες θα είχε αναστρέψει την εικόνα στο μεταναστευτικό, θα είχε κόψει την AfD στο μισό, και ούτω καθεξής. Η χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών, η κακή επιλογή προσώπων και το συνήθως αυστηρό, άτεγκτο ύφος του δεν βοήθησαν. «Δεν το ‘χω με την επικοινωνία», παραδέχτηκε δημόσια, χωρίς να συγκινήσει. «Του λείπει η απλή γλώσσα που αγγίζει καρδιές και μυαλά», έγραψε η Handelsblatt, σε σχόλιο που έμοιαζε περισσότερο με απολογισμό ή επικήδειο.
Την ίδια ώρα, στο κόμμα του η φτώχεια φέρνει γκρίνια, αλλά και κινήσεις αυτοσυντήρησης και πανικού. Οι πρωθυπουργοί των κρατιδίων δεν θέλουν να παρασυρθούν στην καταστροφή μαζί με τον αρχηγό τους. Νέες εκλογές ή οποιαδήποτε μορφή αστάθειας – ή έστω ασάφειας – στη Γερμανία δεν θα ωφελούσαν ούτε τη χώρα ούτε την Ευρώπη. Ένας αποδυναμωμένος Γερμανός καγκελάριος θα ήταν θετική εξέλιξη μόνο για τους εχθρούς της Ευρώπης, ούτε καν για τους επίδοξους δελφίνους του. Τις επόμενες ημέρες θα φανεί αν οι Γερμανοί – πολιτικοί και πολίτες – έχουν την κρίση, την ωριμότητα και την επιδεξιότητα να ιεραρχήσουν σωστά τις προτεραιότητές τους και να ανταποκριθούν στις ευθύνες τους, ευθύνες που είναι μεγαλύτερες από τις θέσεις τους ή τα κόμματά τους.
![]()
