Πάνω από 255 εκατομμύρια αυτοκίνητα στους δρόμους της Ευρώπης – Η Ελλάδα με τον γηραιότερο στόλο
(ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ/EUROKINISSI)

Πάνω από 255 εκατομμύρια αυτοκίνητα στους δρόμους της Ευρώπης – Η Ελλάδα με τον γηραιότερο στόλο

Περισσότερα από 255 εκατομμύρια επιβατικά αυτοκίνητα κυκλοφορούν στην ΕΕ, ενώ στην Ελλάδα ο μέσος όρος ηλικίας τους αγγίζει τα 17,8 έτη.

Από τους δρόμους των μεγάλων ευρωπαϊκών μητροπόλεων μέχρι τις καθημερινές μετακινήσεις στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, το αυτοκίνητο εξακολουθεί να αποτελεί βασικό μέσο μεταφοράς. Την ίδια στιγμή, όμως, ο αυξανόμενος αριθμός οχημάτων και η αργή ανανέωση του στόλου εντείνουν την περιβαλλοντική επιβάρυνση, αναδεικνύοντας την ανάγκη για πιο καθαρές και βιώσιμες μετακινήσεις.

Σύμφωνα με την έκθεση Vehicles on European Roads 2026 της Ένωσης Ευρωπαίων Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (ACEA), το 2024 κυκλοφορούσαν στους δρόμους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχεδόν 256 εκατομμύρια επιβατικά αυτοκίνητα, αριθμός αυξημένος κατά 1,4% σε σχέση με το 2023. Αν συνυπολογιστούν τα ελαφρά επαγγελματικά οχήματα, τα φορτηγά και τα λεωφορεία, ο συνολικός αριθμός έφτανε σχεδόν τα 294 εκατομμύρια.

Στην ευρύτερη περιοχή που περιλαμβάνει την ΕΕ, τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (EFTA) και το Ηνωμένο Βασίλειο, κυκλοφορούσαν περίπου 348 εκατομμύρια οχήματα όλων των κατηγοριών. Η Γερμανία διατηρούσε τον μεγαλύτερο αριθμό επιβατικών αυτοκινήτων στην ΕΕ, με περισσότερα από 49,3 εκατομμύρια, ενώ ακολουθούσαν η Ιταλία με 41,3 εκατομμύρια και η Γαλλία με 39,7 εκατομμύρια.

Η αύξηση του στόλου δεν αποτελεί από μόνη της τη μοναδική αιτία της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης. Καθοριστικό ρόλο παίζουν η ηλικία και η τεχνολογία των οχημάτων, τα καύσιμα που χρησιμοποιούν, οι αποστάσεις που διανύουν, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο οργανώνονται οι καθημερινές μετακινήσεις.

Η Ελλάδα και το πρόβλημα του γερασμένου στόλου

Η εικόνα στην Ελλάδα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με την ACEA, το 2024 κυκλοφορούσαν στη χώρα 5.738.572 επιβατικά αυτοκίνητα, αριθμός αυξημένος κατά 2,2% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Αντίστοιχα, ο συνολικός αριθμός οχημάτων όλων των κατηγοριών ξεπερνούσε τα 6,84 εκατομμύρια.

Το σημαντικότερο στοιχείο, ωστόσο, αφορά την ηλικία των αυτοκινήτων. Η Ελλάδα διαθέτει τον γηραιότερο στόλο επιβατικών ΙΧ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με μέση ηλικία τα 17,8 έτη, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στα 12,7 έτη. Με άλλα λόγια, το μέσο ελληνικό αυτοκίνητο είναι περίπου πέντε χρόνια παλαιότερο από το αντίστοιχο ευρωπαϊκό.

Η κατάσταση είναι ακόμη πιο ανησυχητική στα επαγγελματικά οχήματα. Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, η μέση ηλικία των ελαφρών επαγγελματικών οχημάτων στην Ελλάδα φτάνει τα 21,2 έτη, ενώ στα φορτηγά τα 22,9 έτη. Στα λεωφορεία, ο μέσος όρος αγγίζει τα 17,2 έτη.

Τα δεδομένα αποτυπώνουν ένα ευρύτερο πρόβλημα: ακόμη κι όταν κυκλοφορούν στην αγορά νεότερα και καθαρότερα μοντέλα, η αλλαγή δεν μεταφέρεται άμεσα στο σύνολο των οχημάτων που κινούνται καθημερινά στους δρόμους. Η αντικατάσταση ενός παλαιού αυτοκινήτου απαιτεί χρόνο, ενώ το κόστος αγοράς ενός νεότερου οχήματος αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για πολλά νοικοκυριά.

Πώς τα αυτοκίνητα επιβαρύνουν το περιβάλλον

Οι οδικές μεταφορές συνδέονται με δύο διαφορετικές, αλλά αλληλένδετες, περιβαλλοντικές προκλήσεις: την κλιματική αλλαγή και την ατμοσφαιρική ρύπανση.

Η καύση βενζίνης και πετρελαίου παράγει διοξείδιο του άνθρακα (CO₂), ένα από τα βασικά αέρια του θερμοκηπίου που συμβάλλουν στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Παράλληλα, οι κινητήρες εσωτερικής καύσης εκπέμπουν, σε διαφορετικές ποσότητες ανάλογα με την τεχνολογία και την κατάσταση του οχήματος, οξείδια του αζώτου, μονοξείδιο του άνθρακα και άλλους ατμοσφαιρικούς ρύπους.

Ιδιαίτερα επιβαρυμένες είναι οι περιοχές με έντονη κυκλοφορία και συχνή συμφόρηση. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, η συγκέντρωση οχημάτων σε κεντρικούς δρόμους αυξάνει την έκθεση των κατοίκων στους ρύπους. Οι επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης συνδέονται με αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα, ενώ τα αιωρούμενα σωματίδια αποτελούν σημαντικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.

Η ηλικία ενός αυτοκινήτου δεν καθορίζει από μόνη της τις εκπομπές του. Ωστόσο, τα παλαιότερα μοντέλα συνήθως διαθέτουν λιγότερο εξελιγμένα συστήματα περιορισμού των ρύπων και μπορεί να επιβαρύνουν περισσότερο το περιβάλλον σε σχέση με νεότερα οχήματα αντίστοιχης κατηγορίας. Η συντήρηση και η πραγματική κατάσταση του κινητήρα διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο.

Επομένως, το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα αυτοκίνητα κυκλοφορούν, αλλά και πόσο ρυπογόνα είναι, πόσο χρησιμοποιούνται και κατά πόσο οι πολίτες έχουν εναλλακτικές λύσεις για τις μετακινήσεις τους.

Ηλεκτροκίνηση: Λύση για τους ρύπους, όχι από μόνη της για την κυκλοφορία

Η μετάβαση στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία για τον περιορισμό της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης από τις μεταφορές. Τα αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα δεν εκπέμπουν καυσαέρια κατά την οδήγηση, γεγονός που μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα του αέρα στις πόλεις, ιδιαίτερα σε δρόμους με μεγάλη κυκλοφορία.

Ωστόσο, η διείσδυση της ηλεκτροκίνησης στον ευρωπαϊκό στόλο παραμένει περιορισμένη. Σύμφωνα με την ACEA, τα αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα αντιστοιχούσαν μόλις στο 2,3% των επιβατικών ΙΧ που κυκλοφορούσαν στην ΕΕ το 2024. Το ποσοστό αυτό αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στην αύξηση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων στις νέες ταξινομήσεις και στην πραγματική σύνθεση του στόλου.

Η ηλεκτροκίνηση μπορεί να περιορίσει σημαντικά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής ενός αυτοκινήτου, από την παραγωγή του μέχρι τη χρήση του, ιδίως όταν η ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Το ακριβές περιβαλλοντικό όφελος εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το ενεργειακό μείγμα, την κατασκευή και τη διάρκεια ζωής της μπαταρίας, καθώς και τα χιλιόμετρα που διανύει το όχημα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο είναι απολύτως απαλλαγμένο από περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Η παραγωγή μπαταριών απαιτεί ενέργεια και πρώτες ύλες, ενώ η φθορά των ελαστικών και του οδοστρώματος εξακολουθεί να παράγει σωματίδια. Παρ’ όλα αυτά, η απουσία καυσαερίων από την εξάτμιση αποτελεί ουσιαστικό πλεονέκτημα για την ποιότητα του αέρα στις κατοικημένες περιοχές.

Στην Ελλάδα, η περαιτέρω ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης συνδέεται με την αντιμετώπιση συγκεκριμένων εμποδίων: το κόστος αγοράς, τη διαθεσιμότητα δημόσιων σημείων φόρτισης, τη δυνατότητα φόρτισης σε κατοικίες και την ανάγκη για ένα σταθερό πλαίσιο κινήτρων. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, η ανανέωση του γερασμένου στόλου αναμένεται να παραμείνει αργή.

Γιατί δεν αρκεί να αντικαταστήσουμε τα συμβατικά ΙΧ με ηλεκτρικά

Η αντικατάσταση των συμβατικών αυτοκινήτων με ηλεκτρικά μπορεί να περιορίσει τις εκπομπές ανά διαδρομή, δεν αντιμετωπίζει όμως αυτομάτως την κυκλοφοριακή συμφόρηση, την κατάληψη δημόσιου χώρου από σταθμευμένα οχήματα ή την ανάγκη για περισσότερους δρόμους και υποδομές.

Ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο καταλαμβάνει περίπου τον ίδιο χώρο με ένα συμβατικό, ενώ η αυξημένη κυκλοφορία εξακολουθεί να δημιουργεί καθυστερήσεις και να επιβαρύνει τον αστικό χώρο. Για τον λόγο αυτό, η βιώσιμη κινητικότητα δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην αλλαγή του κινητήρα.

Καθοριστική είναι η ενίσχυση των μέσων μαζικής μεταφοράς, με συχνότερα δρομολόγια, αξιόπιστες συνδέσεις και σύγχρονα οχήματα. Η ανάπτυξη του Μετρό και του Τραμ, η ανανέωση των στόλων λεωφορείων και η βελτίωση των συνθηκών για πεζούς και ποδηλάτες μπορούν να περιορίσουν την ανάγκη χρήσης ιδιωτικού αυτοκινήτου.

Ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις, η μετακίνηση περισσότερων ανθρώπων με ένα λεωφορείο ή ένα τρένο μπορεί να μειώσει την ενέργεια και τις εκπομπές που αναλογούν σε κάθε επιβάτη, εφόσον τα μέσα χρησιμοποιούνται αποτελεσματικά. Παράλληλα, η ηλεκτροκίνηση των δημόσιων συγκοινωνιών μπορεί να περιορίσει περαιτέρω τους ρύπους στους δρόμους.

Το στοίχημα της επόμενης ημέρας

Τα στοιχεία της ACEA αποτυπώνουν μια δύσκολη εξίσωση: ο αριθμός των αυτοκινήτων στην Ευρώπη εξακολουθεί να αυξάνεται, ενώ η ανανέωση του στόλου και η διείσδυση οχημάτων μηδενικών εκπομπών προχωρούν με πιο αργούς ρυθμούς. Στην Ελλάδα, η μεγάλη ηλικία των επιβατικών αυτοκινήτων, των φορτηγών και των επαγγελματικών οχημάτων κάνει την πρόκληση ακόμη μεγαλύτερη.

Η περιβαλλοντική αποκλιμάκωση απαιτεί συνδυασμό παρεμβάσεων: σταδιακή αντικατάσταση των πιο ρυπογόνων οχημάτων, ευκολότερη πρόσβαση στην ηλεκτροκίνηση, καθαρότερη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και ουσιαστική αναβάθμιση των δημόσιων συγκοινωνιών.

Το ζητούμενο, τελικά, δεν είναι μόνο να κυκλοφορούν περισσότερα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, αλλά να μειωθεί συνολικά η περιβαλλοντική επιβάρυνση των μετακινήσεων. Και αυτό προϋποθέτει όχι μόνο καθαρότερα οχήματα, αλλά και πόλεις στις οποίες οι πολίτες μπορούν να μετακινούνται εύκολα, οικονομικά και με μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Δείτε αναλυτικά την έκθεση Vehicles on European Roads 2026:

Loading

Play