Κύκλο εργασιών 2.197,5 εκατ. ευρώ κατέγραψε στο πρώτο εξάμηνο του 2026 ο Όμιλος ElvalHalcor, σημειώνοντας άνοδο 18% σε σχέση με τα 1.862,0 εκατ. ευρώ της αντίστοιχης περιόδου του 2025. Η αύξηση προήλθε κυρίως από τους μεγαλύτερους όγκους πωλήσεων και στους δύο κλάδους, αλουμινίου και χαλκού, αλλά και από τις υψηλότερες τιμές των μετάλλων.
Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση, ο κλάδος αλουμινίου κατέγραψε πωλήσεις 227 χιλ. τόνων, αυξημένες κατά 7,0%, με βασικούς μοχλούς ανάπτυξης την άκαμπτη συσκευασία και τη σημαντική επέκταση των εφαρμογών στις μεταφορές.
Ο κλάδος χαλκού κατέγραψε όγκους πωλήσεων 91 χιλ. τόνων, αυξημένους κατά 0,6%. Η εικόνα αυτή, ωστόσο, δεν αποτυπώνει πλήρως τις ουσιαστικές μεταβολές στο προϊοντικό χαρτοφυλάκιο, καθώς η ανάπτυξη στις εφαρμογές ενέργειας, βιομηχανίας και HVAC&R συνοδεύτηκε από τη στρατηγική μείωση της παραγωγής προϊόντων διέλασης ορειχάλκου χαμηλότερου περιθωρίου κέρδους.
Όπως αναφέρεται στην ίδια ανακοίνωση, ο πόλεμος στον Κόλπο επηρέασε σημαντικά τις αγορές ενέργειας και πρώτων υλών, χωρίς όμως να έχει ουσιαστική επίδραση στη δραστηριότητα του Ομίλου, πέρα από τη διατήρηση των τιμών του αλουμινίου σε υψηλά επίπεδα. Οι δασμοί των ΗΠΑ βάσει του Section 232, που πλέον φτάνουν στο 50% για το αλουμίνιο και τον χαλκό, συνέχισαν να ανακατευθύνουν τις παγκόσμιες εμπορικές ροές, χωρίς να επηρεάσουν τη θέση του Ομίλου στην αμερικανική αγορά. Παράλληλα, ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), που τέθηκε σε πλήρη εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου, δεν έφερε ουσιώδεις αλλαγές στις συνθήκες της αγοράς.
Οι διεθνείς τιμές των μετάλλων παρέμειναν βασικός παράγοντας που επηρέασε τα οικονομικά μεγέθη του Ομίλου στο πρώτο εξάμηνο του 2026. Η τιμή του χαλκού έφτασε σε ιστορικά υψηλά τον Μάιο, καθώς οι περιορισμοί στην προσφορά συνδυάστηκαν με ισχυρή ζήτηση. Παρότι υποχώρησε από τα υψηλά της προς το τέλος της περιόδου, η μέση τιμή εξαμήνου διαμορφώθηκε στα 11.212 ευρώ ανά τόνο, από 8.641 ευρώ ανά τόνο στο πρώτο εξάμηνο του 2025.
Η τιμή του αλουμινίου ακολούθησε σταθερή ανοδική πορεία, με την άνοδο να εντείνεται τον Μάρτιο, όταν το κλείσιμο χυτηρίων στον Κόλπο συνέπεσε με τα ήδη χαμηλά επίπεδα αποθεμάτων στο LME. Η μέση τιμή διαμορφώθηκε στα 2.897 ευρώ ανά τόνο, έναντι 2.331 ευρώ ανά τόνο το πρώτο εξάμηνο του 2025. Αντίστοιχα, η μέση τιμή του ψευδαργύρου έφτασε τα 2.871 ευρώ ανά τόνο, από 2.516 ευρώ ανά τόνο την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Η λειτουργική κερδοφορία ενισχύθηκε, με το αναπροσαρμοσμένο EBITDA (a-EBITDA) να αυξάνεται κατά 6,6% και να διαμορφώνεται στα 143,3 εκατ. ευρώ, από 134,4 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2025. Η αύξηση των όγκων πωλήσεων και το ευνοϊκότερο προϊοντικό μείγμα βελτίωσαν τη λειτουργική κερδοφορία, αντισταθμίζοντας εν μέρει τις πληθωριστικές πιέσεις στα λοιπά κόστη παραγωγής και τις πιέσεις στις τιμές πώλησης που καταγράφηκαν σε ορισμένες προϊοντικές κατηγορίες. Η αυξημένη συμμετοχή προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας στο χαρτοφυλάκιο του Ομίλου λειτούργησε ως βασικός παράγοντας στήριξης της κερδοφορίας. Το λογιστικό αποτέλεσμα μετάλλου διαμορφώθηκε σε κέρδος 78,0 εκατ. ευρώ, από κέρδος 7,1 εκατ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2025, ενισχύοντας το ενοποιημένο EBITDA κατά 52,1%, το οποίο ανήλθε στα 211,5 εκατ. ευρώ.
Το κεφάλαιο κίνησης αυξήθηκε κατά 39,3 εκατ. ευρώ σε σχέση με το τέλος του 2025 και διαμορφώθηκε στα 596,2 εκατ. ευρώ. Παρά τη σημαντική άνοδο των τιμών των μετάλλων μέσα στην περίοδο, η αύξηση αυτή παρέμεινε περιορισμένη, κάτι που αντανακλά την αποτελεσματική διαχείριση των αποθεμάτων και των εμπορικών απαιτήσεων. Σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2025 (y-o-y), ο Όμιλος διατήρησε αισθητά χαμηλότερο επίπεδο κεφαλαίου κίνησης, παρά τις σημαντικά υψηλότερες τιμές των μετάλλων.
Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες ανήλθαν σε 56 εκατ. ευρώ και κατευθύνθηκαν σε στοχευμένες λειτουργικές βελτιώσεις και στους δύο κλάδους. Παράλληλα, οι ισχυρές λειτουργικές ταμειακές ροές κάλυψαν πλήρως τις ανάγκες σε κεφάλαιο κίνησης, τις επενδύσεις και τη διανομή μερίσματος. Ως αποτέλεσμα, ο καθαρός δανεισμός μειώθηκε στα 547,9 εκατ. ευρώ στις 30 Ιουνίου, από 605,3 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2025 και 629,5 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα, με μείωση 81,6 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση. Τα καθαρά χρηματοοικονομικά έξοδα περιορίστηκαν κατά 3,5% και διαμορφώθηκαν στα 17,3 εκατ. ευρώ, λόγω τόσο των χαμηλότερων επιτοκίων όσο και της μείωσης του δανεισμού.
Τα ενοποιημένα κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν σε 128,9 εκατ. ευρώ, από 74,1 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Τα κέρδη που αναλογούν στους μετόχους διαμορφώθηκαν σε 123,6 εκατ. ευρώ ή 0,3299 ευρώ ανά μετοχή, έναντι 70,9 εκατ. ευρώ ή 0,1891 ευρώ ανά μετοχή στο πρώτο εξάμηνο του 2025.
![]()
