Η αναζήτηση του καλύτερου μωρού και η επιστροφή της ευγονικής

Η αναζήτηση του καλύτερου μωρού και η επιστροφή της ευγονικής

Το 2025, μια σειρά διαφημίσεων που είχε τοποθετήσει η εταιρεία «Nucleus Genomics» στο δίκτυο του μετρό της Νέας Υόρκης υποσχόταν στους υποψήφιους γονείς ότι μπορούσαν να αποκτήσουν το καλύτερο μωρό.

Μέσα από αφίσες που ανέφεραν ότι «το ύψος είναι κατά 80% γενετικό» και «η νοημοσύνη κατά 50%», οι ενδιαφερόμενοι οδηγούνταν σε ιστοσελίδα που περιέγραφε μια ακριβή, ολοκληρωμένη διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης. Έως και 20 έμβρυα θα ελέγχονταν για κάθε γενετική διαταραχή που υπάρχει, αλλά και για το χρώμα των ματιών και των μαλλιών, καθώς και για χαρακτηριστικά από τη δύναμη και τη μακροζωία έως την αϋπνία και την ανδρική φαλάκρα.

Το μήνυμα αυτό ταίριαζε απόλυτα στην εποχή μας. Επιδιώκουμε ήδη να βελτιώσουμε τον εαυτό μας με κάθε τρόπο, μέσα από έναν υγιεινό και απόλυτα ελεγχόμενο τρόπο ζωής. Με τη μέτρηση και την ποσοτικοποίηση της άσκησης, της διατροφής και ακόμη και του ύπνου μας, μπορούμε να κρίνουμε αν ζούμε όσο καλύτερα γίνεται, οπότε γιατί να μη στοχεύσουμε και στο καλύτερο μωρό;

Αν και μπορεί να μην είμαστε δισεκατομμυριούχοι που αναζητούν την αθανασία, ζούμε διαρκώς υπό την πίεση να κυνηγάμε την ανθρώπινη τελειότητα, τόσο στη δική μας γενιά όσο και στην επόμενη. Και παρότι έχει πάρει νέα, καταναλωτική μορφή, εστιασμένη στο ατομικό εγώ, αυτή η επιταγή έχει ένα γνώριμο όνομα: ευγονική.

Οι εταιρείες γονιδιωματικής αποφεύγουν συνήθως τον όρο «ευγονική», και όχι χωρίς λόγο. Παρότι η λέξη προέρχεται από την ελληνική έννοια της «καλής γέννησης», μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η ευγονική απορρίφθηκε ευρέως ως ρατσιστικό, ψευδοεπιστημονικό κίνημα. Ο δηλωμένος στόχος της ήταν η βελτίωση του ανθρώπινου είδους, όμως τα πιο απτά αποτελέσματά της ήταν η ακούσια στείρωση και ο αναγκαστικός εγκλεισμός «κατώτερων» ανθρώπων σε πολλές χώρες και, στη ναζιστική Γερμανία, η μαζική δολοφονία ανθρώπων που θεωρούνταν απειλή για την «ανώτερη φυλή».

Τις προηγούμενες δεκαετίες, ωστόσο, η ευγονική είχε μεγάλη απήχηση σε επιστήμονες, πολιτικούς και στο ευρύ κοινό. Παρότι πολλοί υποστηρικτές της ήταν ελιτιστές, σεξιστές και ρατσιστές αντιδραστικοί, υπήρχαν επίσης προοδευτικοί ευγονιστές, σοσιαλιστές ευγονιστές και φεμινίστριες με ευγονική αντίληψη. Ενώ κάποιοι υποστήριζαν την αναγκαστική στείρωση όσων θεωρούνταν ακατάλληλοι για αναπαραγωγή, άλλοι προέβαλλαν το δικαίωμα των γυναικών στον έλεγχο των γεννήσεων ως μέσο κοινωνικής βελτίωσης. Η πεποίθηση ότι πολλά ανθρώπινα χαρακτηριστικά ήταν σε μεγάλο βαθμό κληρονομικά δεν αναιρούσε την ιδέα ότι χρειάζονταν επίσης καλές συνθήκες υγιεινής, δημόσια υγεία, κοινωνική πρόνοια και πρόσβαση στην εκπαίδευση για να αναπτύξουν πλήρως τις δυνατότητές τους.

Η ελκυστικότητα της ευγονικής δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς την παραδοχή ότι συνδύαζε ουτοπικά και δυστοπικά στοιχεία. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί και η επιστροφή της ευγονικής περιλαμβάνει και τα δύο. Και πράγματι, η ευγονική έχει επιστρέψει, ακόμη και με το παλιό της όνομα. Αυτό που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «νεο-ευγονική αναβίωση» παίρνει μερικές φορές ανοιχτά ρατσιστική, υπέρ της λευκής υπεροχής μορφή.

Μιλά για τα ποσοστά γεννήσεων, τα επίπεδα IQ και την επερχόμενη «κατάρρευση του πολιτισμού» της Δύσης. Εστιάζει σε αυτό που θεωρεί ως διακριτές, άνισες φυλετικές ομάδες. Αυτή η εκδοχή της νεο-ευγονικής είναι εύκολο να απορριφθεί από όσους θεωρούν τους εαυτούς τους διαφωτισμένους. Μια άλλη μορφή της, όμως, είναι σαφώς πιο διαδεδομένη. Είναι προσεκτική με τις λέξεις και τις ταμπέλες και αποφεύγει την κρατική διαχείριση των πληθυσμών, δίνοντας βάρος στην ατομική ελευθερία επιλογής. Κατά μια έννοια, αυτή η μορφή ευγονικής δεν εξαφανίστηκε ποτέ πραγματικά.

Προς το τέλος του περασμένου αιώνα, ορισμένοι φιλόσοφοι και βιοηθικολόγοι άρχισαν να υποστηρίζουν αυτό που ονόμασαν «φιλελεύθερη ευγονική». Ο Νίκολας Άγκαρ, καθηγητής ηθικής από τη Νέα Ζηλανδία, και ο Τζούλιαν Σαβουλέσκου, Αυστραλός φιλόσοφος και βιοηθικός, συγκαταλέγονται σε όσους υποστήριξαν ότι αυτή η μορφή ευγονικής, που βασίζεται στην ελευθερία επιλογής των γονέων για το μωρό τους, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την καταπιεστική ευγονική του παρελθόντος, η οποία επιδίωκε την κινητοποίηση του κράτους για τον περιθωριοποίηση ή ακόμη και την εξόντωση ολόκληρων ομάδων.

Οι ρίζες αυτής της μετατόπισης είναι πολύ παλαιότερες. Σύμφωνα με τον ιστορικό Nathaniel Comfort, η ευγονική είχε ήδη αρχίσει να μετακινεί το ενδιαφέρον της από τον πληθυσμό στο άτομο στα μέσα του 20ού αιώνα, παράλληλα με την άνοδο της ιατρικής γενετικής. Αυτό συνέβη εν μέρει επειδή οι καταπιεστικές ευγονικές πολιτικές είχαν γίνει αμφιλεγόμενες και εν μέρει επειδή η ιατρική γενετική ήταν μια αναπτυσσόμενη επιστήμη, πολύ διαφορετική από τις ψευδοεπιστημονικές υποθέσεις του παρελθόντος.

Στις ΗΠΑ, τα αρχεία της ευγονικής διατηρούσαν ένα συνονθύλευμα παρατηρήσεων βασισμένων σε προκαταλήψεις για τη φυλή, την κοινωνική τάξη και το φύλο. Οι κλινικές ιατρικής γενετικής, αντίθετα, ανέπτυσσαν γνώσεις και εργαλεία με πραγματική και αυξανόμενη προγνωστική ισχύ.

Σήμερα, οι διαδικασίες προγεννητικού ελέγχου είναι μέρος της συνήθους ιατρικής πρακτικής εδώ και δεκαετίες, με βασικό στόχο τον εντοπισμό αναπηριών και ασθενειών. Το σύνδρομο Down είναι πολύ σπάνιο σε χώρες που διευκολύνουν τον προγεννητικό έλεγχο. Στη Δανία, για παράδειγμα, η κύηση διακόπτεται σε πάνω από το 95% των περιπτώσεων όπου έχει διαπιστωθεί το σύνδρομο Down.

Φυσικά θέλουμε το καλύτερο για τα παιδιά μας. Σε μια νεοφιλελεύθερη κοινωνία που έχει εμμονή με τη μεγιστοποίηση κάθε πλευράς της ζωής, το «καλύτερο» μπορεί εύκολα να σημαίνει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Μια εταιρεία όπως η Nucleus το γνωρίζει αυτό. Παίζοντας με τον όρο «διαγενεακός πλούτος», ο ιστότοπός της αφήνει να εννοηθεί ότι οι πελάτες μπορούν να αγοράσουν «διαγενεακή υγεία», εξασφαλίζοντας ένα είδος ενσωματωμένης ασπίδας απέναντι στην επιδείνωση της δημόσιας υγείας και των κοινωνικών υπηρεσιών. Τον 20ό αιώνα, η ευγονική ήταν εγχείρημα του εθνικού κράτους· στον 21ο αιώνα, έχει ξαναγραφτεί ως λογική επέκταση του καπιταλιστικού ατομικισμού.

Όπως έχει επισημάνει ο βιολόγος και ιστορικός Άνταμ Ράδερφορντ, η ευγονική είχε πάντα να κάνει με τον έλεγχο. Ο ίδιος ο όρος επινοήθηκε το 1883 από τον Φράνσις Γκάλτον, εξάδελφο του Κάρολου Δαρβίνου, που έβλεπε την εξέλιξη ως διαδικασία την οποία πρέπει να διαχειρίζεται και να κατευθύνει κανείς. Με την ανακάλυψη της φυσικής επιλογής, στον Γκάλτον φαινόταν αυτονόητο ότι «αυτό που η φύση κάνει τυφλά, αργά και αδίστακτα, ο άνθρωπος μπορεί να το κάνει με προνοητικότητα, γρήγορα και ευγενικά».

Μια χαρακτηριστική εικόνα από τις πρώτες δεκαετίες του κινήματος είναι το «δέντρο της ευγονικής» που δημιουργήθηκε για το 2ο Διεθνές Συνέδριο Ευγονικής, το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1921. Με ρίζες που φέρουν ονομασίες επιστημονικών κλάδων από τις φυσικές, κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, το δέντρο πλαισιώνεται από τη φράση «η ευγονική είναι η αυτοκατεύθυνση της ανθρώπινης εξέλιξης». Σε αυτή την εικόνα, τόσο η συσσώρευση γνώσης όσο και οι βιολογικές διεργασίες αποκτούν τελεολογία (σ.σ. φιλοσοφική θεωρία που ερμηνεύει τα πράγματα, τα φυσικά φαινόμενα ή τις εξελίξεις με βάση τον σκοπό, το τέλος ή την επιδιωκόμενη κατεύθυνσή τους). Όμως ποιοι είναι οι στόχοι τους; Για ποιο λόγο γίνεται στην πραγματικότητα όλος αυτός ο έλεγχος, η διαχείριση και η βελτιστοποίηση;

Για τον Γκάλτον, όπως και για τις γενιές των αφοσιωμένων ευγονιστών που τον ακολούθησαν, η ευγονική ήταν πολιτικά και ηθικά αναγκαία ώστε να αποτραπεί η κοινωνική καταστροφή που θα έφερνε η εκφυλιστική παρακμή. Ακολουθώντας παλαιότερους στοχαστές όπως ο Τόμας Μάλθους, ανησυχούσαν ότι αναπαράγονταν πάρα πολλοί φτωχοί και ανεπιθύμητοι άνθρωποι. Σε σύντομο χρόνο, οι ανώτεροι λαοί θα ξεπερνιόνταν αριθμητικά και θα υποσκελίζονταν από τους φυσικά κατώτερους.

Η πρόταση της ευγονικής για μαζική διαχείριση του πληθυσμού διατυπώθηκε, λοιπόν, προς όφελος ενός συγκεκριμένου ιδανικού για την ανθρωπότητα, όπου το καθολικό «καλύτερο» οριζόταν με εντυπωσιακά στενό τρόπο. Μέσα από την έννοια της «κληρονομικής ιδιοφυΐας», ο Γκάλτον παρουσίασε τα προνόμια του πλούτου και της κοινωνικής τάξης ως έμφυτες ιδιότητες, ενώ εξήγησε ανεπιθύμητα χαρακτηριστικά όπως η «αλητεία» και η «εγκληματικότητα» ως αιτίες και όχι ως συνέπειες της φτώχειας, της στέρησης και της περιθωριοποίησης. Η ευγονική ουτοπία του Γκάλτον ήταν μια ιδέα που αντανακλούσε τις προκαταλήψεις ενός συγκεκριμένου τόπου και χρόνου.

Το ίδιο ισχύει και για τη φιλελεύθερη ευγονική στην εποχή μας. Μπορούμε να αμφισβητήσουμε αν οι υποσχέσεις των εταιρειών γονιδιωματικής για το «καλύτερο μωρό» είναι αξιόπιστες. Ίσως όμως πιο ουσιαστικό είναι να ρωτήσουμε ποια είναι η δική τους έννοια του «καλύτερου». Τι θεωρούν πολύτιμο και τι άνευ αξίας σε μια ανθρώπινη ζωή;

Η φιλελεύθερη ευγονική δίνει έμφαση στα θετικά. Προσπαθώντας να αποστασιοποιηθεί από τις αναγκαστικές στειρώσεις του παρελθόντος, προτιμά να εστιάζει, όπως κάνει και η Nucleus, στη βελτίωση και την ενίσχυση του ανθρώπου. Όμως στη βιολογία δεν μπορείς να επιλέξεις κάτι χωρίς να αποκλείσεις κάτι άλλο. Η θετική ευγονική και η αρνητική ευγονική είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος· χωρίς μια ιδέα για το τι είναι ανεπιθύμητο, δεν μπορεί να υπάρξει έννοια του επιθυμητού.

Απέναντι στη στενόμυαλη ευγονική ιδέα του «καλύτερου μωρού», λοιπόν, μπορεί να αντιπαρατεθεί μια άλλη έννοια: αυτό που αποκαλούσε «γεννητικότητα». Με κάθε γέννηση, με κάθε νέο άτομο, δημιουργείται κάτι απολύτως μοναδικό. Και ο κόσμος αναδημιουργείται.

Loading

Play