Βιοπολιτική και συναίσθημα: το βιβλίο της Κάιλα Σούλερ για φυλή, φύλο και επιστήμη

Βιοπολιτική και συναίσθημα: το βιβλίο της Κάιλα Σούλερ για φυλή, φύλο και επιστήμη

Από τον Λαμάρκ έως την ευγονική, η Κάιλα Σούλερ χαρτογραφεί μια ιστορία όπου η φυλή, το φύλο και το συναίσθημα συνδέθηκαν με πολιτικές ανισότητας. Στο βιβλίο της Βιοπολιτική του αισθήματος. Φυλή, φύλο και επιστήμη τον 19ο αιώνα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, εξετάζει πώς οι βιολογικές θεωρίες χρησιμοποιήθηκαν για να στηρίξουν ιεραρχίες και διακρίσεις.

Ο αμιγώς βιολογικός ρατσισμός, που υποστηρίζει ότι υπάρχουν βιολογικά προσδιορισμένες ιεραρχίες ανάμεσα στις ανθρώπινες φυλές, σήμερα απορρίπτεται από όλους, συμπεριλαμβανομένης της Ακροδεξιάς, η οποία επικαλείται πολιτισμικές διαφορές για να δικαιολογήσει τις αντιμεταναστευτικές και αντιπροσφυγικές πολιτικές της. Ο βιολογικός ντετερμινισμός επιβιώνει μόνο στις θεωρίες για το πρωτίστως βιολογικό φύλο, πάντα όμως με τη διευκρίνιση ότι δεν τίθεται θέμα ανισότητας ανάμεσα στα φύλα.

Παρά ταύτα, οι αντιλήψεις περί βιολογικά προσδιορισμένων ανώτερων και κατώτερων φυλών ήταν διαδεδομένες στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα και διαμόρφωσαν μια κυρίαρχη βιοπολιτική. Η ευγονική υποσχόταν την απαλλαγή της ανθρωπότητας όχι μόνο από τις κατώτερες φυλές, αλλά και από όλους τους «κατώτερους» ανθρώπους, όσους κρίνονταν ότι δεν ήταν σωματικά, διανοητικά και ηθικά επαρκείς. Χρειάστηκε η εμπειρία του Ναζισμού και του Ολοκαυτώματος για να γίνει σαφές ότι το όριο της ευγονικής ήταν η γενοκτονία και να στιγματιστούν τέτοιες απόψεις.

Η Σούλερ δείχνει ότι ο Δαρβίνος δεν ήταν η μόνη αφετηρία του βιολογικού ντετερμινισμού. Συνηθίζουμε να θεωρούμε πως από εκεί ξεκινά η ιδέα των κληρονομικών γενετικών χαρακτηριστικών, συχνά χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η σημασία που έδινε ο ίδιος στην τυχαιότητα των παραλλαγών πριν από τη φυσική επιλογή. Τον 20ό αιώνα ο δαρβινισμός έγινε η κυρίαρχη εξελικτική θεωρία και αυτήν επικαλούνταν οι διάφορες παραλλαγές ρατσιστικής βιοπολιτικής.

Ωστόσο, στον 19ο αιώνα δεν υπήρχε μόνο ο Δαρβίνος. Μεγάλη ήταν και η επιρροή του Λαμάρκ για τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να κληρονομηθούν τα επίκτητα χαρακτηριστικά. Η επίδραση του περιβάλλοντος και ο ρόλος του ως στοιχείου κοινωνικής αναμόρφωσης υπήρξαν μέρος μιας ολόκληρης βιοπολιτικής παράδοσης. Αυτή είναι η θέση της Κάιλα Σούλερ, στο βιβλίο της που μόλις κυκλοφόρησε, σε μετάφραση και εισαγωγή του Δημήτρη Μ. Μόσχου και επιμέλεια της Ζωής Κόκκα.

Μελετώντας την ανάδυση των νεωτερικών βιοπολιτικών πρακτικών, η Σούλερ εντοπίζει ένα νήμα που δίνει έμφαση στο συναίσθημα, το αίσθημα και την αισθητηριακή εντύπωση και συναντά λαμαρκιανές θεωρήσεις. Ξεκινά από τη θέση του ίδιου του Λαμάρκ ότι το νευρικό σύστημα διαμορφώνεται από τις αισθητηριακές εντυπώσεις και ότι αυτή η διαμόρφωση μεταδίδεται στους απογόνους.

Στην Αμερικανική Εξελικτική Σχολή του 19ου αιώνα, η εμπειριοκρατική επιστημολογία μεταφράζεται σε θεωρία για τα είδη, τη φυλή και το φύλο, που δεν είναι λιγότερο ρατσιστική, αφού θεωρεί ότι η προηγμένη κοινωνική ζωή και η οικογενειακή σχέση επιτρέπουν καλύτερο έλεγχο των παρορμήσεων του σώματος και του συναισθήματος, δυνατότητα που δεν ίσχυε για όλους τους λαούς. Την ίδια στιγμή, δικαιολογεί την ανισότητα των φύλων μέσα από τη διάκριση ανάμεσα σε ανδρικό συναίσθημα και γυναικείο συναισθηματισμό.

Σε αυτό το διανοητικό κλίμα, η κοινωνική μεταρρύθμιση ορίζεται ως προσπάθεια να εκτεθούν τα πιο αδικημένα τμήματα της κοινωνίας στις σωστές επιδράσεις, στις σωστές εντυπώσεις. Το ίδιο κλίμα δεν άφησε ανεπηρέαστες ούτε προσωπικότητες που στρατεύτηκαν στον 19ο αιώνα κατά του ρατσισμού, όπως η Φράνσις Ελεν Χάρπερ, η οποία συνέλαβε την αλληλεξάρτηση της ανθρώπινης ανάπτυξης και της πράξης της αφής για να συγκροτήσει μια βιοπολιτική φυλετικής προόδου. Σε αυτήν, η διαδικασία της εν-τυπωσιμότητας μεταξύ ατόμων, με όλους τους ερωτικούς, αισθητικούς και ευγονικούς τρόπους ενός εαυτού που δημιουργείται προοδευτικά και ενός πληθυσμού που συνενώνεται κυρίως μέσω της σωματικής επαφής, εξελίσσει τα μαύρα άτομα προς τον πολιτισμό.

Στο έργο ιατρών όπως η Ελίζαμπεθ Μπλακγουελ και η Μαίρη Γουόκερ, η εν-τυπωσιμότητα συνδέεται με τη νευρολογία του γυναικείου κόλπου και η σεξουαλική υγιεινή συνδυάζεται με την αναγνώριση των δικαιωμάτων των γυναικών. Το αποτέλεσμα είναι η υπεράσπιση μιας λευκής γυναικείας φύσης ως βιοπολιτικής υποκειμενικότητας που αξίζει δικαιώματα και συνδέεται θεμελιωδώς με τα γεννητικά όργανα. Έτσι, εδώ ο φεμινισμός, ως υπεράσπιση των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών, λειτούργησε εντός των φυλετικών λογικών της διαφοροποίησης των φύλων.

Ένα άλλο παράδειγμα της βιοπολιτικής του αισθήματος η Σούλερ το εντοπίζει στη δράση του Τσαρλς Λόρινγκ Μπρέις, ο οποίος φαντάστηκε ότι η εξαθλίωση πόλεων όπως η Νέα Υόρκη του 19ου αιώνα, αλλά και ο κίνδυνος οι φτωχοί να μετατραπούν σε επικίνδυνες τάξεις, μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με τη μαζική μετεγκατάσταση παιδιών μεταναστευτικής καταγωγής, άρα λαών λιγότερο εξελιγμένων σε σχέση με τους Αγγλοσάξονες, στην Αμερικανική Δύση, ώστε να εκτεθούν στις σωστές επιδράσεις και να εξελιχθούν φυλετικά.

Ωστόσο, αυτή η βιοφιλανθρωπία, όπως την αποκαλεί η Σούλερ, υποχώρησε όταν στις αρχές του 20ού αιώνα κυριάρχησε ο βιολογικός ντετερμινισμός, που έδωσε έμφαση στη σταθερή κληρονομικότητα και υποτίμησε τα συναισθηματικά μοντέλα βιολογικού μετασχηματισμού μέσω της αισθητηριακής ρύθμισης. Αυτό ενίσχυσε την ευγονική, πλευρά της οποίας ήταν και η έμφαση στον έλεγχο των γεννήσεων. Η υποτίμηση των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων υπέρ των βιολογικών αποτυπώθηκε σε μέτρα όπως η θεσμοθέτηση των ακούσιων στειρώσεων ως μέσο εξάλειψης των αναπήρων, των απόρων και των σεξουαλικά μη κανονικών.

Το γεγονός ότι τότε γεννήθηκε το κίνημα για τον έλεγχο των γεννήσεων, άρα και το δικαίωμα στην αντισύλληψη, όπως και το αίτημα για τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων, οδήγησε κάποιες φορές σε αμφισημία ανάμεσα στο δικαίωμα των γυναικών να έχουν έλεγχο του σώματός τους και στις ευγονικές λογικές φυλετικής βελτίωσης. Η Σούλερ αναφέρεται στις τοποθετήσεις της Μάργκαρετ Σάνγκερ αλλά και του Ντου Μπόις, που κάποιες φορές φάνηκε ότι χρησιμοποιούσαν ευγονικές αναφορές.

Το συμπέρασμα της Σούλερ είναι ότι οι διαφορετικές διαδρομές της βιοπολιτικής πρέπει να μας κάνουν να αντιμετωπίζουμε με προσοχή όχι μόνο τις θεωρίες βιολογικού ντετερμινισμού, αλλά και τις θεωρίες που αναφέρονται στην πλαστικότητα της ανθρώπινης φύσης, καθώς και από εκεί μπορούν να προκύψουν νομιμοποιήσεις της ανισότητας.

Η Σούλερ επιμένει ότι η ανάλυση της διαπλοκής του πολιτισμικού και υλικού κόσμου δεν συνεπάγεται απαραίτητα τη φρίκη της φυλετικής επιστήμης, της ευγονικής και της κοινωνιοβιολογίας, αν και σίγουρα εγκυμονεί αυτόν τον κίνδυνο […]. Ωστόσο, μια προσεκτική συγκρητική θεωρία θα μπορούσε να είναι εργαλείο για να κατανοήσουμε πλήρως την υβριδική φύση της ίδιας της ζωής και της οικοδόμησης πολιτικών μοντέλων που συντηρούν τους συλλογικούς μας δεσμούς.

Πηγή περιεχομένου: in.gr

Loading

Play