Εξετάζοντας τις κοινωνικές δείκτες στην Ελλάδα, αποδεικνύεται ότι η επενδυτική πρόοδος δεν έχει αντίκρισμα στη ζωή των πολιτών. Την Πέμπτη 28 Αυγούστου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης παρουσίασε τις απόψεις του στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, σε μια προσπάθεια να πείσει για τη βελτίωση της ευημερίας κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Μητσοτάκη. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι δείκτες φτώχειας έχουν βελτιωθεί, ωστόσο, η πραγματικότητα αποδεικνύει διαφορετικά αποτελέσματα. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η φτώχεια στην Ελλάδα το 2024 ήταν 19,6%, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 2019.
Η ΕΛΣΤΑΤ έχει ορίσει το κατώφλι της φτώχειας για μονοπρόσωπα νοικοκυριά στα 6.510 ευρώ και για οικογένειες με δύο ενήλικες και δύο παιδιά κάτω των 14 ετών στα 13.671 ευρώ ετησίως. Οι συγκρίσεις δείχνουν ότι η Ελλάδα παρουσιάζει ανοδική τάση στο ποσοστό των πολιτών που ζουν κάτω από αυτό το όριο. Ειδικότερα, το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 ετών που ζουν σε φτώχεια αυξήθηκε από 12,2% το 2019 σε 18,8% το 2024.
Παρά τις δηλώσεις για αύξηση του διάμεσου εισοδήματος και της απασχόλησης, οι συγκριτικοί δείκτες σε ευρωπαϊκό επίπεδο δείχνουν ότι η Ελλάδα δεν έχει παραμείνει ανταγωνιστική. Ενώ οι κυβερνητικές πηγές τονίζουν τη δημιουργία 500.000 νέων θέσεων εργασίας, η ΕΛΣΤΑΤ δείχνει ότι η αύξηση της απασχόλησης από το 2015 έως το 2025 είναι ανάλογη. Αξιολογώντας την πραγματικότητα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αν και συνέχισε την πορεία της ΝΔ, δεν έχει καταφέρει να βελτιώσει καθοριστικούς κοινωνικούς δείκτες.
Η κριτική της διακυβέρνησης Τσίπρα αποκαλύπτει ότι οι προηγούμενες διοικήσεις, παρόλες τις προκλήσεις, πέτυχαν κάποια κοινωνική πρόοδο, σε αντίθεση με την τρέχουσα κυβέρνηση. Συμπερασματικά, η εικόνα της ελληνικής κοινωνίας παραμένει τεταμένη, με τη ραγδαία αύξηση των δεικτών φτώχειας και τις συνεχιζόμενες ανισότητες. Όλα αυτά οδηγούν στην παρατήρηση ότι οι κυβερνητικές δηλώσεις δεν αντανακλούν τη πραγματικότητα της καθημερινότητας των πολιτών.
Πηγή περιεχομένου: in.gr