Η ακραία ζέστη έχει γίνει ένα από τα πιο σοβαρά ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι σχολικές αίθουσες, καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες στην Ελλάδα και την Ευρώπη δεν περιορίζονται πλέον στους καλοκαιρινούς μήνες. Αυτές εμφανίζονται νωρίτερα, από τον Μάιο και τον Ιούνιο, και παρατείνονται έως τον Σεπτέμβριο, επηρεάζοντας άμεσα τη μαθησιακή διαδικασία. Η ζέστη δεν είναι απλώς μια καλοκαιρινή ενόχληση, αλλά ένα σοβαρό ζήτημα δημόσιας υγείας και εκπαιδευτικής ισότητας.
Ο δρ Ανδρέας Φλουρής, καθηγητής Φυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, αναλύει τις επιπτώσεις της ακραίας ζέστης στις σχολικές αίθουσες. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι υψηλές θερμοκρασίες δεν επηρεάζουν μόνο την άνεση των μαθητών, αλλά και την ικανότητά τους να συγκεντρωθούν και να συμμετάσχουν ενεργά στα μαθήματα. Η ζέστη μπορεί να προκαλέσει κούραση, νύστα και μειωμένη ικανότητα μάθησης.
Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει ότι η μείωση της θερμοκρασίας από 30 στους 20 βαθμούς Κελσίου μπορεί να βελτιώσει την απόδοση των μαθητών κατά 20%. Ωστόσο, οι ζεστές ημέρες που συσσωρεύονται μέσα στη σχολική χρονιά έχουν σωρευτική επίδραση, δημιουργώντας ένα αόρατο εμπόδιο στη μάθηση.
Η κατάσταση γίνεται πιο ανησυχητική, καθώς οι θερμοκρασίες αναμένονται να κυμανθούν από 29 έως 34 βαθμούς Κελσίου, με την Ευρώπη να καταγράφει τις πιο γρήγορα αυξανόμενες θερμοκρασίες. Οι σχολικές αίθουσες, σχεδιασμένες για πιο ήπιο κλίμα, καλούνται να λειτουργήσουν σε συνθήκες που δεν είναι κατάλληλες.
Ο δρ Φλουρής υπογραμμίζει ότι η ανισότητα είναι επίσης ένα σημαντικό ζήτημα, καθώς όχι όλα τα σχολεία έχουν την ίδια έκθεση στη ζέστη. Οι αίθουσες που δεν διαθέτουν κατάλληλη μόνωση ή σκίαση μπορεί να λειτουργούν σαν θερμοκήπια, επηρεάζοντας αρνητικά τους μαθητές. Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο προσαρμογής για να διασφαλιστεί η υγεία και η ευημερία των παιδιών στα σχολεία.
![]()

