Η συζήτηση για τα χωριά που χάνουν πληθυσμό περνά, σύμφωνα με τον Δημήτρη Γούσιο, από την προσέλκυση ανθρώπων στην πραγματική υποδοχή τους. Ο Καθηγητής Χωροταξίας & Ανάπτυξης Αγροτικού Χώρου και Επικεφαλής της Διεθνούς Επιστημονικής Επιτροπής του Ινστιτούτου MOUNTMED μιλά στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων για την επιστροφή στα χωριά και το τι χρειάζεται για να μείνουν οι νέοι κάτοικοι.
Όπως σημειώνει, η πρόσκληση οικογενειών να εγκατασταθούν σε ένα ορεινό χωριό, όπως έγινε στη Φουρνά, κινητοποιεί την κοινωνία και φέρνει στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που για χρόνια αντιμετωπιζόταν σχεδόν μοιρολατρικά. Παράλληλα, η οικονομική στήριξη όσων επιλέγουν να ζήσουν σε περιοχές όπως ο Έβρος και η Ήπειρος δείχνει ότι η δημογραφική εξασθένιση της υπαίθρου αρχίζει να αναγνωρίζεται ως ζήτημα εθνικής πολιτικής.
«Η διεθνής εμπειρία και η έρευνα σε ορεινές περιοχές δείχνουν ότι η επανακατοίκηση δεν είναι απλώς θέμα μετακίνησης πληθυσμού», τονίζει ο ίδιος, εξηγώντας ότι πρόκειται για μια σύνθετη διαδικασία εγκατάστασης και ένταξης. Η οικονομική ενίσχυση μπορεί να βοηθήσει στην πρώτη απόφαση, ενώ μια δημόσια πρόσκληση μπορεί να προκαλέσει ενδιαφέρον, όμως καμία από τις δύο δεν αρκεί από μόνη της για να δημιουργηθούν οι συνθήκες παραμονής.
Πριν ένας τόπος απευθύνει πρόσκληση σε νέους κατοίκους, χρειάζεται να γνωρίζει τι μπορεί πραγματικά να τους προσφέρει: ποιες κατοικίες υπάρχουν και με ποιους όρους, ποιες δυνατότητες απασχόλησης ή δημιουργίας δραστηριότητας υπάρχουν, ποια γη και ποιοι τοπικοί πόροι παραμένουν ανεκμετάλλευτοι, καθώς και πώς εξασφαλίζεται πρόσβαση σε σχολείο, υγειονομική περίθαλψη, μεταφορές και ψηφιακές υπηρεσίες. «Ποιος υποδέχεται τις οικογένειες, τις βοηθά να εγκατασταθούν, να ενταχθούν και παρεμβαίνει όταν εμφανίζονται τα αναπόφευκτα προβλήματα της εγκατάστασης», αναφέρει επίσης, θέτοντας στο επίκεντρο τον ρόλο της οργανωμένης στήριξης.
Για τον κ. Γούσιο, το ζητούμενο είναι να υπάρξει μετάβαση «από την πολιτική προσέλκυσης στην πολιτική υποδοχής». Η πραγματική δυνατότητα ενός χωριού να κερδίσει πληθυσμό δεν κρίνεται από το πόσοι ανταποκρίθηκαν σε μια πρόσκληση, αλλά από το αν μπορεί να τους υποδεχθεί, να τους εντάξει και τελικά να τους κρατήσει. Αυτή η ικανότητα δεν χτίζεται από ένα πρόσωπο, όσο αξιέπαινη κι αν είναι η πρωτοβουλία του, ούτε από ένα μεμονωμένο οικονομικό κίνητρο, αλλά συλλογικά από την κοινότητα, την τοπική αυτοδιοίκηση, τις δημόσιες υπηρεσίες, τους παραγωγικούς φορείς και μια διεπιστημονική ομάδα που θα συνδέει κατοικία, εργασία, υπηρεσίες, κοινωνική ένταξη και αξιοποίηση των τοπικών πόρων. Όπως υπογραμμίζει, στόχος δεν μπορεί να είναι η ανασύσταση της αγροτικής κοινότητας της δεκαετίας του 1960.
Ο καθηγητής θέτει και το ερώτημα πώς μπορεί να είναι μια σύγχρονη κοινότητα.
Η απάντησή του είναι ότι μια σύγχρονη κοινότητα μπορεί να είναι διευρυμένη και πολυτοπική, συνδέοντας μόνιμους κατοίκους, απόδημους, εποχικούς κατοίκους και έναν περιορισμένο αλλά κρίσιμο αριθμό νεοεισερχομένων. Η πολυτοπική διαβίωση, η πολυδραστηριότητα και οι νέες συλλογικές μορφές συνεργασίας και επένδυσης μπορούν να ενισχύσουν την ενεργοποίηση και τις λειτουργίες των τοπικών πόρων -παραγωγικών, οικιστικών, περιβαλλοντικών, πολιτισμικών- που μια συρρικνωμένη τοπική κοινωνία δεν μπορεί πλέον να αξιοποιήσει μόνη της. Ο στόχος, όπως λέει, δεν είναι η επιστροφή του πληθυσμού στο προηγούμενο μέγεθός του, αλλά η εξασφάλιση μιας κρίσιμης μάζας ανθρώπων, δραστηριοτήτων και σχέσεων σε λειτουργικές γεωγραφικές ζώνες, ώστε η κοινότητα να γίνει πιο εξωστρεφής και να λειτουργεί ως κόμβος ευρύτερων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών δικτύων.
Κλείνοντας, ο κ. Γούσιος επισημαίνει ότι η σειρά των ενεργειών έχει σημασία: πρώτα πρέπει να γνωρίσουμε τον τόπο και τις δυνατότητές του, έπειτα να οργανώσουμε την ικανότητα υποδοχής του και μόνο τότε να προσελκύσουμε ανθρώπους. Η αντιστροφή αυτής της σειράς, όπως τονίζει, δημιουργεί τον κίνδυνο να γεννηθούν προσδοκίες που ο τόπος, χωρίς προετοιμασία και στήριξη, δεν είναι σε θέση να καλύψει.
Η ελληνική ύπαιθρος, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν χρειάζεται λιγότερες τέτοιες πρωτοβουλίες, αλλά πρωτοβουλίες που να πάψουν να είναι μεμονωμένες και να ενταχθούν σε μια συγκροτημένη πολιτική επανακατοίκησης. Η χρηματοδότηση έχει θέση σε αυτή την πολιτική, αλλά ως εργαλείο και όχι ως υποκατάστατό της, ενώ η τοπική πρωτοβουλία αποκτά διάρκεια μόνο όταν στηρίζεται από γνώση, σχεδιασμό και θεσμούς. «Το ζητούμενο, τελικά, δεν είναι να φέρουμε ανθρώπους στα χωριά. Είναι να δημιουργήσουμε τόπους στους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να έρθουν, να ενταχθούν και να επιλέξουν να μείνουν», καταλήγει.
Αποστόλης Ζώης
* Η φωτογραφία είναι
![]()
