Η εργασία και οικογενειακές υποχρεώσεις δημιουργούν εμπόδιο για περίπου έναν στους τρεις εργαζόμενους στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 33% δηλώνει ότι η δουλειά του συγκρούεται με τη φροντίδα παιδιών ή εξαρτώμενων ενηλίκων, με το ποσοστό να ανεβαίνει στις γυναίκες και στις ηλικίες 35-44 ετών.
Αυτό προκύπτει από την ειδική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τον συνδυασμό οικογενειακής ζωής και εργασίας. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν αν φροντίζουν παιδιά έως 15 ετών, είτε στο ίδιο είτε σε διαφορετικό νοικοκυριό, αλλά και αν έχουν την ευθύνη για άτομα άνω των 15 ετών που είναι ασθενή, ευπαθή ή έχουν κάποια αναπηρία.
Τα άτομα ηλικίας 18-54 ετών που ερευνήθηκαν δήλωσαν τον συνολικό αριθμό των παιδιών που έχουν αναθρέψει στη ζωή τους. Κατά μέσο όρο, σε ολόκληρο τον πληθυσμό, καταγράφηκε σχεδόν ένα παιδί ανά άτομο, με υψηλότερο μέσο αριθμό στις ημιαστικές περιοχές (1,26) και χαμηλότερο στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Αθηνών (0,81).
Η εικόνα διαφοροποιείται επίσης ανάμεσα σε άτομα ελληνικής και ξένης ιθαγένειας, καθώς καταγράφονται 1,03 παιδιά έναντι 1,41 αντίστοιχα. Ως προς το εκπαιδευτικό επίπεδο, το μεγαλύτερο πλήθος παιδιών δηλώνεται από όσους έχουν ολοκληρώσει έως Γυμνάσιο, ακολουθούν όσοι έχουν πτυχίο Πανεπιστημίου με 1,01, ενώ το μικρότερο πλήθος εμφανίζεται σε όσους έχουν ολοκληρώσει μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση, με 0,93.
Σημαντική διαφορά προκύπτει και ανάμεσα σε απασχολούμενους, με 1,15 παιδιά, και σε ανέργους ή άτομα εκτός εργατικού δυναμικού, με 0,81 και στις δύο περιπτώσεις. Αντίστοιχα, διαφορά καταγράφεται και μεταξύ όσων εργάζονται στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, με 1,48 έναντι 1,07.
Η πλειονότητα όσων έχουν αναθρέψει παιδί ή παιδιά και εργάζονται ή εργάστηκαν στο παρελθόν αναφέρει ότι δεν έχει λάβει κάποια μορφή οικογενειακής άδειας, σε ποσοστό 59,9%. Ως προς το φύλο, η λήψη οικογενειακής άδειας είναι λιγότερο συχνή στους άνδρες, με 24%, ενώ οι περισσότερες γυναίκες έχουν λάβει άδεια μητρότητας ή γονική άδεια ή και τις δύο.
Η οικογενειακή άδεια εμφανίζεται συχνότερα στα άτομα 18-24 ετών, με 57,3%, στα άτομα με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με 59,2%, και σε όσους έχουν μεταπτυχιακές σπουδές, με 58,7%. Υψηλό ποσοστό καταγράφεται επίσης σε όσους εργάζονται στον δημόσιο τομέα, με 80,9%, ενώ η άδεια είναι ιδιαίτερα σπάνια στα άτομα ξένης ιθαγένειας, με 14,3%, και σε όσους έχουν ολοκληρώσει έως Γυμνάσιο, με 9,2%.
Σε ό,τι αφορά τη διάρκεια της οικογενειακής άδειας, οι διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα είναι έντονες. Το 85,3% των ανδρών έλαβε άδεια έως 6 μηνών, μόλις το 5,2% πήρε άδεια από 6 μήνες έως 1 έτος και το 2,8% άδεια μεγαλύτερη του ενός έτους.
Αντίθετα, στις γυναίκες το 27,1% έλαβε άδεια 6 μηνών έως 1 έτους και το 30,5% είχε άδεια μεγαλύτερη του ενός έτους.
Το 29,8% όσων συμμετείχαν στην έρευνα δηλώνει ότι έχει υποχρεώσεις φροντίδας. Από αυτούς, το 25,7% φροντίζει μόνο παιδιά, το 3,2% μόνο ενήλικες και το 0,9% φροντίζει και παιδιά και εξαρτώμενους ενήλικες.
Οι υποχρεώσεις φροντίδας είναι συχνότερες στις γυναίκες, με 31,9% έναντι 27,6% στους άνδρες, στα άτομα 35-44 ετών, με 65,7% έναντι μέσου όρου 29,8%, και στους απασχολούμενους, με 35,2%. υποχρεώσεις φροντίδας δηλώνουν περισσότερο όσοι βρίσκονται στην πιο ενεργή επαγγελματικά ηλικία.
Όσοι είχαν την υποχρέωση φροντίδας παιδιών κάτω των 15 ετών ρωτήθηκαν αν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας, όπως παιδικό σταθμό, ολοήμερο σχολείο ή μπέιμπι-σίτερ, για όλα ή για μερικά από τα παιδιά. Η πλειονότητα, σε ποσοστό 67,9%, δεν χρησιμοποιεί υπηρεσίες φροντίδας για κανένα παιδί.
Τα υψηλότερα ποσοστά χρήσης καταγράφονται στα άτομα 35-44 ετών, με 36,5%, και στους απασχολούμενους, με 34,9%. Τα χαμηλότερα εμφανίζονται στους ανέργους, με 17%, και στα άτομα 18-24 ετών, με 14,1%.
Ανά τύπο νοικοκυριού, η χρήση υπηρεσιών φροντίδας είναι πιο συχνή στα νοικοκυριά με παιδιά κάτω των 15 ετών, όπως αναμενόταν. Το μεγαλύτερο ποσοστό καταγράφεται στα ζευγάρια με παιδιά, με 31,7%, και στους μόνους ενήλικες με παιδιά, με 19,3%.
Σε όσους, παρότι έχουν την υποχρέωση φροντίδας παιδιών κάτω των 15 ετών, δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας, ζητήθηκε ο βασικός λόγος αυτής της επιλογής. Το 47,6% δηλώνει ότι προτιμά να φροντίζει τα παιδιά μόνο του ή μαζί με τον/την σύντροφό του, ποσοστό που ανεβαίνει στο 68% στα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού και στο 64,1% στις ηλικίες 25-34 ετών.
Συχνά αναφέρεται επίσης ως λόγος η βοήθεια από συγγενείς και φίλους, καθώς και το ότι τα παιδιά μπορούν να φροντίζουν μόνα τον εαυτό τους.
Για το 9,6% όσων δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας, ως κύριος λόγος δηλώνεται κάποιο πρόβλημα με τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Από αυτούς, το 5,6% αναφέρει το κόστος, το 3% τη διαθεσιμότητα της υπηρεσίας και το 1% άλλο πρόβλημα που σχετίζεται με τις υπηρεσίες.
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ
![]()

